
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Γεωργίας Α. Ανδριώτου «Οι κόρες του Αϊβαλιού», το οποίο κυκλοφορεί στις 18 Ιουλίου από τις εκδόσεις Νίκας.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Ο Παναγής Αφεντέλλης ρούφηξε νωχελικά τον καφέ του κι άφησε απαλά το λευκό φλιτζανάκι στο μπακιρένιο τάσι πάνω στο μαρμάρινο τραπέζι στον καφενέ. Αγνάντευε την ήρεμη θάλασσα και χάζευε τον χορό που στήνανε οι γλάροι πάνω στο νερό. Οι θαμώνες ήταν ακόμη λίγοι, μιας και οι νοικοκυραίοι ετοιμάζονταν για την κυριακάτικη λειτουργία στις εκκλησιές του Αϊβαλιού. Στον καφενέ του Κανέλλου έρχονταν, συνήθως, φαμίλιες και τον είχε προτιμήσει εκείνο το πρωινό, γιατί στους άλλους καφενέδες όλο και κάποιον από τα συνάφια του θα συναντούσε και ήθελε την ησυχία του.
Ήταν αραμπατζής στο επάγγελμα, σαν τον πατέρα του. Καταγόταν από το Γενιτσαροχώρι, ένα μικρό χωριό λίγα χιλιόμετρα έξω από το Αϊβαλί, αλλά το είχε αφήσει πίσω του παιδαρέλι ακόμη. Το ανάστημά του ήταν λεβέντικο και η ματιά του αστραποβολούσε από ευγένεια και καλοσύνη. Ήταν ομορφάντρας, ψηλός, μελαχρινός, με περιποιημένο το λεπτό μουστάκι, χωρατατζής και μερακλής. Όταν γελούσε σημάδευε τη σάρκα, ενώ εκείνη στάθηκε κερί αναμμένο δίπλα στη μάνα της. Όρκο είχε δώσει στην παιδική της την καρδούλα πως τέτοια δυστυχία δεν θα τη ζούσε στον δικό της γάμο· κι όταν ο πατέρας της πέθανε με τα συκώτια μαύρα από το ποτό και την κακία, οι δυο γυναίκες ανάσαναν με ανακούφιση.
Δίπλα στον Ιγνάτη ένιωσε αγάπη και ασφάλεια. Κι εκείνος τίμησε την υπόσχεση που είχε δώσει στη μάνα της, να τη φροντίζει και να τη σέβεται. Χρόνια ολάκερα πηγαινοερχόταν με τον αραμπά του στο Αϊβαλί μεταφέροντας προϊόντα από τις φάμπρικες που υπήρχαν άφθονες εκεί. Ήταν τίμιος και μπεσαλής και τον εκτιμούσαν. Μαζί μ’ αυτόν, έμαθαν να υπολογίζουν με τον καιρό και τον μεγάλο του γιο, τον Σπύρο, που μαθήτευε περήφανος και γεμάτος ενθουσιασμό δίπλα στον πατέρα του. Η μοίρα, όμως, στάθηκε σκληρή απέναντι στο νέο παλικάρι και τους γονείς του.
Ένα ατύχημα έγινε η αιτία να μείνει ο Σπύρος καθηλωμένος σε μια καρέκλα. Δεκαεφτά χρονών παλικάρι ήταν, όταν είχε πάει στο Αϊβαλί να γιορτάσουν με την παρέα του τα γενέθλια ενός φίλου τους. Ήταν χειμώνας και είχε ζητήσει τον αραμπά του πατέρα του, που ήξερε πια να τον κουμαντάρει καλά, για να μην πάνε με τα πόδια. Εκείνος του αρνήθηκε στην αρχή, αλλά έπεσαν πάνω του όλοι με παρακάλια και τον κατάφεραν.
Σάμπως θα ήταν η πρώτη φορά που ο Σπύρος θα έπιανε τα γκέμια; Δυο χρόνια ήταν στο πλευρό του, είχε μάθει πια τους δρόμους και τα μονοπάτια απέξω κι ανακατωτά.
Γλεντήσανε με την ψυχή τους τα παλικάρια στο Αϊβαλί. Μάλιστα οι πιο τολμηροί επισκεφτήκανε και την κάμαρα της παστρικιάς, της Σούζης, που από τα χέρια της είχανε περάσει άντρες κάθε ηλικίας, νοικοκυραίοι και περαστικοί, κοτζαμπάσηδες και έμποροι, άμαθοι και γυναικάδες. Καθώς γύριζαν πιωμένοι στα σκοτεινά, μέσα στα πειράγματα και στα χωρατά, ο Σπύρος έχασε τον έλεγχο του αραμπά. Οι υπόλοιποι πρόλαβαν και πήδηξαν, όμως αυτός δεν ήθελε να αφήσει τα χαλινάρια, για να μην ξεφύγει ανεξέλεγκτος ο αραμπάς και πάθει ζημιά. Ήθελε να αναλάβει την ευθύνη απέναντι στον πατέρα του, ο οποίος φάνηκε να έχει αμφιβολίες για τις ικανότητές του.
Καθώς γύριζαν πιωμένοι στα σκοτεινά, μέσα στα πειράγματα και στα χωρατά, ο Σπύρος έχασε τον έλεγχο του αραμπά. Οι υπόλοιποι πρόλαβαν και πήδηξαν, όμως αυτός δεν ήθελε να αφήσει τα χαλινάρια, για να μην ξεφύγει ανεξέλεγκτος ο αραμπάς και πάθει ζημιά.
Τα υπόλοιπα παιδιά είχαν σηκωθεί όπως όπως από το ανώμαλο έδαφος κι άρχισαν να τρέχουν ξοπίσω του. Το μοναστήρι του Αγίου Νικολάου ξεχώριζε από ψηλά στην κορυφή του λόφου, βουβός μάρτυρας του κακού. Βρήκαν τον Σπύρο λίγα μέτρα παρακάτω, με το κεφάλι του να έχει βρει στην άκρη της μεγάλης γούρνας, που ήταν έξω από το χωριό τους και το άλογο να περιμένει ήρεμο με τον αραμπά λίγο παραπέρα. Τα χάσανε, ξεχύθηκαν από πάνω του φωνάζοντας το όνομά του και μέσα στην ταραχή τους τον σήκωσαν στα χέρια και τον κουβάλησαν σχεδόν τρέχοντας στο χωριό τους, μέχρι το σπίτι του γιατρού που ήταν στην πλατεία. Κανείς δεν ξέρει πώς θα εξελισσόταν η κατάσταση του Σπύρου, αλλά αυτή η άναρχη και βιαστική μεταφορά φάνηκε πως επιτάχυνε την εγκεφαλική του αιμορραγία.
Το παλικάρι έζησε, αλλά δεν περπάτησε και δεν μίλησε ποτέ ξανά. Κάτι άναρθρες κραυγές έβγαζε πότε πότε, όμως σαν να αισθανόταν πόσο μάταιη ήταν η προσπάθειά του και βυθιζόταν πάλι στη σιωπή. Φαρμακώθηκε η Γιαννούλα για την τύχη του παιδιού της. Μέσα σε λίγο διάστημα γκρίζαραν τα μαλλιά της και το κορμί της συρρικνώθηκε. Καταριόταν πότε κρυφά και πότε φανερά τους αίτιους που καταντήσανε έτσι τον Σπύρο της. Δεν τόλμησε να κατηγορήσει τον άντρα της, γιατί κι εκείνη του είχε ζητήσει να του δώσει τον αραμπά. Το είχε βρει πιο ασφαλές από το να διασχίζουν το πευκόδασος μες στην άγρια χειμωνιάτικη νύχτα.
Ο Ιγνάτης προσπαθούσε να διαχειριστεί τον πόνο που του έσκιζε τα σωθικά και ταυτόχρονα να στηρίξει τη γυναίκα του. Μόνο που εκείνη είχε υψώσει ένα τοίχος απροσπέλαστο μέσα στην καρδιά της. Τα βράδια γινόταν ένα κουβάρι στην άκρη του κρεβατιού τους με κλειδωμένο το κορμί, αφήνοντας τα δάκρυά της να ποτίζουν το μαξιλάρι. Τη μέρα έφερνε βόλτα το σπιτικό τους, έβαζε από νωρίς το τσουκάλι στη φωτιά και μετά έβγαινε στην αυλή να ποτίσει τον μπαξέ και να ταΐσει τις κότες. Σάμπως αυτά δεν έκανε και τον υπόλοιπο καιρό, πριν το κακό; Τον αργαλειό, μόνο αυτόν έχει παρατημένο, αλλά με τρία παιδιά πού να προλάβει η δόλια, σκεφτόταν ο Ιγνάτης, για να παρηγορήσει την ανημποριά του να σπάσει τη σιωπή της.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Ο Παναγής και η Πολυξένη Αφεντέλλη απολαμβάνουν τη ζωή στο Αϊβαλί ώσπου ο Α΄ Διωγμός του 1914 τους αναγκάζει να καταφύγουν στη Λέσβο. Όταν επιστρέφουν στην πατρίδα τους, πιστεύουν πως μπορούν να ξαναχτίσουν όσα έχασαν. Όμως οι πληγές του παρελθόντος παραμένουν ανοιχτές. Η μικρότερη κόρη τους, η Τριανταφυλλιώ, δίνει την καρδιά της σε έναν έρωτα που μοιάζει να αψηφά σύνορα, θρησκείες και προκαταλήψεις, λίγο πριν τα σκληρά γεγονότα του Β΄ Διωγμού του 1922. Την ίδια ώρα, η μεγαλύτερη κόρη, η Αθηνά, χάνεται μέσα στο χάος και τη φωτιά της Σμύρνης, αφήνοντας πίσω πόνο, ερωτήματα και ελπίδες. Θα καταφέρει η οικογένεια να ανταμώσει ξανά; Θα επουλωθούν οι πληγές της προσφυγιάς; Τι επιφυλάσσει η μοίρα στις γυναίκες της οικογένειας που καλούνται να παλέψουν με την αγάπη, την απώλεια και τη δύναμη της επιβίωσης; Από το Αϊβαλί και τη Σμύρνη έως τη Λέσβο ξεδιπλώνεται μια συγκλονιστική ιστορία για την κόλαση του ξεριζωμού, τον νόστο της επιστροφής στις αλύτρωτες πατρίδες και τις ρίζες που συνεχίζουν να ψιθυρίζουν τις ιστορίες τους στα νερά του Αιγαίου.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Γεωργία Ανδριώτου κατάγεται από τα Δάφια της Λέσβου. Είναι απόφοιτος του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης και εργάζεται ως δασκάλα στο Δημοτικό Σχολείο Δαφίων. Οι σπουδές της περιλαμβάνουν μετεκπαίδευση στο Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης «Δημήτρης Γληνός» του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και μεταπτυχιακές σπουδές στην Ειδική Αγωγή στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Έχει ζήσει αρκετά χρόνια στο Βέλγιο, όπου ασχολήθηκε με τη διδασκαλία της ελληνικής ως δεύτερης/ξένης γλώσσας σε τμήματα ενηλίκων. Έχει συνεργαστεί ως αρθρογράφος με τις ιστοσελίδες «Αναπνοές» και «e-Woman», τη δημοσιογραφική ιστοσελίδα «Kalloninews», καθώς και το περιοδικό «Καλλονιάτικα». Άρθρα της έχουν αναδημοσιευθεί και φιλοξενούνται σε πλήθος διαδικτυακών μέσων.
Το 2021 εκδόθηκε η πρώτη της συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Ψυχές και Χρώματα» από τις Εκδόσεις Νίκας, ενώ το 2025 κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Reprographics η στιχουργική συλλογή «Οδυσσέας χωρίς Ιθάκη», η οποία περιλαμβάνει μελοποιημένους στίχους της. Έργα της έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογικούς τόμους των Εκδόσεων Νίκας και της Ένωσης Λογοτεχνών Αιγαίου, της οποίας είναι ιδρυτικό μέλος και έχει διατελέσει αντιπρόεδρος. Τα διηγήματά της «Η λεκάνη» και «Το παπουτσάκι της Προσφυγιάς» έχουν διακριθεί με Α΄ και Β΄ Βραβείο αντίστοιχα σε πανελλήνιους διαγωνισμούς πεζογραφίας.






















