Σκέψεις για τη συζήτηση σχετικά με τη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία, την ντοπιολαλιά και την έννοια της πρωτοπορίας, με αφορμή όσα γράφτηκαν πρόσφατα. Στην κεντρική εικόνα, ο Γιάννης Μακριδάκης και ο Δημοσθένης Παπαμάρκος, από φωτογραφία που δημοσίευσε ο πρώτος στο προφίλ του στο φέισμπουκ.

Γράφει ο Δημήτρης Χριστόπουλος

Τις τελευταίες ημέρες παρακολουθούμε μια συζήτηση (κατ’ άλλους, διαμάχη) γύρω από τη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία, την ντοπιολαλιά και την έννοια της πρωτοπορίας, με αφορμή όσα γράφτηκαν για το Γκιακ του Δημοσθένη Παπαμάρκου και τις αντιδράσεις που ακολούθησαν. Στη συζήτηση συμμετέχουν άνθρωποι των γραμμάτων, και πολύ γρήγορα ένα ζήτημα λογοτεχνικής αποτίμησης απέκτησε την ένταση που συνήθως συνοδεύει θέματα προτεραιότητας, επιρροής και αναγνώρισης.

Την παρακολουθώ κι εγώ από μια θέση κάπως διαφορετική. Δεν γεννήθηκα ούτε μεγάλωσα σ’ έναν τόπο με ντοπιολαλιά που να έχει περάσει οργανικά στη δική μου καθημερινή γλώσσα και, όταν γράφω, δεν έχω στη διάθεσή μου εκείνο το βαθύ ιδιωματικό απόθεμα που μπορεί να κουβαλά κάποιος από τις φωνές των παππούδων του, από το καφενείο ενός χωριού, από λέξεις που ακούστηκαν πρώτα στην κουζίνα ή στην αυλή και πολύ αργότερα βρήκαν τον δρόμο τους προς τη σελίδα. Η γραφή μου αντλεί κατά κύριο λόγο από την κοινή νεοελληνική, με τις μικρές αποκλίσεις που φέρνουν η ηλικία, η πόλη, οι παρέες, τα επαγγέλματα, οι οικογενειακές μνήμες. Ίσως γι’ αυτό τον λόγο το ζήτημα της ντοπιολαλιάς μ’ ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Την κοιτάζω από κάποια απόσταση και αναγνωρίζω τη δύναμή της όταν μέσα σ’ ένα βιβλίο γίνεται ρυθμός, μνήμη, χαρακτήρας, τρόπος θέασης του κόσμου.

Πρωτοπορία: Η επίμαχη λέξη

Στην πρόσφατη συζήτηση, η λέξη που φαίνεται ν’ άναψε το φιτίλι ήταν η «πρωτοπορία». Το Γκιακ χαρακτηρίστηκε πρωτοπόρο μέσα σε μια ευρύτερη στροφή της ελληνικής πεζογραφίας προς τη μικρή φόρμα, την ιστορική μνήμη και την τοπική διάλεκτο. Η λέξη έχει βάρος, επειδή περιέχει και μια χρονική διάσταση, υποδηλώνει κάποιον που ανοίγει πρώτος έναν δρόμο, και ήταν σχεδόν αναμενόμενο να προκαλέσει την αντίδραση συγγραφέων που είχαν ήδη κινηθεί σε συγγενές έδαφος.

Η λογοτεχνική ιστορία βοηθά εδώ να καθαρίσει λίγο το τοπίο. Πολύ πριν από το Γκιακ υπήρχε ο Σωτήρης Δημητρίου, με μια πεζογραφία στην οποία η ιδιωματική γλώσσα αποτελεί οργανικό μέρος του αφηγηματικού κόσμου. Υπήρχε ο Θανάσης Βαλτινός και η μακρά συνομιλία του έργου του με την προφορική μαρτυρία. Υπήρχαν και άλλες συγγραφικές διαδρομές που έφεραν στο κέντρο την περιφέρεια, τις τοπικές φωνές, τις μικρές ιστορίες μέσα στη μεγάλη Ιστορία. Ο Γιάννης Μακριδάκης είχε ήδη εμφανιστεί πεζογραφικά αρκετά χρόνια πριν από το βιβλίο του Παπαμάρκου, έχοντας συνδέσει τη γραφή του με τη Χίο, την προφορικότητα, το τοπικό λεξιλόγιο και έναν κόσμο στενά δεμένο με τη γλώσσα του τόπου.

Ο Γιώργος Περαντωνάκης το είχε επισημάνει ήδη από το 2016, όταν, γράφοντας για το Γκιακ και το Μόνο το αρνί της Βασιλικής Πέτσα, τοποθετούσε τα δύο βιβλία σε μια διαδρομή που ξεκινούσε με τον Σωτήρη Δημητρίου και περνούσε, μεταξύ άλλων, από τον Βαλτινό, την Κλαίρη Μιτσοτάκη και τον Μακριδάκη. 

Ο Γιώργος Περαντωνάκης το είχε επισημάνει ήδη από το 2016, όταν, γράφοντας για το Γκιακ και το Μόνο το αρνί της Βασιλικής Πέτσα, τοποθετούσε τα δύο βιβλία σε μια διαδρομή που ξεκινούσε με τον Σωτήρη Δημητρίου και περνούσε, μεταξύ άλλων, από τον Βαλτινό, την Κλαίρη Μιτσοτάκη και τον Μακριδάκη. Η παρατήρηση έχει σήμερα ιδιαίτερη σημασία, επειδή θυμίζει κάτι που εύκολα λησμονείται: οι λογοτεχνικές τάσεις σπάνια γεννιούνται τη στιγμή που αποκτούν μεγάλη δημοσιότητα. Προηγούνται βιβλία, συγγραφείς, μικρές μετατοπίσεις στη γλώσσα και στην οπτική, έργα που συναντούν ένα περιορισμένο κοινό και ανοίγουν δυνατότητες τις οποίες αργότερα κάποιο άλλο βιβλίο θα κάνει περισσότερο ορατές.

Εδώ πιθανότατα βρίσκεται κι ένα μέρος της σημερινής παρεξήγησης. Η λέξη «πρωτοπόρος» μπορεί να δηλώνει τη χρονική προτεραιότητα, μπορεί επίσης να περιγράφει ένα έργο που αποκτά τέτοια δύναμη ώστε μεταβάλλει την πρόσληψη μιας ήδη υπαρκτής τάσης. Πρόκειται για διαφορετικές λειτουργίες μέσα στη λογοτεχνική ιστορία και αξίζει να τις ονομάζουμε όσο γίνεται ακριβέστερα.

Το Γκιακ είχε μια εντυπωσιακή διαδρομή. Διαβάστηκε πολύ, συζητήθηκε πολύ, απέκτησε ισχυρή κριτική παρουσία, έφερε τη διαλεκτική αφήγηση και τη μικροϊστορία σε ένα κοινό πολύ ευρύτερο από εκείνο που συνήθως προσεγγίζει τέτοιες μορφές πεζογραφίας. Η επίδρασή του στο εκδοτικό τοπίο και στον τρόπο με τον οποίο διαβάστηκε η νεότερη πεζογραφία είναι δύσκολο να παραγνωριστεί. Η αναγνώριση αυτής της επίδρασης συνυπάρχει με την αναγνώριση όσων είχαν προηγηθεί. Η λογοτεχνία διαθέτει αρκετό χώρο για περισσότερες από μία κρίσιμες στιγμές μέσα στην ίδια διαδρομή.

Γιατί έχει τόση σημασία η ντοπιολαλιά; 

Περισσότερο, πάντως, από τη σειρά των ονομάτων με απασχολεί το ίδιο το φαινόμενο. Γιατί άραγε η ντοπιολαλιά απέκτησε τα τελευταία χρόνια τόσο ισχυρή παρουσία στη λογοτεχνική μας συνείδηση;

Μια πιθανή απάντηση βρίσκεται στην ανάγκη της σύγχρονης πεζογραφίας ν’ ανακτήσει συγκεκριμένες φωνές. Η κοινή νεοελληνική, μέσα από τη μακρά χρήση της στα μέσα ενημέρωσης, στην εκπαίδευση, στη διοίκηση και στη μαζική κουλτούρα, μπορεί εύκολα ν’ αποκτήσει μια λεία επιφάνεια. Η ντοπιολαλιά εισάγει τριβή. Μια λέξη άγνωστη, μια σύνταξη που ξενίζει, μια φωνητική απόκλιση αναγκάζουν τον αναγνώστη να ακούσει τη γλώσσα ξανά. Μαζί με τον ήχο έρχεται συχνά κι ένας ολόκληρος κόσμος: επαγγέλματα που χάνονται, οικογενειακές σχέσεις, τοπικές ιεραρχίες, πόλεμοι, μετακινήσεις, χωράφια, θάλασσες, ζώα, εργαλεία, φόβοι και δοξασίες.

Εδώ βοηθά μια παλιά και ακόμη χρήσιμη διάκριση. Ήδη το 1950, στο κλασικό πλέον κείμενό του A Theory of Literary Dialect, ο Sumner Ives περιέγραφε τη λογοτεχνική διάλεκτο ως την προσπάθεια του συγγραφέα να αναπαραστήσει γραπτά μια ομιλία με γεωγραφική ή κοινωνική ιδιαιτερότητα (Ives, 1950). Η λέξη «αναπαράσταση» έχει τη σημασία της. Ανάμεσα στην ομιλία που ακούγεται και στην ομιλία που διαβάζουμε σε ένα διήγημα έχει μεσολαβήσει συγγραφική εργασία, μια ακολουθία επιλογών, αφαιρέσεων, συμπυκνώσεων και μετατοπίσεων.

Από τη δική του βιωματική και συγγραφική πλευρά, ο Σωτήρης Δημητρίου φτάνει σ’ ένα συγγενές σημείο στο άρθρο του «Η μαγεία της τρίσβαθης λαλιάς», που δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή της Κύπρου το 2022 με αφορμή την έκδοση του Ουρανού απ’ άλλους τόπους. Μιλά έχοντας πίσω του μια ολόκληρη συγγραφική διαδρομή στενά συνδεδεμένη με την ηπειρώτικη λαλιά, ήδη από το Ντιάλιθ’ ιμ’ Χριστάκη και το Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου, και ξεκινά από μια φράση που αγγίζει τον πυρήνα της συζήτησης: «Γλώσσα σημαίνει αυτό που λέει η λέξη. Φωνή» (Δημητρίου, 2022).

Η φωνή και η στιγμή της γραφής

Η φωνή, όπως την αντιλαμβάνεται ο Δημητρίου, φέρει την προσωδία, την ένταση, τον ρυθμό, το πρόσωπο, τα χέρια, το βλέμμα. Η γραφή συγκρατεί ένα μέρος αυτής της ζωντανής εκφοράς και αφήνει αναπόφευκτα ένα άλλο μέρος έξω. Μιλώντας για τις γυναίκες που αφηγούνται στον Ουρανό απ’ άλλους τόπους, στέκεται ιδιαίτερα στην «τραγουδιστή εκφορά» τους και στην προσωδία που δεν περνά ολόκληρη στο χαρτί. Η παρατήρηση έχει σημασία για κάθε λογοτεχνική απόδοση του προφορικού λόγου. Όσο βαθιά βιωμένη κι αν είναι μια ντοπιολαλιά, η στιγμή της γραφής δημιουργεί μια νέα μορφή. Κάτι από το σώμα της φωνής χάνεται και ο συγγραφέας αναζητεί στη θέση του ρυθμούς, συντακτικές κινήσεις, επαναλήψεις, παύσεις και τρόπους με τους οποίους η σελίδα θα διατηρήσει κάτι από τον ήχο της ομιλίας.

Η επικράτηση μιας πρότυπης γλωσσικής μορφής συνδέεται και με το κύρος που προσδίδει στους ομιλητές της, ενώ οι γλώσσες που υποχωρούν μεταφέρουν μαζί τους μνήμη, εμπειρία, εικόνες και έναν ολόκληρο τρόπο σχέσης με τον κόσμο.

Ο Δημητρίου αμφισβητεί μάλιστα τον ίδιο τον όρο «ιδιωματική γλώσσα» και προτιμά να μιλά για «ανθρώπινες, ισότιμες γλώσσες» (πόσο συμφωνώ μαζί του!), ανεξάρτητα από τον αριθμό των ομιλητών τους. Πίσω από την υποχώρηση των τοπικών γλωσσών διαβάζει μια ιστορία κοινωνικού κύρους και γλωσσικής ομογενοποίησης. Θυμάται τα παιδιά που μάθαιναν στο σχολείο να καταπνίγουν τα «γλωσσικά στολίδια» του τόπου τους και τις φοιτήτριες από την επαρχία που έφταναν στην Αθήνα και προσπαθούσαν ν’ αποβάλουν λέξεις και τρόπους ομιλίας των γιαγιάδων τους. Στην οξύτητα της διατύπωσής του διακρίνεται μια ουσιαστική υπενθύμιση: η επικράτηση μιας πρότυπης γλωσσικής μορφής συνδέεται και με το κύρος που προσδίδει στους ομιλητές της, ενώ οι γλώσσες που υποχωρούν μεταφέρουν μαζί τους μνήμη, εμπειρία, εικόνες και έναν ολόκληρο τρόπο σχέσης με τον κόσμο.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και το γεγονός ότι, για τον Δημητρίου, ο πλούτος της δημώδους δεν εξαντλείται στο λεξιλόγιό της. Βρίσκεται στον εικονοποιητικό και μεταφορικό λόγο, στην παροιμία, στην παραμυθία, στο δημοτικό τραγούδι, στη σχέση της γλώσσας με τη φύση, τη σωματική εργασία και την κοινότητα. Όταν γράφει πως «κάθε τόπος» έχει «το τραγούδι του», η φράση του μας επιτρέπει να δούμε τη γλωσσική εντοπιότητα ως ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο οργανώνεται και ακούγεται η εμπειρία.

Η γλώσσα της πεζογραφίας

Η σκέψη αυτή συναντά και τη δική μου αντίληψη για τη γλώσσα της πεζογραφίας. Η γλώσσα της πεζογραφίας είναι πάντοτε πεποιημένη. Το ίδιο το χάσμα ανάμεσα στη ζωντανή φωνή και στο γραπτό κείμενο, που τόσο έντονα επισημαίνει ο Δημητρίου, κάνει την κατασκευή ακόμη πιο ευδιάκριτη. Ο συγγραφέας προσπαθεί με τα μέσα του γραπτού λόγου να δημιουργήσει την αίσθηση μιας φωνής της οποίας η προσωδία, οι χειρονομίες και το βλέμμα δεν υπάρχουν πια μπροστά στον αναγνώστη. Επιλέγει ποιες λέξεις θα περάσουν στη σελίδα, πόσο συχνά θα εμφανιστούν, ποιες συντακτικές ιδιομορφίες θα διατηρηθούν, πώς θα αποδοθεί ένας ήχος, πόσο πυκνό θα γίνει το ιδίωμα και σε ποια σημεία θ’ αραιώσει. Από την πραγματική ομιλία συγκρατεί όσα μπορούν να αποκτήσουν μέσα στο κείμενο ρυθμική, αφηγηματική ή χαρακτηρολογική λειτουργία.

Το ίδιο συμβαίνει στην πεζογραφία που κινείται στην κοινή νεοελληνική. Εκεί επίσης ο συγγραφέας φτιάχνει τη γλώσσα του μέσα από το λεξιλόγιο, τη σύνταξη, το μήκος της περιόδου, τον ρυθμό, τη στίξη, τις σιωπές, τις επαναλήψεις, τις αποστάσεις ανάμεσα στην αφηγηματική φωνή και στα πρόσωπα. Η αίσθηση του φυσικού λόγου είναι αποτέλεσμα επίπονης εργασίας (τόσο επίπονης που ο αναγνώστης δεν το φαντάζεται). Η φράση που μοιάζει να ειπώθηκε αβίαστα έχει συχνά περάσει από πολλές αποφάσεις τις οποίες ο αναγνώστης δεν χρειάζεται να βλέπει.

Η λογοτεχνική πολυφωνία, ιδωμένη έτσι, απλώνεται πολύ πέρα από τη γεωγραφική ντοπιολαλιά. Μέσα σε ένα πεζογράφημα συναντιούνται η γλώσσα μιας οικογένειας, μιας ηλικίας, ενός επαγγέλματος, μιας κοινωνικής ομάδας, ενός τόπου, μαζί με τις λέξεις που φέρνει κάθε χαρακτήρας από τη δική του ζωή.

Η έννοια της ετερογλωσσίας του Μιχαήλ Μπαχτίν βοηθά να δούμε το ζήτημα σε ακόμη μεγαλύτερη έκταση. Στο δοκίμιο «Discourse in the Novel», που περιλαμβάνεται στο The Dialogic Imagination, ο Μπαχτίν αντιμετωπίζει τη γλώσσα της πεζογραφίας ως πεδίο συνάντησης διαφορετικών κοινωνικών γλωσσών, διαλέκτων, επαγγελματικών ιδιωμάτων, γενεακών τρόπων ομιλίας και διαφορετικών αξιολογικών στάσεων απέναντι στον κόσμο (Bakhtin, 1981). Η λογοτεχνική πολυφωνία, ιδωμένη έτσι, απλώνεται πολύ πέρα από τη γεωγραφική ντοπιολαλιά. Μέσα σε ένα πεζογράφημα συναντιούνται η γλώσσα μιας οικογένειας, μιας ηλικίας, ενός επαγγέλματος, μιας κοινωνικής ομάδας, ενός τόπου, μαζί με τις λέξεις που φέρνει κάθε χαρακτήρας από τη δική του ζωή.

Αυτό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για έναν συγγραφέα που ζει και γράφει στην πόλη (εν προκειμένω, στον Πειραιά και στις γύρω συνοικίες). Οι πόλεις διαθέτουν τις δικές τους γλωσσικές επιστρώσεις, που αλλάζουν γρηγορότερα και σπάνια τις ονομάζουμε ντοπιολαλιά. Υπάρχει η γλώσσα του σχολείου, του συνεργείου, του μηχανουργείου, του γραφείου, της παρέας, του διαδικτύου, της πολυκατοικίας, των μεταναστευτικών κοινοτήτων, των εφήβων, των ηλικιωμένων. Υπάρχουν αγγλικές λέξεις που περνούν στην καθημερινή ομιλία, επαγγελματικές ορολογίες που εισβάλλουν στο σπίτι, οικογενειακές εκφράσεις που καταλαβαίνουν τέσσερις άνθρωποι. Όλ’ αυτά αποτελούν υλικό της πεζογραφίας και κουβαλούν εποχή, κοινωνική θέση, ιδεολογία και μνήμη.

Η γλώσσα των χαρακτήρων και η κειμενική φωνή

Υπάρχει ακόμη ένα επίπεδο, που συχνά χάνεται όταν η συζήτηση επικεντρώνεται στη ντοπιολαλιά των προσώπων. Η γλώσσα που μιλούν οι λογοτεχνικοί χαρακτήρες αποτελεί μία περιοχή του κειμένου. Γύρω από αυτήν σχηματίζεται η συγγραφική ή, ακριβέστερα, η κειμενική φωνή, εκείνη που διατρέχει ολόκληρο το έργο και του δίνει τον ιδιαίτερο ήχο του. Βρίσκεται στον τρόπο που στήνεται μια περίοδος, στο μήκος της ανάσας της, στην επιλογή μιας λέξης ανάμεσα σε πολλές πιθανές, στον ρυθμό με τον οποίο εμφανίζονται οι λεπτομέρειες, στις παύσεις, στις επαναλήψεις, στη διάρκεια μιας σκηνής, στον τρόπο που ένα βλέμμα μένει πάνω σε ένα αντικείμενο και στη στιγμή που η αφήγηση αφήνει κάτι ασχολίαστο.

Η υφολογική θεωρία έχει ασχοληθεί συστηματικά με αυτή την περιοχή. Οι Geoffrey Leech και Mick Short, στο Style in Fiction, εξετάζουν το ύφος της πεζογραφίας ως αποτέλεσμα επιλογών που απλώνονται σε πολλά γλωσσικά επίπεδα, από το λεξιλόγιο και τη σύνταξη μέχρι τη δομή του λόγου και την οπτική γωνία (Leech & Short, 2007 [1981]). Το προσωπικό ύφος διαμορφώνεται μέσα σ’ αυτή τη συνεχή επιλογή. Ένας στυλίστας συγγραφέας αναγνωρίζεται συχνά ύστερα από λίγες σελίδες, κάποτε ακόμη και ύστερα από μερικές παραγράφους, επειδή αναγνωρίζουμε τον τρόπο με τον οποίο το κείμενό του κινείται μέσα στη γλώσσα.

Η κειμενική φωνή περνά από την αφήγηση, την περιγραφή, τους διαλόγους, τον ρυθμό των σκηνών, την πυκνότητα ή την αραίωση της γλώσσας. Συγκρατεί τα επιμέρους υλικά και τους δίνει μια κοινή θερμοκρασία.

Εκεί βρίσκεται για μένα ένα από τα πλέον διακριτικά γνωρίσματα ενός συγγραφέα. Ένας λογοτεχνικός χαρακτήρας μπορεί να μιλά με εξαιρετική ακρίβεια ένα τοπικό ιδίωμα και η φωνή του ν’ αποτελεί σπουδαίο επίτευγμα. Η ιδιαιτερότητα ολόκληρου του βιβλίου διαμορφώνεται από μια ευρύτερη εργασία που περιλαμβάνει αυτή τη φωνή και πολλές ακόμη. Η κειμενική φωνή περνά από την αφήγηση, την περιγραφή, τους διαλόγους, τον ρυθμό των σκηνών, την πυκνότητα ή την αραίωση της γλώσσας. Συγκρατεί τα επιμέρους υλικά και τους δίνει μια κοινή θερμοκρασία.

Η περίπτωση Μηλιώνη

Η σκέψη αυτή συνδέεται και με μια πρόσφατη, συστηματική αναγνωστική εμπειρία. Η διδακτορική μου διατριβή είχε ως αντικείμενο το έργο του Χριστόφορου Μηλιώνη, ενός συγγραφέα βαθιά δεμένου με την Ήπειρο, τη μνήμη του τόπου, τις ιστορίες και τους ανθρώπους της. Η εντοπιότητα στο έργο του είναι πανταχού παρούσα, ενώ το ηπειρώτικο ιδίωμα χρησιμοποιείται με αξιοσημείωτη φειδώ. Μερικές λέξεις, ένας τρόπος εκφοράς, ένας απόηχος προφορικού λόγου αρκούν συχνά για να περάσει η γλωσσική μνήμη του τόπου μέσα στο κείμενο. Να σημειωθεί ότι πλάι στα χυμώδη κοιτάσματα της στρωτής δημοτικής του Μηλιώνη, συναντά κανείς ένα πλούσιο απόθεμα λαϊκών λέξεων ή εκφράσεων, αποθησαυρισμένων από το ντόπιο ηπειρώτικο ιδίωμα, που ο συγγραφέας χρησιμοποιεί οικονομημένα, ώστε να διαλάμπουν με τη φυσική τους χάρη και στιλπνότητα στις σελίδες του. Στα κείμενά του ενσωματώνονται ηπειρώτικες λέξεις και εκφράσεις κατά βάση εξομαλυμένες (ευπρεπισμένες) και προσαρμοσμένες στη φωνητική και στη μορφολογία της κοινής δημοτικής. Σε αυτή την περίπτωση έχει προφανώς διδαχθεί πολλά από τον Διάλογο του Σολωμού. Ενίοτε τοποθετεί την ιδιωματική λέξη σε εισαγωγικά και την επεξηγεί με τη χρήση τού «δηλαδή»:

Έβγαζαν τις πλάκες που σχημάτιζαν το «αντράκλωμα», δηλαδή το θάλαμο του νεκρού και σκορπίζανε τα οστά του στο ρέμα («Βιντεοκάμαρα Panasonic», Χειριστής Ανελκυστήρος, σ. 12).

Η μακρά ενασχόλησή μου με τον Μηλιώνη μ’ έκανε να βλέπω με κάποια επιφύλαξη κάθε προσπάθεια να μετρηθεί η εντοπιότητα με την πυκνότητα της ντοπιολαλιάς. Στα βιβλία του η Ήπειρος βρίσκεται στον ρυθμό της αφήγησης, στον τρόπο με τον οποίο επιστρέφει η μνήμη, στα τοπωνύμια, στις σιωπές, στις οικογενειακές και κοινοτικές σχέσεις, στη θέση που καταλαμβάνει το τοπίο μέσα στη συνείδηση των προσώπων. Βρίσκεται και στον τρόπο με τον οποίο ο αφηγητής πλησιάζει όσα θυμάται, μένει λίγο κοντά τους και αφήνει την απόσταση του χρόνου να ξαναμπεί ανάμεσά τους. Το ιδίωμα συμμετέχει σε αυτό το σύνολο με τη δική του πυκνότητα και δεν χρειάζεται να καταλάβει ολόκληρη τη σελίδα για να ακουστεί ο τόπος.

Ο Μηλιώνης αποτελεί ένα ιδιαίτερα χρήσιμο παράδειγμα για τη διάκριση ανάμεσα στη γλώσσα των χαρακτήρων και στην κειμενική φωνή. Ένας τόπος μπορεί να έχει εμποτίσει ολόκληρη τη γραφή ενός συγγραφέα και να ακούγεται ακόμη και σε σελίδες με ελάχιστες ιδιωματικές λέξεις. 

Ο Μηλιώνης αποτελεί ένα ιδιαίτερα χρήσιμο παράδειγμα για τη διάκριση ανάμεσα στη γλώσσα των χαρακτήρων και στην κειμενική φωνή. Ένας τόπος μπορεί να έχει εμποτίσει ολόκληρη τη γραφή ενός συγγραφέα και να ακούγεται ακόμη και σε σελίδες με ελάχιστες ιδιωματικές λέξεις. Τον αναγνωρίζεις στην κίνηση της πρότασης, στην οικονομία της αφήγησης, στον τρόπο με τον οποίο μια λεπτομέρεια του τοπίου κουβαλά χρόνο, στον ρυθμό με τον οποίο η προσωπική μνήμη συναντά τη συλλογική. Η εντοπιότητα έχει ήδη περάσει στη μορφή και στο ύφος.

Γι’ αυτό με προβληματίζει η σχεδόν αυτόματη σύνδεση της ντοπιολαλιάς με την αυθεντικότητα. Το βίωμα έχει μεγάλη σημασία. Ένας συγγραφέας που μεγάλωσε μέσα σ’ ένα ιδίωμα γνωρίζει αποχρώσεις, ρυθμούς, κοινωνικές χρήσεις και υπαινιγμούς που δύσκολα κατακτώνται από έξω. Από τη στιγμή που αρχίζει η γραφή, το υλικό περνά στην περιοχή της μορφής. Η λογοτεχνική του αλήθεια κρίνεται μέσα στο έργο, από τον τρόπο που η γλώσσα γεννά ανθρώπους και σχέσεις, φέρει τη μνήμη τους, αντέχει στον ρυθμό του κειμένου και συμμετέχει σε μια φωνή που συγκρατεί το βιβλίο.

Το σημείο αυτό αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον τώρα που η τοπικότητα έχει τη δική της λογοτεχνική γοητεία. Ένα βιβλίο που φέρνει μαζί του λέξεις άγνωστες, ένα χωριό, μια ιστορική πληγή, μια κοινότητα με τους δικούς της κώδικες προσφέρει εξαρχής στον αναγνώστη την αίσθηση ότι μπαίνει σε έναν ιδιαίτερο κόσμο. Η αίσθηση αυτή μπορεί ν’ αποτελέσει σπουδαίο υλικό. Με την επανάληψη μπορεί ακόμη να παγιωθεί σε αναγνωρίσιμο τρόπο γραφής, σχεδόν σε σήμα ενός συγκεκριμένου τύπου πεζογραφίας. Το κρίσιμο βρίσκεται κάθε φορά στη μεταμόρφωση του υλικού μέσα στο έργο, στον τρόπο με τον οποίο η γλώσσα του τόπου περνά από την εμπειρία στη λογοτεχνική μορφή.

Το υλικό μπορεί να προέρχεται από μια πολυκατοικία, μια σχολική αίθουσα, μια παραλία, ένα συνεργείο, μια οικογενειακή κουζίνα, από φράσεις που ακούγονται σήμερα και ίσως σε λίγα χρόνια έχουν χαθεί. Μέσα στη γραφή όλ’ αυτά περνούν από επεξεργασία και γίνονται υλικό του βιβλίου. 

Κάπου εδώ η θέση ενός συγγραφέα σαν εμένα αποκτά πιθανόν μεγαλύτερο ενδιαφέρον απ’ όσο αρχικά φαίνεται. Εφόσον δεν διαθέτω μια ισχυρή τοπική διάλεκτο για να επιστρέφω σ’ αυτήν, αναζητώ αλλού τα ίχνη της προφορικότητας: στις φράσεις μιας γενιάς, στις μικρές γλωσσικές συνήθειες μιας οικογένειας, στον τρόπο που μιλά ένας τεχνίτης, ένας εκπαιδευτικός, ένας έφηβος, ένας ηλικιωμένος, στις λέξεις που γεννά μια πόλη και ύστερα τις πετά, στα αγγλικά που μπαίνουν στα ελληνικά, στις επαγγελματικές ορολογίες, στις εκφράσεις που περνούν από τις οθόνες στην καθημερινή ομιλία. Και αυτά είναι γλωσσικά κοιτάσματα μιας εποχής, ακόμη κι αν δεν έχουν σαφή γεωγραφικά σύνορα και καταγεγραμμένο λεξιλόγιο.

Η αναζήτηση αυτή αφορά τελικά και τη δική μου κειμενική φωνή. Το υλικό μπορεί να προέρχεται από μια πολυκατοικία, μια σχολική αίθουσα, μια παραλία, ένα συνεργείο, μια οικογενειακή κουζίνα, από φράσεις που ακούγονται σήμερα και ίσως σε λίγα χρόνια έχουν χαθεί. Μέσα στη γραφή όλ’ αυτά περνούν από επεξεργασία και γίνονται υλικό του βιβλίου. Η κοινή νεοελληνική μπορεί έτσι ν’ αποκτήσει έντονα προσωπική υφή, επειδή το ύφος κατοικεί στον τρόπο με τον οποίο ένας συγγραφέας χρησιμοποιεί ολόκληρη τη γλώσσα που έχει στη διάθεσή του.

Η ντοπιολαλιά μέσα σ’ ένα ευρύτερο γλωσσικό τοπίο

Ίσως λοιπόν η σημερινή συζήτηση να μας δίνει την ευκαιρία να δούμε τη ντοπιολαλιά μέσα σ’ ένα ευρύτερο γλωσσικό τοπίο. Η πεζογραφία πάντοτε αναζητούσε φωνές που να φέρουν επάνω τους το ίχνος μιας ζωής. Η περιφέρεια προσφέρει πολλές τέτοιες φωνές, έχοντας διατηρήσει γλωσσικά στρώματα που αλλού υποχώρησαν. Η ίδια ανάγκη μπορεί να οδηγήσει έναν άλλο συγγραφέα σε διαφορετικές περιοχές της γλώσσας, σε αστικές ιδιολέκτους, σε επαγγελματικές γλώσσες, σε οικογενειακούς κώδικες ή στο γλωσσικό υλικό μιας συγκεκριμένης γενιάς.

Να γιατί η συζήτηση για το ποιος υπήρξε πρωτοπόρος μού φαίνεται ελάσσονος σημασίας συγκριτικά με τα βιβλία που την προκάλεσαν. Η ακριβής χρονολογία έχει τη θέση της στη λογοτεχνική ιστορία και η συμβολή των συγγραφέων που άνοιξαν νωρίτερα δρόμους αξίζει να καταγράφεται καθαρά. Στον ίδιο χάρτη χωρούν τα βιβλία που αργότερα έδωσαν σε αυτούς τους δρόμους μεγαλύτερη αναγνωστική έκταση και διαφορετική δυναμική.

Προτιμώ, λοιπόν, τη λέξη «γενεαλογία». Μια γενεαλογία της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας που δουλεύει με τη ντοπιολαλιά θα είχε πολλούς κλάδους, παλαιότερους και νεότερους, παράλληλες κινήσεις, διασταυρώσεις και συγγένειες που άλλοτε δηλώνονται και άλλοτε προκύπτουν μέσα από τα ίδια τα έργα. Ο Σωτήρης Δημητρίου θα βρισκόταν εκεί. Ο Βαλτινός επίσης. Ο Μακριδάκης θα είχε τη δική του θέση, όπως και ο Παπαμάρκος, η Πέτσα και αρκετοί ακόμη συγγραφείς. Καθένας μέσα στον χρόνο του και μέσα στον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο δούλεψε τη φωνή.

Τα βιβλία συνομιλούν, πατούν σε γλώσσες που υπήρχαν πριν από αυτά, ξαναφέρνουν στην επιφάνεια λέξεις, ρυθμούς και τρόπους αφήγησης και κάποτε κάνουν μια παλιότερη δυνατότητα να ακουστεί ξανά. 

Τα βιβλία συνομιλούν, πατούν σε γλώσσες που υπήρχαν πριν από αυτά, ξαναφέρνουν στην επιφάνεια λέξεις, ρυθμούς και τρόπους αφήγησης και κάποτε κάνουν μια παλιότερη δυνατότητα να ακουστεί ξανά. Ένα έργο προηγείται χρονικά, ένα άλλο βρίσκει πολύ περισσότερους αναγνώστες, ένα τρίτο ανοίγει αργότερα διαφορετικό δρόμο πάνω στο ίδιο υλικό. Αυτές οι διαδρομές γίνονται ευκρινέστερες, όταν διαβάζουμε τα βιβλία το ένα δίπλα στο άλλο.

Και ίσως εκεί αξίζει να επιστρέφει κάθε φορά η συζήτηση: στη δουλειά που γίνεται πάνω στη γλώσσα, στη φωνή των προσώπων και στη φωνή που οργανώνει ολόκληρο το κείμενο, στις λέξεις που ένας συγγραφέας κρατά, σε όσες αφήνει έξω, στον ρυθμό που τους δίνει καθώς τις βάζει τη μία δίπλα στην άλλη. Από αυτές τις επιλογές αρχίζει σιγά σιγά ν’ ακούγεται η φωνή ενός βιβλίου.

* Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ είναι Δρ Νεοελληνικής Φιλολογίας και συγγραφέας.


Βιβλιογραφικές αναφορές

  • Δημητρίου, Σ. (2022). «Η μαγεία της τρίσβαθης λαλιάς», εφ. Η Καθημερινή της Κύπρου, 7.11.22.
  • Bakhtin, M. M. (1981). The Dialogic Imagination: Four Essays, επιμ. Michael Holquist, μτφρ. Caryl Emerson & Michael Holquist, Austin: University of Texas Press.
  • Ives, Sumner (1950). «A Theory of Literary Dialect», Tulane Studies in English, 2, σ. 137–182.
  • Leech, Geoffrey & Mick Short (2007 [1981]). Style in Fiction: A Linguistic Introduction to English Fictional Prose, 2η έκδ., Harlow: Pearson Longman.
  • Περαντωνάκης, Γ. (2016). «Γιατί η πεζογραφία μιλάει… διαλεκτικά;», bookpress.gr, 18.2.2016 (ανακτήθηκε 18.8.26). 

 

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Η αμφίδρομη σχέση Αλέξανδρου Σούτσου & Ιωάννη Καποδίστρια: Σκέψεις για το μυθιστόρημα «Ο εξόριστος του 1831»

Η αμφίδρομη σχέση Αλέξανδρου Σούτσου & Ιωάννη Καποδίστρια: Σκέψεις για το μυθιστόρημα «Ο εξόριστος του 1831»

Σκέψεις για το πρώιμο μυθιστόρημα του Αλέξανδρου Σούτσου «Ο εξόριστος του 1831» (εκδ. Νεφέλη), εστιάζοντας στον τρόπο που απεικονίζει την προσωπικότητα και τη δράση του Ιωάννη Καποδίστρια. Εικόνα: Πίνακας του Χαράλαμπου Παχή.

Γράφει ο Σπύρος Μαυράκης

...
«Η Οδύσσεια» του Νόλαν: άνδρα μοι έννεπε, αλλά please: έννεπε!

«Η Οδύσσεια» του Νόλαν: άνδρα μοι έννεπε, αλλά please: έννεπε!

«Δεν μπορείς να βάζεις τα ύδατα της Ερυθράς Θάλασσας να ανοίγουν με ειδικά εφέ, γιατί ο Μωϋσής σου θα προκαλέσει τον γέλωτα! Δεν μπορείς να αναστήσεις τον Λάζαρο με άμπρα-κατάμπρα!». Μια κριτική θέαση της ταινίας του Κρίστοφερ Νόλαν.  

Γράφει ο Νίκος Ξένιος ...

Η αποτυχία της γραφής, συνθήκη της γραφής: Η κατοίκηση του έργου στο δομικό ράγισμα της γλώσσας

Η αποτυχία της γραφής, συνθήκη της γραφής: Η κατοίκηση του έργου στο δομικό ράγισμα της γλώσσας

Γιατί η δομική ατέλεια και η αδυναμία της γλώσσας αποτελούν σημαντικά στοιχεία στη λογοτεχνία; Ποιοι συγγραφείς κατοικούν στο χάσμα ανάμεσα στην πρόθεση και την πραγμάτωση και πώς η φιλοσοφία τους αντιμετωπίζεται στο σύγχρονο λογοτεχνικό πεδίο; Κάποιες σκέψεις. © Dmitri Kasterine Πηγή: National Portrait Gallery 

...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Ο δανεισμένος λόγος» του Χρήστου Χρυσόπουλου – Δοκίμιο για την επιτελεστικότητα της λογοτεχνίας (κριτική)

«Ο δανεισμένος λόγος» του Χρήστου Χρυσόπουλου – Δοκίμιο για την επιτελεστικότητα της λογοτεχνίας (κριτική)

Για το δοκίμιο του Χρήστου Χρυσόπουλου «Ο δανεισμένος λόγος: Δοκίμιο για την επιτελεστικότητα της λογοτεχνίας» (εκδ. Οκτώ). Εικόνα: Από την ταινία «Τα φτερά του έρωτα» (1987) του Βιμ Βέντερς.

Γράφει ο Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης

...
Πέθανε ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, σε ηλικία 89 ετών

Πέθανε ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, σε ηλικία 89 ετών

Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς (1937-2026), κοινωνιολόγος, πανεπιστημιακός και πολιτικός, είχε εκλεγεί το 2025 τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. 

Επιμέλεια: Book Press

Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, ένας από τους πιο σημαντικού...

«Οι μετασχηματισμοί του καπιταλισμού» & «Ο πόλεμος από ανθρωπολογική σκοπιά» – Ασημαντότητα και τανκς: Δύο όψεις της ίδιας παρακμής

«Οι μετασχηματισμοί του καπιταλισμού» & «Ο πόλεμος από ανθρωπολογική σκοπιά» – Ασημαντότητα και τανκς: Δύο όψεις της ίδιας παρακμής

Για τα δοκίμια του Κορνήλιου Καστοριάδη «Οι μετασχηματισμοί του καπιταλισμού – Συνεντεύξεις και διαλέξεις 1990-1996» (μτφρ. Γιώργος Καράμπελας) & των Νίκου Γιαννίκα και Νίκου Ν. Μάλλιαρη «Ο πόλεμος από ανθρωπολογική σκοπιά – Η πολιτισμική διάσταση της εισβολής στην Ουκρανία» (εκδ. Μάγμα, αμφότερα). Εικόνα: Από τ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Γεωργίας Α. Ανδριώτου «Οι κόρες του Αϊβαλιού», το οποίο κυκλοφορεί στις 18 Ιουλίου από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Παναγής Αφεντέλλης ρούφηξε νωχελικά τον καφέ του κι άφησε απαλά τ...

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το πεζογραφικό έργο της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς [Marie Luise Kaschnitz] «Περιγραφή ενός χωριού» (Μετάφραση – Επίμετρο – Σημειώσεις: Αλέξανδρος Κυπριώτης), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 10 Ιουλίου από τις εκδόσεις η βαλίτσα.

Επιμέλεια: Κ...

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη συλλογή διηγημάτων του Σέρινταν Λε Φανού (Sheridan Le Fanu) «Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» (ανθολόγηση, μτφρ., εισαγωγικό σημείωμα: Γιώργος Θάνος, επιμέλεια: Γιάννης Μπαρτσώκας), η οποία θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Printa.

Επιμέλεια: ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Βιβλία για την Τέχνη της Γραφής: 15 οδηγοί συγγραφής που μας μαθαίνουν να γράφουμε

Βιβλία για την Τέχνη της Γραφής: 15 οδηγοί συγγραφής που μας μαθαίνουν να γράφουμε

Δεκαπέντε βιβλία, από καταξιωμένους συγγραφείς, σημαντικούς κριτικούς και ειδικούς της δημιουργικής γραφής, που μας μαθαίνουν πώς να γράφουμε τις δικές μας ιστορίες καλύτερα αλλά και πώς να γίνουμε πιο προσεκτικοί αναγνώστες. 

Επιλογή-επιμέλεια: Ελένη Κορόβηλα ...

Βιοηθική & λογοτεχνία: Μυθοπλασία που μιλά για την επιστήμη και τα ανθρώπινα δικαιώματα

Βιοηθική & λογοτεχνία: Μυθοπλασία που μιλά για την επιστήμη και τα ανθρώπινα δικαιώματα

Έξι βιβλία μυθοπλασίας που θίγουν ζητήματα που ερευνά η βιοηθική στη σύγχρονη εποχή. Η ευθύνη των επιστημόνων, τα όρια των παρεμβάσεων, ο άνθρωπος ως πειραματόζωο, η τεχνητή νοημοσύνη. Εικόνα: Από την ταινία «Poor things» του Γ. Λάνθιμου. 

Γράφει η Αγγελική Σπηλιοπούλου ...

Βιβλία που διαβάζονται μονορούφι: Οι επιλογές του Guardian για το καλοκαίρι

Βιβλία που διαβάζονται μονορούφι: Οι επιλογές του Guardian για το καλοκαίρι

Είκοσι βιβλία που ξεχώρισε η ομάδα του Guardian και διαβάζονται μονορούφι: λογοτεχνία, ψυχανάλυση, επιστήμη. Εικόνα: Πίνακας του Αμερικανού ζωγράφου Ντάρεν Τόμσον.

Επιμέλεια: Book Press

Με την ικανότητα συγκέντρωσης των περ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ