
«Πειράζοντας» λίγο το περίφημο «Je est un autre» [«Εγώ είναι ένας άλλος»] του Arthur Rimbaud, λέμε: «Εγώ είναι ένα άλλ@». Ζητήσαμε από σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς ιστορίες που έχουν στο κέντρο τους θέματα σχετικά με το φύλο και τη σεξουαλικότητα, ιστορίες ισότητας και αποδοχής, δεύτερων και τρίτων ευκαιριών στην αγάπη, αλλά και ιστορίες για τη στοχοποίηση του διαφορετικού ή της ελεύθερης έκφρασης. Ξεκινάμε με το διήγημα του Θεόδωρου Γρηγοριάδη.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Έπληττε φοβερά. Φαινόταν από δέκα μίλια μακριά. Μόνον αυτός δεν τόπαιρνε πρέφα και συνέχιζε να τους τα πρήζει μ’ εκείνα τα ηλίθια ανέκδοτά του. Οι πετριές της techno έπεφταν στ’ αυτιά της και τα τσιμέντωναν. Κεντρική εικόνα © Danie Franco / Unsplash.
Της Έλενας Χουζούρη

Καθόμουν σ' ένα τραπέζι κολλητά στην πόρτα κι ανακάτευα τον καφέ μου με το κουταλάκι, αργά κι αφηρημένα, την ώρα που οι άλλοι άνθρωποι έτρωγαν το βραδινό τους ή έπιναν το πρώτο ποτό τους. Κεντρική εικόνα: © Sara Rolin (Unsplash).
Της Αναστασίας Κάτσικα

Και στριμωχτήκαμε μέσα σε ένα σπίτι. Πενήντα τετραγωνικά όλο κι όλο. Και είπαμε αυτό είναι το σπιτι μας. Κεντρική εικόνα: © wevibe (Unsplash).
Της Μαρίας Μητά

Όσο κι αν προσπαθούσε να το κρύψει με χαμόγελα και δήθεν έκπληκτες αρνήσεις σε όσους έλεγαν «μα καλά, δεν σκας;» η αλήθεια είναι πως έσκαγε –σχεδόν σιγόβραζε– από την ζέστη, αυτή τη δήθεν ήπια μαγιάτικη κάψα που σου δίνει μονάχα μερικές πνοές δροσιάς με τα απαλά απογευματινά βοριαδάκια ενώ κατά τα άλλα σε σιγοκαίει σαν ανελέητος δεσμοφύλακας της κολάσεως. Κεντρική εικόνα: © Kylewilliamurban (Unsplash).
Της Αντωνίας Κώστα-Φώτη

Παντού στον χώρο μυρωδιές· καπνοί από σιγαρέτα, που φουμάρουν δώθε κείθε στα τραπέζια, πρωί πρωί οι μαστόροι, και μοσχοβολιές από το καμινέτο τού κυρ Παντελή, καθώς ανακατέβει τον τούρκικο καφέ με τη ζάχαρη. Κεντρική εικόνα: Φωτογραφία της πλατείας Συντάγματος το 1927 (digitalcollections.archives.nysed.gov).
Του Αντώνη Ε. Χαριστού

Πριν από χρόνια είχε ένα κόκκινο άλογο. Από τον Νοέμβρη μέχρι τον Μάρτη το έδενε στους εγκαταλειμμένους ελαιώνες απέναντι από το σπίτι μου, όπου η χλόη έφτανε το μισό μέτρο. [Εικόνα: πίνακας της Eileen Herb]
Της Αθηνάς Τσάκαλου

ΣΗΜΕΡΑ
Δεν κατάλαβε καν πώς πέρασαν οι δύο αυτές ώρες. Ήταν 17 Μαΐου, 19:15 το απόγευμα. Καθόταν σε μια καρέκλα στη μέση του κάτασπρου διαδρόμου.
Της Ιακωβίνας Κιολέογλου

Δεν θυμάμαι πότε άρχισα να υποφέρω από αϋπνίες, πρέπει να έχουν περάσει τρία ή τέσσερα χρόνια. Την πρώτη φορά που μου συνέβη είχα πέσει στο κρεβάτι ξεθεωμένος, νύσταζα και με πήρε αμέσως ο ύπνος, όμως στις δύο μετά τα μεσάνυχτα ακριβώς πετάχτηκα επάνω έντρομος με την καρδιά μου να βροντάει στο στήθος. [Στην κεντρική εικόνα, έργο της Lucia Simone].
Του Βασίλη Τσαλή

Κάθε μέρα τα ίδια. Η αυλή πάλι γέμισε σύκα. Η συκιά τους έχει βγάλει πολλά φέτος. Αμέτρητα σύκα. [Στην κεντρική εικόνα, έργο της Begoña Morton].
Της Σοφίας Παπαδημητρίου

Η ιστορία αυτή θα μπορούσε να είναι διήγημα της φανταστικής λογοτεχνίας. Γιατί ο Στέλιος πίστεψε, πριν λίγες μέρες, πως διακτινίστηκε σε απόσταση εξακοσίων μέτρων μέσω μιας ανεξήγητης διαδικασίας και βούλησης. [Στην κεντρική εικόνα, έργο του Philip Barlow.]
Του Θόδωρου Σούμα

Γράφω μόνο για ό,τι κουβαλάει ζωή ή θάνατο. Ποτέ δεν επινοώ κάτι για να γεμίσω τη σελίδα ή να ικανοποιήσω τις δαιδαλώδεις επιθυμίες της σκέψης. [Στην κεντρική εικόνα, έργο του Άλμπερτ Έκχαουτ, 1640].
Της Κατερίνας Σερίφη

Σε συνάντησα στο λεωφορείο, ένα μεσημέρι Παρασκευής. Πηγαίναμε και οι δύο στη γενέθλια πόλη μας. Καθίσαμε μαζί, αν και δεν είχαμε διπλανές θέσεις. Είχα να σε δω δεκαπέντε χρόνια. Κεντρική εικόνα: Στιγμιότυπο από την ταινία «What If» (2013).
Της Ουρανίας Κανιούρα

Στα δύο της άρχισε να παχαίνει απότομα, έπαιρνε σχεδόν ένα κιλό τον μήνα· σαν αρνάκι που το τάιζαν για το Πάσχα. Δεν θυσιάστηκε βέβαια, αρρώστησε όμως. Τότε εκδηλώθηκε το αυτοάνοσο που την ταλαιπωρεί. Κεντρική εικόνα: Charles van den Eycken, The Jewel Box.
Της Αθηνάς Βογιατζόγλου

Κυριακή απόγευμα και ο ήλιος σβήνει στο χωριό. Καθώς διαβάζω τα «σκέφτομαι και γράφω» των καινούργιων μου μαθητών, ένας σπουργίτης στέκεται στο παράθυρο. Με κοιτάζει και απορεί που με βρίσκει εδώ. Είχα υποσχεθεί στη Δήμητρα ότι θα επέστρεφα Σαββατοκύριακα στην πόλη. Αλλά, λίγο ο δρόμος, λίγο η κούραση, έμεινα πάλι εδώ.
Του Δημήτρη Βουκάντση

Είναι σκοτεινά μα εκείνη βλέπει, είναι στο δωμάτιο της μητέρας που κοιμάται σε νοσοκομειακό κρεβάτι πια, γύρω της φάρμακα, χάπια και ποτήρια σκεπασμένα με χαρτοπετσέτα. Η μητέρα πάντα χρειάζεται ησυχία.
Της Αγγελικής Τρανίδου

Αγαπητέ Άγιε ό,τι να ‘ναι,
προσπαθώ να σου γράψω, αλλά η τηλεόραση μου αποσπά την προσοχή.
Της Αθηνάς Μπαλή

Το φως από τα χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια που αναβόσβηναν ράθυμα στο εσωτερικό της βιτρίνας του καταστήματος πώλησης γυναικείων υποδημάτων αντανακλόνταν απαλά στη γυαλιστερή επιφάνεια του εμπορεύματος, προσελκύοντας (όπως οι φάροι τα πλοία) τα βλέμματα των κυριών οι οποίες αναζητούσαν ένα ζευγάρι παπούτσια για μια περίσταση ξεχωριστή – τόσο ξεχωριστή και πολλά υποσχόμενη που θα έκανε την υψηλή τους τιμή να μοιάζει λιγότερο υπερβολική.
Του Αχιλλέα ΙΙΙ

Εβρεχε και φυσούσε από νωρίς τo απόγευμα. Η φωτιά στο τζάκι έκαιγε όλη μέρα. ΄Ακουγα από το κρεβάτι μου τα κούτσουρα που τρίζανε και τη γιαγιά που μίλαγε ψιθυριστά στη μαμά μου, καθώς χτύπαγε το αυγολέμονο για τη σούπα μου.
Διήγημα της Ζέτας Κουντούρη

Η Ε., η πόλη της καταγωγής μου, έμεινε δίχως δική της εφημερίδα για μια ολόκληρη επταετία. Το κενό καλύφθηκε την άνοιξη του 2008 από έναν συγγραφέα παιδικών βιβλίων, τον Βάγγο Λούκα, και το χαμηλών τόνων δεκαεξασέλιδό του με τον ανάλογα σεμνό τίτλο Επιτόπου *.
Του Γιώργου Συμπάρδη

Περνάω την πλατεία του Σταλού και φτάνω στο ηρώον. Φοράω τα σανδάλια μου. Στους ώμους το σακίδιο. Θέλει μισή ώρα ακόμα περπάτημα μέχρι το σπίτι της νονάς μου. Είναι το τελευταίο σπίτι μετά το γεφύρι. Ο κουτσός σκύλος κοιμάται κάτω από την κληματαριά. Ησυχία παντού.
Της Λίλας Τρουλινού

Είχε επισκεφτεί τρις την νήσον Μύκονον πράγμα που την καθιστούσε πολύφερνη στο ατομικό της κατάστιχο αποδράσεων στα αιγαιοπελαγίτικα νησιά. Όφειλε ωστόσο να ομολογήσει ότι δεν την απάντησε ποτέ με τα μάτια της ψυχής…
Της Λίλυς Εξαρχοπούλου

Δεν θα πάρουμε το οικογενειακό σήμερα. Ασ’ το μωρέ. Να χαρούμε λίγο το καινούργιο. Πότε θα το χαρούμε αν όχι τώρα το καλοκαίρι που πάμε και κάπου μαζί. Έστω θάλασσα. Εντάξει, σκόνη, άμμος, αλμύρα, θα μου πεις, τα τρώει τα καθίσματα η αλμύρα. Το χρώμα να δεις τι του κάνει. Αλλά, τέσπα.
Της Κατερίνας Γραμματικού

Λάλησε ο κόκορας στο κινητό. Σηκώθηκα με ταραχή να κλείσω το ξυπνητήρι. Δεν ξέρω γιατί αλλά στο τρίτο χτύπημα νομίζω πως κυνηγάω το πετεινάρι και όλο μου ξεφεύγει. Θέλω να το πιάσω από το λαιμό και να το ταρακουνώ μέχρι να γίνει κόκκινο, όπως το λειρί του.
Του Δημήτρη Μαγριπλή

Η αλήθεια είναι πως στην αρχή σε σιχαινόμουν. Απ’ την πρώτη στιγμή που σ’ έφερε στο σπίτι και σε είδα να κολυμπάς μέσα σ’ εκείνο το διάφανο σακούλι που το ‘σφιγγε σαν πουγκί στο χέρι του, σαν μπελά σ’ έβλεπα περισσότερο παρά σαν παρέα, ένα μπελά με τον οποίο δεν ήθελα επ’ ουδενί να συμβιώσω.
Της Χρυσούλας Φασουλή

Μόλις είχαν κλείσει τα σχολεία και ήμουν διπλά χαρούμενος. Και γιατί δεν θα είχαμε μαθήματα -μεταξύ μας, δεν συμπάθησα ποτέ το διάβασμα- και γιατί θα ερχόταν πάλι ο Αλέκος.
Της Χριστίνας Μουκούλη

Δεν ήταν η πρώτη φορά που έκαναν εξερεύνηση στην πίσω αυλή του θείου του Ηλία. Σε κάποια σημεία τα χόρτα τούς έφταναν μέχρι τα γόνατα. Οι πιο μικροί της παρέας τα ποδοπατούσαν αποφασιστικά για να μην τους πούνε δειλούς.
Της Δήμητρας Δαρδαγάνη

Βλέπω την σταγόνα του ιδρώτα να σχηματίζεται. Κυλάει από την βάση του αυχένα στην πλάτη σου, ευθεία στην ραχοκοκαλιά. Αγαπημένη διαδρομή. Ανασαίνεις αργά, τα χείλη μισόκλειστα.
Της Μαρίας Μητά

To δίωρο είχε σχεδόν τελειώσει. Δεν φορούσε ρολόι. Ο χρόνος ήταν κάτι που δεν τον απασχολούσε. Και ίσως ακριβώς αυτό να ήταν το μυστικό της επαγγελματικής του επιτυχίας. Η γάτα μετά από κάποιους κύκλους γύρω από τον εαυτό της είχε κουρνιάσει δίπλα του. Θα μπορούσε να σηκώσει το χέρι του να την χαϊδέψει αλλά αυτός πληρωνόταν για να μην κάνει τίποτα.
Της Εύας Μ. Μαθιουδάκη

Ο κεντρικός πεζόδρομος έχει για τα καλά ησυχάσει. Μοναδική παραφωνία ο ήχος μιας πλαστικής σακούλας που σουσουρίζει δίπλα από τον σκουπιδοτενεκέ, παραδομένη στη δίνη μιας ξαφνικής ριπής ανέμου.
Της Χαράς Κούππα

Διαβάστε τις πρώτες σελίδες από το γνωστό διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Βαρδιάνος στα σπόρκα»*. Είναι η ιστορία της γρια-Σκεύως που μεταμφιέζεται σε άντρα και γίνεται βαρδιάνος (φύλακας) στα σπόρκα (μολυσμένα καράβια) με σκοπό να σώσει τον γιο της από τη χολέρα που έπληξε την Ευρώπη το 1865. Στην κεντρική εικόνα, η Ρένα Λουιζίδου στην τηλεοπτική διασκευή του διηγήματος σε σκηνοθεσία Μανούσου Μανουσάκη.
Επιμέλεια: Book Press

Καθόταν στη σάλα. Κοιτούσε σκεφτικός από το φινιστρίνι. Στο σύθαμπο ενός πρωταπριλιάτικου ουρανού αρμένιζε η μικρή πολιτεία∙ κοντά και πιο κοντά και πιο κοντά.
Διήγημα του Παντελή Αδαμίδη
Μας έφερε καρπούζι. Είπε στη μαμά να το κόψει και να το βάλει στο ψυγείο. Θα το φάμε στη θάλασσα, είπε. Η μαμά μάζεψε το ρούχο της στον λαιμό και τον κοίταξε, εκείνος είπε: Ερημιά είναι, μόνο εμείς οι τέσσερις θα είμαστε.
Του Νίκου Αδάμ Βουδούρη
25 Ιουλίου 2026 ΕΛΛΗΝΕΣ
«Την κυρίως πλοκή του αστυνομικού μυθιστορήματος την αντιμετωπίζω ως ένα μέσον για να αφηγηθώ το δράμα των πρωταγωνιστών» μας είπε ο Χάρης Καραθύμιος, με αφορμή το μυθι



19 Αυγούστου 2026 ΕΠΩΝΥΜΩΣ

24 Μαρτίου 2026 ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ
Προηγούμενο δημιουργεί απόφαση εκδοτικού μεγαθηρίου να αποσύρει μυθιστόρημα προϊόν, σε πολύ υψηλό ποσοστό, Τεχνητής Νοημοσύνης. Τι απαντά η Αμερικανίδα συγγραφέας για τ



