to proto vivlio 16

Δεκάξι Έλληνες συγγραφείς μιλούν για το πρώτο τους βιβλίο. Τους εκφράζει ακόμα; Τι θα έλεγαν στον νεότερο και άπειρο εαυτό τους με τη σοφία και την εμπειρία που διαθέτουν σήμερα; Ορισμένοι δεν τολμούν να «επιστρέψουν» στις πρώτες σελίδες που έγραψαν, ενώ άλλοι αναπολούν σε βάθος χρόνου τη γεμάτη ζήλο και τόλμη παρθενική τους εμφάνιση.

Επιμέλεια: Σόλωνας Παπαγεωργίου

Τατιάνα Αβέρωφ: «Σκάσε και προχώρα – και προσπάθησε να απολαύσεις το ταξίδι»

exofylla 15Έχουν περάσει 22 χρόνια από τότε που πρωτοεκδόθηκε το Ξέφωτο και 3 χρόνια επιπλέον από τη στιγμή που ξεκίνησε η γραφή του. Θυμάμαι σαν χτες την έξαψη, τον ενθουσιασμό, την αβεβαιότητα. Ένιωθα πως προχωρούσα στα τυφλά σ’ ένα συναρπαστικό ταξίδι όπου όλα ήταν ανοιχτά. Ανακάλυπτα τη δύναμη της γλώσσας, θαύμαζα που η επιλογή της μιας ή της άλλης λέξης, ή και της θέσης της μέσα στην πρόταση, μπορούσαν να αλλάξουν εντελώς την ατμόσφαιρα. Ο χρόνος, η ροή της αφήγησης, η σύνθεση, η έρευνα… Χρειάζεται σίγουρα τρομακτικό πείσμα και πίστη για να ολοκληρώσεις ένα πρώτο μυθιστόρημα. Και το χειρότερο: Σήμερα, έξι μυθιστορήματα αργότερα και μ’ ένα έβδομο στα τελειώματα, δεν είναι πιο εύκολα τα πράγματα. Όσο μαθαίνεις, τόσα περισσότερα έχεις να κατακτήσεις. Νομίζω λοιπόν πως η μόνη συμβουλή που μπορώ να δώσω στον εαυτό μου είναι: «Σκάσε και προχώρα – και προσπάθησε να απολαύσεις το ταξίδι».

Ομολογώ πως σπάνια ξανακοιτάζω τα μυθιστορήματά μου από τη στιγμή που εκδίδονται και φεύγουν από μένα. Νιώθω πως ό,τι έκανα έκανα, ενώ βρίσκομαι ήδη αλλού και δεν θέλω να στεναχωρηθώ ή να μπω στον πειρασμό να το ξαναγράψω. Ξαναδιαβάζοντας όμως το Ξέφωτο εν όψει μιας παρουσίασης πριν από λίγα χρόνια, μου φάνηκε πως είχα κάνει καλή δουλειά σε γενικές γραμμές. Σίγουρα θα το έγραφα αλλιώς σήμερα, θα επέβαλα περισσότερη «οικονομία» και θα σμίλευα το συναίσθημα ώστε να είναι πιο «ήσυχο». Χάρηκα όμως την αθωότητα της γραφής και τη συνθετική του δύναμη. Αν και το είχα καταχωρίσει στο μυαλό μου ως «πρωτόλειο», θεωρώ πως ακόμα με εκφράζει και ίσως δεν είναι τυχαίο πως, απ’ όλα μου τα μυθιστορήματα, είναι αυτό που αγαπήθηκε περισσότερο. Χαίρομαι ιδιαίτερα που σήμερα ξεκινάει μια καινούργια διαδρομή, χάρη στην πρόσφατη επανέκδοσή του από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, ενταγμένο στη νέα σειρά «Σύγχρονη Ελληνική βιβλιοθήκη: Μυθιστορήματα που συζητήθηκαν και αντέχουν στο χρόνο».

Κώστας Ακρίβος: «Αυτός ήταν ο λογοτεχνικός εαυτός μου εκείνη τη στιγμή, αυτή η γλώσσα που τον εξέφραζε» 

exofylla 13Ένας νέος άνθρωπος με το όνομα Αλέξιος πεθαίνει, αλλά, αντί για το μεταθανάτιο σκοτάδι, αντιλαμβάνεται με έκπληξη πως βρίσκεται σε μια διάσταση, όπου έχει τη δυνατότητα να παρακολουθήσει σε «οθόνη» όλη την επίγεια ζωή του σαν κινηματογραφική ταινία, με αυτόν τον ίδιο πρωταγωνιστή. Δώρο ή τιμωρία; Αυτό είναι το θέμα του πρώτου μου βιβλίου Η δοτική του χάους, που κυκλοφόρησε το 1993 από τις εκδόσεις Νέα Σύνορα-Λιβάνης. Ήμουν τότε τριάντα πέντε χρονών και, πιο πολύ από φόβο, είχα περιέργεια –λες και τώρα δεν έχω…– για το μετά. Κυρίως, όμως, ήταν η περίοδος που δεν είχα ακόμη ξεμεθύσει από τη μαγεία της γραφής και του ονειρικού κόσμου απ’ το Εκατό χρόνια μοναξιά, στοιχείο που το επισήμανε και η πρώτη κριτική που γράφτηκε για το βιβλίο από τον Παντελή Μπουκάλα.

Τόλμησα να ξαναπιάσω στα χέρια και να διαβάσω το βιβλίο αρκετά χρόνια αργότερα. Δεν ήταν τόσο από συγγραφική δειλία μήπως ανακαλύψω λάθη ή αστοχίες, όσο γιατί σκεφτόμουν μη τυχόν κι αυτή η λογοτεχνική επινόηση ανταποκρίνεται στη μεταφυσική αλήθεια: τι οδυνηρό να ξαναζείς χωρίς να ζεις όσα έχεις ζήσει· σισύφειο μαρτύριο.

Είναι γεγονός πως κάθε λογοτεχνική παρθενική εμφάνιση κρύβει γοητεία και χαρά. Αλλά, σκέφτομαι τώρα, δίπλα στην πρωτόγεννη αθωότητα συμβαδίζει και η δίδυμη αδερφή της, η απειρία. Δεν θα ’πρεπε, λόγου χάρη, να υποχωρήσει κι άλλο η φιλολογική ιδιότητα έναντι εκείνης του εκκολαπτόμενου μυθιστοριογράφου; Μήπως το κείμενο παραφορτώθηκε με υπερρεαλισμούς και ποιητικές εξάρσεις; Μήπως κάποιος άλλος τίτλος θα ήταν προτιμότερος; Μήπως αν… Μήπως δεν… Όμως, όχι. Αυτός ήταν ο λογοτεχνικός εαυτός μου εκείνη τη στιγμή, αυτή η γλώσσα που τον εξέφραζε, αυτή και η αγωνία που γέννησε το εν λόγω βιβλίο. Και όπως ένας γονιός αγαπάει εξίσου όλα τα παιδιά του, μα στην καρδιά του κρύβει ξεχωριστή συμπάθεια για κάποιο από αυτά, τα ίδια αισθήματα έχω και εγώ για το καβαφικό «Πρώτο βήμα» μου.

Βασίλης Γκουρογιάννης: «Πολύ καλά έκανες… νεότερε εαυτέ μου...»

exofylla 09Με απόλυτο σεβασμό προς την… ερώτηση, θα μπορούσα –ποιητική αδεία– να την αντιστρέψω προς τον ερωτώντα. Πόσο σάς εκφράζει σήμερα το… πρώτο σας παιδί; Θα με κατανοήσουν απολύτως όποιος έχει περισσότερα από ένα παιδιά (που εκ φύσεως είναι διαφορετικά το ένα από το άλλο) αλλά είναι παιδιά του και ως σώφρων γεννήτορας έχει επίγνωση των προτερημάτων και των ελαττωμάτων τους ή πιο σωστά της ευλογημένης διαφορετικότητας του καθενός. Προσωπικά έχω μια ανυπέρβλητη δυσκολία… τι να θεωρήσω ως πρώτο μου βιβλίο. Εκείνα τα… νόθα δωδεκάφυλλα τετράδια που έσερνα μαζί μου στο τρίχινο σακούλι του μικρού βοσκού στα βουνά της Πίνδου ή τα… νομιμοποιημένα πού έγραψα και εξέδωσα στην Αθήνα στη δεκαετία του 1980, εννοώ την ποιητική συλλογή Από φωτογραφία βουνού και Τις Διηγήσεις Παραφυσικών Φαινομένων; Μάλλον αυτά τα δύο είναι δίδυμα που γεννήθηκαν με… χρονοκαθυστέρηση μεταξύ τους αλλά είναι παιδιά μου και με εκφράζουν.

Πολύ καλά έκανες… νεότερε εαυτέ μου που με άγνοια κινδύνου βρέθηκες πολιορκητής μπροστά στα τείχη της καβαφικής Πόλης των Ιδεών! Μπροστά σε αυτό το σχεδόν απόρθητο μεσαιωνικό κάστρο της Τέχνης που το πολιορκούν μυριάδες ποιητές να το κατακτήσουν. Ο καθένας με τον τρόπο του. Άλλοι χτυπούν τις αμπαρωμένες πύλες με το κεφάλι τους και το... σπάνε, άλλοι ικετεύουν με γοερά κλάματα να τους ανοίξουν τις πύλες οι ήδη εισελθόντες φίλοι τους, άλλοι γραπώνονται με ματωμένα δάχτυλα από αθέατες προεξοχές και σκαρφαλώνουν, άλλοι –το μέγα πλήθος των πολιορκητών–, ανεβαίνουν σαν τους σαλίγκαρους με την ακλόνητη βεβαιότητα ότι το σάλιο τους δεν θα τους προδώσει και θα τους αρκέσει ως την κορυφή του τείχους. Από εκεί πλέον εύκολα πηδούν μέσα και γίνονται πολίτες της Πόλης των Ιδεών. Ποια ήταν η δική μου μέθοδος αναρρίχησης, θα το πουν οι φρουροί που ήταν στις επάλξεις.

Θεόδωρος Γρηγοριάδης: «Νοσταλγώ εκείνη την εποχή όταν ο “ιδανικός αναγνώστης” ήταν ο εαυτός μου»

exofylla 08Το πρώτο μου μυθιστόρημα, Οι κρυμμένοι άνθρωποι, εκδόθηκε το 1990. Άρχισα να το γράφω στη Θράκη, ήμουν διορισμένος καθηγητής αγγλικών σε απομακρυσμένα γυμνάσια. Το ολοκλήρωσα στην Αθήνα όταν πήρα μετάθεση αργότερα. Γράφτηκε με πάθος, ήταν ένα βιβλίο φυγής και μυστηρίου που εξακολουθεί να με συγκινεί ο αυθορμητισμός του και ο κόσμος του. Θα έλεγα ότι περισσότερο ανήκει στο είδος της «φανταστικής» πεζογραφίας. Γραφόταν χωρίς να υπάρχει στο μυαλό μου η προοπτική να εκδοθεί και αυτό του δίνει μια αίσθηση αθωότητας. Είμαι πολύ δεμένος με τους Κρυμμένους ανθρώπους· στην καινούργια μου συλλογή διηγήσεων, που θα κυκλοφορήσει την άνοιξη, υπάρχει μια πολυσέλιδη ιστορία, που ξεπηδάει μέσα από τον αινιγματικό του κόσμο.

Δεν διορθώνω τα παλιά μου κείμενα. Πρέπει να κουβαλάνε το στίγμα της εποχής που γράφτηκαν κι εκείνης στην οποία αναφέρονται. Αν μιλούσα με τον τριαντάχρονο εαυτό μου, θα του έλεγα ότι θα μπορούσε να είναι ακόμη πιο τολμηρός και να μην διστάζει να βουτήξει ακόμη πιο βαθιά στις στέρνες που... περιέγραφα στο βιβλίο. Μάλιστα είχα παραλείψει ένα ολόκληρο κεφάλαιο γιατί το «φοβήθηκα» και ευτυχώς, όταν επανεκδόθηκε, φρόντισα να το συμπεριλάβω. Πάντως νοσταλγώ εκείνη την εποχή όταν ο «ιδανικός αναγνώστης» ήταν ο εαυτός μου, ενώ το γραφείο μου έβλεπε το επιβλητικό θρακικό τοπίο. Έκτοτε προσπαθώ να γράφω πάντα με τη διάθεση του πρωτοεμφανιζόμενου και την εμπειρία ενός συγγραφέα πορείας.

Νίκος Δαββέτας: «Στον 23χρονο εαυτό μου θα του έλεγα πολύ απλά να χαλαρώσει και να διαβάζει λιγότερο!»

exofylla 07Το πρώτο μου βιβλίο ήταν ποιητικό. Κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1983 με τον αμήχανο τίτλο Οι εραστές της Όστριας, από τις εκδόσεις Πλέθρον, ενταγμένο τότε σε μια σειρά μικρού σχήματος, που επιμελείτο ο κριτικός Αλέξης Ζήρας. Συγκέντρωσα εκεί ποιήματα που είχα δημοσιεύσει στο γνωστό περιοδικό «Διαγώνιος», του Ντίνου Χριστιανόπουλου, μαζί με κάποια ανέκδοτα των φοιτητικών μου χρόνων. Αν και ο Ντίνος με είχε συμβουλεύσει να μην βιαστώ να βγάλω βιβλίο, εντούτοις το αποτόλμησα γιατί η συγκυρία ήταν ευνοϊκή. Υπήρχαν πολλοί αξιόλογοι νέοι που ξεκινούσαν τότε κι αυτοί το ταξίδι τους στα γράμματα και θέλησα να σταθώ δίπλα τους, να συγκροτήσουμε αυτό που ονομάστηκε αργότερα «γενιά του ’80». Περιέργως, από το υλικό που δημοσίευσα στην πρώτη μου συλλογή δεν θα άλλαζα ούτε κόμμα. Με εκφράζει ακόμη και σήμερα κατά τρόπο απόλυτο. Ίσως γιατί έχω πια στραφεί στην πεζογραφία και η «ματιά» μου είναι περισσότερο νοσταλγική παρά κριτική.

Η λογοτεχνία, όπως και η πολιτική, δεν γίνεται με συμβουλές. Ό,τι και να συμβουλεύσεις έναν φέρελπι λογοτέχνη, αν αυτός δεν κάνει τα δικά του σφάλματα, αν δεν φάει τις απορρίψεις με το κουτάλι, αν δεν αποτύχει σε κάποιο μικρό και νεανικό έργο, δεν θα επιτύχει αργότερα σε κάποιο μεγάλο. Εντούτοις στον 23χρονο εαυτό μου θα του έλεγα πολύ απλά να χαλαρώσει και να διαβάζει λιγότερο! Υπάρχουν σε αυτή τη μαγική ηλικία τόσοι πειρασμοί τριγύρω που είναι έγκλημα να μην ενδίδεις.

Μάρω Δούκα: «Εδώ και 48 ή και 50 χρόνια προσπαθώ και σκάβω και σκαλίζω και προχωρώ γράφοντας το ίδιο βιβλίο»

exofylla 061974. Πρώτο φθινόπωρο της μεταπολίτευσης εκδίδεται το πρώτο μου βιβλίο, γραμμένο δύο χρόνια πριν. Πρόκειται για μια συλλογή τριών εκτεταμένων διηγημάτων: «Η πηγάδα, Κάτι άνθρωποι, Κλιμακτήριος» με τον γενικό τίτλο Η πηγάδα. Πρέπει να πω ότι μ’ επαίνεσαν πολλοί τότε, εκτός από τον Ρίτσο και τον Τσίρκα, επαινετικοί ήταν και ο Δάλλας, ο Μαρωνίτης, ο Γ.Π. Σαββίδης, ο Νίκος Κάσδαγλης, η Άλκη Ζέη, η Διδώ Σωτηρίου, η Τατιάνα Μιλλιέξ. Αυτό, αλλά και η γενικότερη αποδοχή στο στενό πλαίσιο της νεοελληνικής λογοτεχνίας, μου έδωσε πολλή χαρά.

Όσο περνούσε ο καιρός κι όσο σκεφτόμουν τη δυνατότητά μου να γίνω συγγραφέας, ανακάλυπτα ότι τα θετικά του πρώτου μου βιβλίου ως προς τη σύμπλευση της πρωτοπρόσωπης με την τριτοπρόσωπη αφήγηση και ως προς τη μετωπική εμφάνιση ή όχι του συγγραφικού εγώ, πότε ακουμπώντας στο κρητικό γλωσσικό ιδίωμα, πότε στον καθημερινό λόγο και τη λογοτεχνική μας παράδοση, πότε βιωματικά, πότε επινοημένα, χωρίς να έχω ειδικές γνώσεις, μόνο την ανάγκη μου να διαβάζω πολύ και την ικανότητα να απορροφώ, να οικειοποιούμαι, ακόμη και να μιμούμαι, χωρίς να μπορεί κανείς να με κατηγορήσει για λογοκλοπή, θα μπορούσαν να αναδειχθούν ως ο βασικός αλλά και ο στέρεος οπλισμός μου.

Γι’ αυτό και πολλές φορές έχω πει ότι εδώ και 48 ή και 50 χρόνια προσπαθώ και σκάβω και σκαλίζω και προχωρώ γράφοντας το ίδιο βιβλίο, πάντα αλλιώς, υπακούοντας στις ανάγκες τις μυθοπλασίας και στα δεδομένα της κάθε εποχής και των εκάστοτε ηρώων μου αλλά και των βιολογικών αντοχών μου. Από βιβλίο σε βιβλίο με το βλέμμα συμπαθητικά στραμμένο στον άνθρωπο που πασχίζει θύμα και θύτης στης Ιστορίας τις θαλασσοταραχές. Και κάτι ακόμη: πάντα θυμάμαι μ’ ευγνωμοσύνη τη συμβουλή του Δημήτρη Δάλλα να προσέχω τις γλωσσικές χειραγωγήσεις τύπου Μέλπως Αξιώτη. Αλλά η Αξιώτη ήταν και παραμένει η αγαπημένη μου της γενιάς της.

Δήμητρα Κολλιάκου: «Μαθαίνει κανείς ευτυχώς και να σβήνει»

exofylla 05Το Μαγείο κυκλοφόρησε από το Βιβλιοπωλείο της Εστίας τις τελευταίες μέρες του 1999 και ακολούθησε δεύτερη ανατύπωση το 2001, μετά τη βράβευσή του με το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα Jim Wilson από το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου το 2000. Είχε προσεχθεί από κριτικούς και συγγραφείς και μου έδωσε τη δύναμη να συνεχίσω, ενώ είχα τότε ένα ακαδημαϊκό πόστο σε πανεπιστήμιο της Βρετανίας κι ήμουν μπλεγμένη με άλλα. Είναι το μόνο μου βιβλίο που βρίσκεται σήμερα εκτός κυκλοφορίας, αλλά συναντώ ακόμη αναγνώστες που το θυμούνται με αγάπη.

Πρόκειται για «μυθιστόρημα ενηλικίωσης» και η ενηλικίωση κρατάει πολύ, όπως μαρτυρούν τόσο η έκταση του βιβλίου, όσο και η εξιστόρηση σε δύο παράλληλους άξονες – ο ένας ρεαλιστικός και ο άλλος «μαγικός». Υπήρχε ήδη εδώ μια ευρύτερη θεματική που με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο με απασχόλησε και στη συνέχεια: το τραύμα και η απώλεια (ανθρώπων, πραγμάτων, εποχών), αλλά και η ανακάλυψη ή και επινόηση νέων δεσμών, τρόπων και προοπτικών.

Δεν ξέρω αν θα συμβούλευα τον νεότερο εαυτό μου να «κόψει» λίγο το μυθιστόρημα των 400 σελίδων, που ήταν το Μαγείο. Μαθαίνει κανείς ευτυχώς και να σβήνει, αλλά η δουλεμένη φόρμα, συνθήκη απολύτως αναγκαία, από μόνη της δεν επαρκεί. Η αμεσότητα εκείνης της γραφής, η αθωότητα της συγγραφέως και της ηρωίδας της δίνουν στο Μαγείο (χώρος και λέξη που είχα επινοήσει ως παιδί) μια αβίαστη χάρη, τουλάχιστον στα δικά μου μάτια. Αυτό που είχα κάνει εκεί ανυποψίαστη, τώρα μοχθώ να το πετύχω: Να είναι ο λόγος, οι χαρακτήρες και ο «τόπος» αληθινοί, και να μπορούν να υπερασπιστούν αυτοί οι ίδιοι, ανεξαρτήτως χρόνου, την αλήθεια τους.

Αύγουστος Κορτώ: «Τόσο ήξερα, τόσο μπορούσα»

exofylla 14Το Βιβλίο των βίτσιων κυκλοφόρησε το 1999, αλλά τα διηγήματα που το συνθέτουν γράφτηκαν το καλοκαίρι του ’97, όταν ήμουν δεκαοχτάρης, και ζούσα στον αστερισμό του Σαντ. Ως εκ τούτου, οι έξι ιστορίες περιστρέφονται γύρω απ’ τη σκληρότητα που στοιχειώνει την ερωτική επιθυμία, κι επιχειρούν, παράλληλα, μιαν αποστασιοποιημένη, φιλοσοφική μελέτη της σκληρότητας. Αυτές, τουλάχιστον, ήταν οι φιλοδοξίες μου – αλλά ως εφηβικό πρωτόλειο, το Βιβλίο των βίτσιων είναι γραμμένο με όλο το αδέξιο πάθος της νεότητας, και ο άμαθος συγγραφέας του συχνά παρασύρεται απ’ τη θεματολογία, κι επιδίδεται σε μια ακραία πορνογραφία της βίας. (Απολογούμαι για το τρίτο πρόσωπο: ο Πέτρος προ εικοσιπενταετίας κι ο σημερινός είναι δυο τελείως διαφορετικά πρόσωπα).

Ωστόσο, παρά τις πολλές αδυναμίες τους, τα πρώτα μου διηγήματα περιέχουν, εν σπέρματι, ορισμένες απ’ τις κατοπινές συγγραφικές μου εμμονές: την ανατομία της οδύνης, το αναπόδραστο πεπρωμένο του σώματος, την τρυφερότητα που ενίοτε ελλοχεύει στον πυρήνα της αγριότητας. Στα Βίτσια, επιπλέον, χρωστώ το λογοτεχνικό μου ψευδώνυμο: όταν εκδόθηκαν, ήμουν τριτοετής φοιτητής ιατρικής στο ΑΠΘ, μια βαθιά συντηρητική σχολή, και το τελευταίο που ήθελα ήταν να μάθουν οι καθηγητές μου ότι ο ευτραφής γενειοφόρος που μυρίζει τσιγαρίλα στα τρία μέτρα γράφει κάτι ανωμαλίες. Όπως και να ’χει, όταν σκέφτομαι το πρώτο μου βιβλίο, επιβάλλω στον εαυτό μου μια κάποια επιείκεια: τόσο ήξερα, τόσο μπορούσα.

Έλενα Μαρούτσου: «Δεν τα πήγαμε κι άσχημα»

exofylla 04Το πρώτο μου βιβλίο ήταν μια συλλογή από μικρά κείμενα με τον τίτλο Του ύψους και του βάθους, μικρές ιστορίες (1998, εκδ. Αλεξάνδρεια). Πολλά από τα μικρά αυτά κείμενα είχαν τη μορφή ποιήματος, άλλα θα τα κατέτασσε κανείς στην κατηγορία μπονζάι, ενώ δεν έλειπαν και μερικά που είχαν όλα τα χαρακτηριστικά ενός διηγήματος. Τρέφω μεγάλη αγάπη σε αυτό μου το βιβλίο, παρόλο που αναγνωρίζω τις αδυναμίες του. Τα κείμενα είναι άνισα. Κάποια ίσως σήμερα να μην τα περιλάμβανα στη συλλογή. Ωστόσο διαθέτουν όλα μια φρεσκάδα και μια ποιητικότητα, που δεν κρύβω ότι με συγκινεί όταν τα ξαναδιαβάζω, έστω κι αν διακρίνω ατέλειες σε κάποια από αυτά. Στην πρώτη μου λογοτεχνική αυτή απόπειρα μπορώ να διακρίνω εξάλλου στοιχεία που με συνόδευσαν αργότερα σε όλη μου την πορεία: τη ροπή προς το φανταστικό, τη συχνή χρήση της μεταφοράς, τη διακειμενικότητα, το ονειρικό στοιχείο, που στη συνέχεια, βέβαια, γειώθηκαν κι απέκτησαν ρίζες υπηρετώντας μεγαλύτερες σε έκταση φόρμες.

Δεν ξέρω αν θα είχα κάτι να συμβουλεύσω τον πρωτοεμφανιζόμενο τότε εαυτό μου. Ίσως να έχει υπομονή. Να μη βιαστεί να μοιράσει το χειρόγραφο (ναι, ήταν χειρόγραφο) με την ψυχή στο στόμα στους εκδοτικούς οίκους προτού φτάσει σε μια αρτιότερη και συνεκτικότερη μορφή. Όμως αυτό θα έμοιαζε με όλες εκείνες τις συμβουλές που θα θέλαμε να δώσουμε στον εαυτό μας όταν ήταν νέος: σύνεση, διαύγεια, οργάνωση, υπομονή, ενώ η μεγάλη δύναμη της νιότης (και μέσα στη νιότη τοποθετώ και τις πρώτες λογοτεχνικές απόπειρες) είναι η ορμή που προέρχεται από την απειρία, η πίστη πως έχουμε τον χρόνο με το μέρος μας, η αυθαίρετη, εν πολλοίς, και συγκινητική ελπίδα για τα μελλούμενα στα οποία οραματιζόμασταν τον εαυτό μας πρωταγωνιστή. Αν μπορούσα να μιλήσω στον νεότερο εαυτό μου, δεν θα του έδινα καμία συμβουλή. Θα τον χτυπούσα φιλικά στην πλάτη και θα χαμογελούσα. Εξάλλου, δεν τα πήγαμε κι άσχημα.

Αμάντα Μιχαλοπούλου: «Με κάθε νέο βιβλίο αρχίζουμε από την αρχή»

exofylla 16Το πρώτο μυθιστόρημα έχει έναν αλάθητο τρόπο να σου ζητάει και να σου προσφέρει τόσα πολλά – ενέργεια, την σχεδόν ερωτική έξαψη της επινόησης, των συνδέσεων, της αφηγηματικής αλληλουχίας. Είναι το τρενάκι του πιο καθηλωτικού τρόμου. Το Γιάντες μετέτρεψε τη ζωή μου σε αυτό που ο Κορτάσαρ ονομάζει «ανοιχτό παιχνίδι» περιγράφοντας τη μεγάλη έκταση της γραφής και της θεματικής που προσφέρει το μυθιστόρημα. Είναι στέπα, είναι λιβάδι, είναι θάλασσα; Είναι όλα μαζί.

Το Γιάντες, που η ερώτησή σας με ανάγκασε να ξανανοίξω και να φυλλομετρήσω, είναι σαν μια νεανική φωτογραφία που την κοιτάμε με άγρια νοσταλγία και αρρωστημένη περιέργεια. Δεν αναγνωρίζουμε απαραίτητα τα ρούχα, το ύφος, αλλά διακρίνουμε την πρόθεση. Η ωμή φιλοδοξία της αφήγησης, η σεχραζατική ψύχωση να κρατήσεις άγρυπνο τον αναγνώστη και την αναγνώστρια βρίσκεται στην καρδιά εκείνου του βιβλίου. Ο πατέρας που πλέκει μια γλωσσολογική θεωρία με τις βελόνες του πλεξίματος, η νοικοκυρά που διατηρεί τα φαγητά της σε φορμόλη, το χταπόδι που γίνεται σελιδοδείκτης – αναρωτιέμαι πώς δούλευε το μυαλό μου πριν από 25 χρόνια.

Τίποτα δεν θα είχα να συμβουλέψω τον νεότερο εαυτό μου, απεναντίας θα ήθελα να του ζητήσω να με συμβουλεύσει εκείνος πώς συνεχίζουμε να γράφουμε όταν νιώθουμε απαρηγόρητοι και χτυπημένοι από τη ζωή. Θα μου άρεσε να σκύψει από πάνω μου εκείνη η παλιά ανίδεη Αμάντα και να μου πει αυτό που κατά βάθος ξέρω, ότι με κάθε νέο βιβλίο αρχίζουμε από την αρχή.

Σοφία Νικολαΐδου: «Η λογοτεχνία αξίζει όλα τα ρίσκα του κόσμου και αλλάζει τα μυαλά των ανθρώπων»

exofylla 03Το πρώτο μου βιβλίο ήταν η Ξανθιά πατημένη το 1997. Είκοσι πέντε χρόνια πέρασαν, τώρα τα μετράω για πρώτη φορά. Ήταν μια συλλογή με μικροαφηγήσεις – δεν ήξερα τον όρο τότε, έλεγα μικρές ιστορίες. Είχαν γραφεί σε μεγάλο προσωπικό ζόρι, είχε γυρίσει ο κόσμος μου ανάποδα. Θυμάμαι, μου είχε τηλεφωνήσει ο ποιητής Γιάννης Κοντός στη δουλειά, στο ιδιωτικό σχολείο που δίδασκα φιλολογικά. Με κάλεσαν στο γραφείο των καθηγητών, ο Κοντός είπε στο τηλέφωνο «το βγάζουμε σε δυο μήνες» κι εγώ επέστρεψα στην τάξη με ένα χαμόγελο ως τα αυτιά. Τότε γνώρισα και την επιμελήτριά μου, την Ελένη Μπούρα, τον άνθρωπο που στάθηκε πλάι μου σε όλα μου τα βιβλία.

Η Ξανθιά πατημένη είναι, για μένα, μια φωτογραφία της στιγμής. Απεικονίζει το πώς ήμουν τότε, πώς έβλεπα τον κόσμο, πώς ανέπνεα στις φράσεις, τι λέξεις αγκίστρωναν τις σκέψεις μου. Την έχω στην καρδιά μου, γιατί είναι το βιβλίο που με έκανε συγγραφέα. Από τότε διήνυσα αρκετά χιλιόμετρα. Έζησα πράγματα που φανταζόμουν κι άλλα που δεν τα φανταζόμουν, έγραψα κι άλλα βιβλία, πέταξα κείμενα, άλλαξα ιδέες και όψη – ακόμη αλλάζω. Όμως η Ξανθιά (όπως την λέω μέσα μου) είναι για μένα εκείνο το κορίτσι με το γιαταγάνι πάνω απ’ το κεφάλι του, που πίστευε πως η λογοτεχνία αξίζει όλα τα ρίσκα του κόσμου και αλλάζει τα μυαλά των ανθρώπων. Κάτι που το πιστεύω ακόμη, κι ας έχουν μεσολαβήσει στραπάτσα και διαψεύσεις.

Κι επειδή δεν μου αρέσουν οι συμβουλές, είμαι πολύ επιφυλακτική στο να δίνω. Θα την κοιτούσα λοιπόν εκείνη την κοπέλα με τα μακριά μαύρα μαλλιά που ήμουν τότε και μάλλον δε θα της έλεγα τίποτα. Θα την άφηνα να τα ζήσει όλα από την αρχή, τις μεγάλες χαρές, τις στενοχώριες, τις αγωνίες. Κι όταν θα μου ψιθύριζε τα όνειρά της, θα χαμογελούσα. Και δε θα της έλεγα τίποτα.

Αλέξης Πανσέληνος: «Η πεζογραφία χρειάζεται χρόνο και δουλειά»

exofylla 02Το πρώτο μου βιβλίο ήταν η συλλογή διηγημάτων Ιστορίες με σκύλους και εκδόθηκε στα τέλη του 1982 από τον Κέδρο. Την εποχή εκείνη ήδη έγραφα τη Μεγάλη Πομπή (Κέδρος, 1985) αλλά δεν ήθελα να εμφανιστώ αμέσως με το μυθιστόρημα που ήταν ένα σύνθετο οικοδόμημα με πολλαπλά επίπεδα, δοκιμάζοντας πρώτα «τη θερμοκρασία του νερού» με τις συντομότερες εκείνες ιστορίες, που γράφτηκαν σχεδόν επί τούτου. Ήμουν ιδιαίτερα προσεκτικός και ήθελα εξάπαντος η πρώτη μου εμφάνιση να πληροί τους όρους της ποιότητας που τα διαβάσματα είχαν θέσει στον συγγραφικό μου εαυτό. Το γεγονός πως σήμερα δεν θα έγραφα έτσι δεν σημαίνει ότι σε μια επανέκδοση του βιβλίου θα άλλαζα πολλά. Τα βιβλία έχουν τη φυσιογνωμία του συγγραφέα σε μια συγκεκριμένη εποχή και ηλικία και αυτό δεν έχει νόημα να αλλάζει αργότερα. Οι Ιστορίες με σκύλους εκφράζουν τον συγγραφέα και τον άνθρωπο που ήμουν πριν σαράντα χρόνια. Εν μέρει φυσικά. Γιατί το βιβλίο που τις ακολούθησε ήταν αρκετά διαφορετικό.

Πιστεύω πως ο πεζογράφος πρέπει να περιμένει την ωριμότητα της ηλικίας για να εκδώσει. Η πεζογραφία πέρα από την έμπνευση και την ορμή χρειάζεται την αποστασιοποίηση από τα πρόσωπα και τα πράγματα της ιστορίας μας, επειδή η συνθήκη της είναι διαφορετική από εκείνη της ποίησης και απαιτεί κυρίως την ικανότητα να πείθει απολύτως. Η πεζογραφία χρειάζεται χρόνο. Χρόνο για την οργάνωση, χρόνο για την ωρίμανση, χρόνο για την επιμέλεια της συνέπειας προσώπων και πραγμάτων και χρόνο για την επιμέλεια ύφους και γλώσσας. Το πεζογράφημα είναι ένα περίπλοκο οικοδόμημα που θέλει αντοχή και προσοχή. Δεν μπορείς να βιαστείς και δεν πρέπει να κουράζεσαι εύκολα. Η έμπνευση είναι η αρχή, η ιδέα και ο σκελετός μιας αφήγησης. Η συνέχεια απαιτεί ιδρώτα και σκληρή δουλειά, αυστηρή αυτοκριτική και ανελέητη επιμονή στη λεπτομέρεια.

Χίλντα Παπαδημητρίου: «Ως late bloomer που είμαι, είχα πολύ χρόνο να σχεδιάσω ασυνείδητα μια περιπέτεια»

exofylla 11Ξεκίνησα να γράφω το Για μια χούφτα βινύλια το 2008, σαν παιχνίδι περισσότερο παρά επειδή πίστευα ότι θα τέλειωνα ένα κανονικό βιβλίο. Ούτε ήξερα αν θα το εξέδιδε κάποιος εκδότης, πόσο μάλλον αν θα άρεσε στο κοινό. Αυτή η «αθωότητα» και η άγνοια κινδύνου έκαναν τη γραφή μια διασκεδαστική διαδικασία, κάτι που δεν συνέβη στα επόμενα βιβλία, στα οποία ένιωθα ότι έπρεπε να ανταποκριθώ στις προσδοκίες των αναγνωστών. Η κυκλοφορία του βιβλίου, τον Μάιο του 2011, συνέπεσε με την ομαδική επιστροφή των μουσικόφιλων στο βινύλιο ως πιο απολαυστικό μέσο μουσικής ακρόασης. Όσα από τα λίγα δισκάδικα είχαν απομείνει άρχισαν να γεμίζουν ξανά από πελάτες, και το βινύλιο έγινε κάτι σαν status symbol των φανατικών μουσικόφιλων. Πολύς κόσμος αγόρασε το πρωτόλειό μου λόγω τίτλου, χωρίς ίσως να αντιληφθεί ότι ήταν ένα κλείσιμο του ματιού στην άλλη μου αγάπη, τα γουέστερν σπαγγέτι, και την ταινία Για μια Χούφτα Δολάρια του σπουδαίου Σέρτζιο Λεόνε.

Δεν περίμενα την εμπορική επιτυχία που είχε το πρώτο μου βιβλίο, όπως και το ότι οι αναγνώστες αγάπησαν τον αδέξιο και ντροπαλό ήρωά μου, τον αστυνόμο Χάρη Νικολόπουλο. Ο Χάρης είχε κερδίσει νωρίτερα εμένα, διότι ενώ τον σκεφτόμουν σαν δευτερεύοντα χαρακτήρα, τελικά διαγκώνισε τους πιο cool ήρωες του βιβλίου και βγήκε σε πρώτο πλάνο.

Αν μπορούσα σήμερα να δώσω συμβουλές στον νεότερο εαυτό μου, θα του έλεγα να προσέξει περισσότερο τη γλώσσα, να αποφύγει κάποιες επαναλήψεις, να δέσει πιο αποτελεσματικά την πλοκή. Συνειδητοποιώ όμως ότι ακριβώς αυτή η «αθωότητα» της συγγραφέως και του ήρωα κέρδισαν τους αναγνώστες, οπότε καλύτερα να μη με ακούσει ο νεότερος εαυτός μου. Και με εκφράζει ακόμα αυτή η ιστορία των φόνων με αφορμή το φετίχ του βινυλίου, ίσως επειδή, ως late bloomer που είμαι, είχα πολύ χρόνο να σχεδιάσω ασυνείδητα μια περιπέτεια στα γνωστά δρομάκια των Εξαρχείων, αλλά και μια «ελεγεία» για μια εποχή που πέρασε ανεπιστρεπτί.

Βαγγέλης Ραπτόπουλος: «Το πρώτο βιβλίο ενός δημιουργού περιέχει εν σπέρματι όλα όσα πρόκειται να ακολουθήσουν»

exofylla 17Έκανα το ντεμπούτο μου είκοσι ετών με τα Κομματάκια, ένα σπονδυλωτό αφήγημα ή, αλλιώς, μια συλλογή με δεκατρία αλληλένδετα διηγήματα. Στο ομώνυμο διήγημα, το τρένο μιας κινηματογραφικής ταινίας κάνει κομματάκια τον αφηγητή, ο οποίος έχει δεθεί πάνω στις ράγες, παίρνοντας τη θέση του ηθοποιού-πρωταγωνιστή, προκειμένου να συγκινήσει την κοπέλα και τους φίλους του. Σε μια άλλη ιστορία, ένα ερωτευμένο ζευγαράκι κόβει βόλτες με μάσκες και βατραχοπέδιλα σε μια βυθισμένη Αθήνα. Όπως γράφει και στο οπισθόφυλλο: «Kομματάκια από τη ζωή ενός εφήβου. Aληθινά όσο κι ένα ντοκιμαντέρ, τρελά σαν κινούμενα σχέδια». Στα Κομματάκια συνυπάρχουν όντως ο ρεαλισμός με τη λογοτεχνία του φανταστικού. Πράγμα που έμελλε να ισχύσει αργότερα και για άλλα γραπτά μου. Καλά λένε ότι το πρώτο βιβλίο ενός δημιουργού περιέχει εν σπέρματι όλα όσα πρόκειται να ακολουθήσουν. Επίσης, το ολιγοσέλιδο αυτό βιβλίο θεωρήθηκε αντιπροσωπευτικό ενός ευρύτερου, συλλογικού πνεύματος. «Εκφράζει απόλυτα τη γενιά του και την εποχή του», έγραψε χαρακτηριστικά ο ποιητής Γιώργος Μαρκόπουλος. Στα χρόνια που μεσολάβησαν έκτοτε, ανάλογα εύσημα θα αποδίδονταν από τους κριτικούς σε διάφορα έργα μου.

Η συμβουλή που θα έδινα σήμερα στον νεότερο εαυτό μου είναι να μη δίνει βάση σε συμβουλές, αφού κάθε συγγραφέας που αξίζει έστω και λίγο χαράζει τον δικό του δρόμο στην Τέχνη. Με άλλα λόγια, είναι άσκοπο να παροτρύνεις έναν αληθινό δημιουργό προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Συνήθως και ο ίδιος βλέπει τον εαυτό του να ακολουθεί τη μάλλον προδιαγεγραμμένη πορεία του, νιώθοντας παντελώς ανήμπορος να επέμβει και να την αλλάξει.

Ανδρέας Στάικος: « Είχα κυριευτεί από ακατανίκητη βιασύνη και ανυπομονησία»

exofylla 18Το πρώτο μου βιβλίο (Αισχροτάτη Εριέττα, 1978), και υποθέτω το πρώτο βιβλίο του όποιου συγγραφέα, κατά κάποιον τρόπο, παραδόξως, ήταν ένα είδος διαθήκης, σα να ήταν το τέλος και όχι το ξεκίνημα της συγγραφικής μου σταδιοδρομίας. Μια διαθήκη, εκ των υστέρων το αντιλήφθηκα, στην οποία περιέχονταν όλα, όσα θα με απασχολούσαν στα μελλοντικά μου βιβλία. Είχα κυριευτεί από μια ακατανίκητη βιασύνη και ανυπομονησία. Να προλάβω να εκθέσω τα άπαντα της ψυχής μου. Ξαναδιαβάζοντας έπειτα από κάποιες δεκαετίες το πρώτο μου βιβλίο, αντιλήφθηκα πως περιείχε εν σπέρματι, όσα εμμονικά θα με απασχολούσαν και θα στοίχειωναν τα επόμενα έργα μου. Θα μπορούσα μάλιστα να προσθέσω πως στο πρώτο μου βιβλίο διέκρινα μια ορμή, μια τόλμη, μια άγνοια κινδύνου που δύσκολα θα συναντούσα ξανά στα μελλοντικά μου βιβλία.

Έπειτα από τη συγγραφή και την έκδοση μιας εικοσάδας βιβλίων, κατέληξα στο συμπέρασμα πως έγραψα ένα και μοναδικό βιβλίο, το πρώτο βιβλίο. Τα επόμενα βιβλία μου, όλα τα βιβλία μου ήταν παραλλαγές του ίδιου, πρώτου βιβλίου. Παραλλαγή του ίδιου, κεντρικού και μοναδικού θέματος. Τα είκοσι βιβλία ήταν οι παραλλαγές, αναπτύξεις και εμβαθύνσεις του πρώτου βιβλίου.

Δεν θα έδινα καμία συμβουλή στον συγγραφικό εαυτό μου, διότι ήμουν συνεπής και πιστός στη μια και μοναδική κεντρική ιδέα, που με στοιχειώνει και εξακολουθεί να με στοιχειώνει. Θα ευχόμουν μόνο το αδύνατο: να ξαναζούσα λογοτεχνικά με την αθώα ορμή και την άγνοια κινδύνου της φευγάτης νεότητας.

Μισέλ Φάις: «Από τότε αποζητούσα τη συμμετοχή και την συνέργεια του αναγνώστη»

exofylla 01Το πρώτο βιβλίο ενός συγγραφέα είναι το πρώτο βλέμμα του στην παράλληλη επινοημένη ζωή του, η οποία συχνά εμψυχώνει αλλά και υπονομεύει ή εκτρέπει τη βιωμένη και βιωματική. Είτε λοιπόν είναι άστοχο, είτε εύστοχο, είτε αδιάφορο το πρώτο βιβλίο καθορίζει δια βίου τον συγγραφέα (ακόμη κι αν το αποκηρύξει).

Όσον με αφορά το πρώτο μου πεζογραφικό βιβλίο (Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου, Καστανιώτης, 1994/ αναθεωρημένη και εμπλουτισμένη 4η έκδοση Πατάκης, 2005) το έγραφα σχεδόν μια δεκαετία. Αναρωτιέμαι τι γύρευε ένας 37χρονος με το πρωτόλειό του σε μια βιβλιαγορά την εποχή εκείνη, όπου έκαναν θραύση συγγραφείς που είχαν εμφανιστεί από τα είκοσί τους και είχαν δημιουργήσει ήδη ένα ευπώλητο έργο και όνομα;

Ευτυχώς δεν πήγαν και τόσο άσχημα τα πράγματα για τον εκ Κιουμουρτζίνας μεσόκοπο Εβραίο. Το πρόσεξαν κάποια σημαντικά πρόσωπα. Έγραψαν θερμά γι’ αυτό ο Παναγιώτης Κονδύλης, ο Μαρκ Μαζάουερ, ο Αλέξανδρος Νεχαμάς, ο Πάνος Μουλλάς, ο Δημήτρης Τζιόβας, ο Σπύρος Τσακνιάς, ο Κωστής Παπαγιώργης, ο Δημοσθένης Κούρτοβικ, ο Βασίλης Λαμπρόπουλος, ο Βρασίδας Καραλής, ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, ο Παντελής Μπουκάλας, ο Βασίλης Παπαβασιλείου, η Τζένη Μαστοράκη, ο Χρόνης Μπότσογλου, κ.ά. Παράλληλα, μεταφράστηκε στα γαλλικά και στα ρουμάνικα (και αποσπάσματα του σε αρκετές γλώσσες), ενώ μεταφέρθηκε στο θέατρο από τον Θοδωρή Γκόνη και εκπονήθηκαν αρκετές ακαδημαϊκές εργασίες ή κριτικές μελέτες με αφορμή αυτό (ενδεικτικά αναφέρω τον Βέλγο νεοελληνιστή Bart Soethaert και τον φιλόλογο Ηλία Γιούρη).

Σήμερα, σχεδόν τριάντα χρόνια μετά, διαπιστώνω ότι κάποια μοτίβα μένουν σταθερά (αν και μεταμορφωμένα ή μετατοπισμένα). Τα μνημονεύω επί τροχάδην: το οικογενειακό, ερωτικό και ιστορικό σφαγείο· η θραυσματική θέαση του κόσμου και του εαυτού· η υβριδική αφήγηση, όπου η αυτομυθοπλασία και η αυτοβιογραφία διαθλώνται στο θέατρο, στον στοχασμό, στην ποίηση, στο ημερολόγιο, στο τεκμήριο, στον στοχασμό, στην περιπλάνηση· η μέριμνα για την παρτιτούρα της αφήγησης και η άντληση από λεκτικά φορτία διαφόρων εποχών ή χώρων.

Από τότε ισοζύγιζα την περιπέτεια της αφήγησης και την αφηγηματική περιπέτεια, εξού και χαρακτηρίστηκα δύσβατος συγγραφέας. Αναμενόμενο. Από τότε αποζητούσα τη συμμετοχή και την συνέργεια του αναγνώστη. Εντέλει προκαλείς αυτά που σου συμβαίνουν. Ειδικά όταν δεν αντλείς από τη δεξαμενή της αγοράς, της επικαιρότητας, της Αριστεράς, του ευσεβισμού, της παράδοσης, αλλά αρδεύεις κυρίως από τη δεξαμενή της λογοτεχνίας και των φαντασμάτων σου.

* Ο ΣΟΛΩΝΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι φοιτητής Φαρμακευτικής. Αρθρογραφεί και γράφει πεζογραφία.

 

Ακολουθήστε την boopress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

5 λεπτά με την Κωνσταντίνα Γιαχαλή

5 λεπτά με την Κωνσταντίνα Γιαχαλή

Πέντε λεπτά με μία συγγραφέα. Σήμερα η Κωνσταντίνα Γιαχαλή, με αφορμή το μυθιστόρημά της «Ποτέ δεν ξέρεις», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός.

Επιμέλεια: Book Press

Βρισκόμαστε στα ανέμελα χρόνια του 2004, όταν η Ελλάδα «νικούσε». Τι σημαίν...

Παντελής Μπουκάλας: «Η μαρτυρία τους είναι μαρτυρία της νοοτροπίας των προγόνων μας»

Παντελής Μπουκάλας: «Η μαρτυρία τους είναι μαρτυρία της νοοτροπίας των προγόνων μας»

Μια συνομιλία με τον Παντελή Μπουκάλα για τη δημώδη ποίηση, την πρόσληψή της από τους μεταγενέστερους ποιητές και την ένταξή της στις πηγές ιστορικής πληροφορίας, με αφορμή την κυκλοφορία του τέταρτου τόμου της σειράς «Πιάνω γραφή να γράψω... Δοκίμια για το Δημοτικό Τραγούδι»: «Ο έρως και το έθνος. Οι φυλές, οι θρησ...

Νίκος Σιδέρης: «Χρειάζεται συναισθηματική ευθύνη» – Με αφορμή το «Πώς το παιδί μαθαίνει να ζητά λαμβάνοντας υπόψη και τον άλλον»

Νίκος Σιδέρης: «Χρειάζεται συναισθηματική ευθύνη» – Με αφορμή το «Πώς το παιδί μαθαίνει να ζητά λαμβάνοντας υπόψη και τον άλλον»

Από την ωμή ναρκισσιστική απαίτηση στο έντεχνο αίτημα: «Πώς το παιδί μαθαίνει να ζητά λαβαίνοντας υπόψη και τον άλλον». Μια συζήτηση με τον ψυχίατρο - ψυχαναλυτή Νίκο Σιδέρη με αφορμή το τελευταίο βιβλίο του που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός.

Της Ελένης Κορόβηλα

...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Θα χρειαστείτε ένα λεξικό και καλή επαφή με την πραγματικότητα»: οι δέκα συγγραφικές συμβουλές της Μάργκαρετ Άτγουντ

«Θα χρειαστείτε ένα λεξικό και καλή επαφή με την πραγματικότητα»: οι δέκα συγγραφικές συμβουλές της Μάργκαρετ Άτγουντ

Η Margaret Atwood είναι Καναδή συγγραφέας και ποιήτρια, ευρέως γνωστή για το μελλοντολογικό μυθιστόρημά της «Η ιστορία της θεραπαινίδας», το οποίο εκτυλίσσεται σε μια δυστοπική, πατριαρχική κοινωνία όπου οι γυναίκες έχουν χάσει τα περισσότερα δικαιώματά τους. Τόσο με το λογοτεχνικό της έργο, όσο και με τα δοκίμια, τ...

«Αλλά ρύσαι ημάς από του Πονηρού» του Σαντιάγο Ρονκαλιόλο (κριτική)

«Αλλά ρύσαι ημάς από του Πονηρού» του Σαντιάγο Ρονκαλιόλο (κριτική)

Για το μυθιστόρημα του Santiago Roncagliolo «Αλλά ρύσαι ημάς από του Πονηρού» (μτφρ. Κώστας Αθανασίου, εκδ. Καστανιώτη).

Του Διονύση Μαρίνου

Το 2021, έπειτα από τρία χρόνια εργώδους προσπάθειας και αναγκαίας κατάδυσης στο σκότος, η περιβ...

Τα Χανιά τίμησαν τη Μάρω Δούκα

Τα Χανιά τίμησαν τη Μάρω Δούκα

Σε μια σεμνή μα συγκινησιακά φορτισμένη εκδήλωση, ο Δήμος Χανίων τίμησε τη Χανιώτισσα συγγραφέα, Μάρω Δούκα, για την προσφορά της στις Τέχνες, τα Γράμματα και την ανάδειξη της Ιστορίας του τόπου. Στη φωτογραφία, ο Δήμαρχος Χανίων Παναγιώτης Σημανδηράκης καθώς αποδίδει το μετάλλιο της πόλης στη συγγραφέα.

...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Άλμπατρος» της Αν Κλιβς (προδημοσίευση)

«Άλμπατρος» της Αν Κλιβς (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Ann Cleeves «Άλμπατρος» (μτφρ. Παλμύρα Ισμυρίδου), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 4 Ιουλίου από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Κεφάλαιο 3

...
«Το μόνο της ζωής τους ταξίδι» του Ηλία Μαγκλίνη (προδημοσίευση)

«Το μόνο της ζωής τους ταξίδι» του Ηλία Μαγκλίνη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το αυτοβιογραφικό αφήγημα του Ηλία Μαγκλίνη «Το μόνο της ζωής τους ταξίδι – Μικρά Ασία. Οδοιπορικό σε πόλεμο και σε ειρήνη», που θα κυκλοφορήσει στις 23 Ιουνίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Άκουσέ με.

Σε όλη μας τη ...

«Το φυλαχτό» των Στίβεν Κινγκ & Πίτερ Στράουµπ (προδημοσίευση)

«Το φυλαχτό» των Στίβεν Κινγκ & Πίτερ Στράουµπ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα των Stephen King & Peter Straub «Το φυλαχτό» (μτφρ. Μιχάλης Μακρόπουλος), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 8 Ιουνίου από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

2

...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Εννιά αστυνομικά που ξεχωρίζουν αυτό το καλοκαίρι

Εννιά αστυνομικά που ξεχωρίζουν αυτό το καλοκαίρι

Από την πληθώρα των νέων εκδόσεων μεταφρασμένων αστυνομικών βιβλίων ξεχωρίσαμε εννέα. Σας τα παρουσιάζουμε. 

Της Χίλντας Παπαδημητρίου

Μήπως το κατασκοπικό εξελίσσεται στο νέο συναρπαστικό θρίλερ; Εννέα –κλασικά και σύγχρονα– αστυνομικά μυθιστορήμ...

31+1 βιβλία πολιτικής, Ιστορίας & ιδεών: Για το καλοκαίρι και για κάθε εποχή

31+1 βιβλία πολιτικής, Ιστορίας & ιδεών: Για το καλοκαίρι και για κάθε εποχή

Επιλογή 31 βιβλίων non fiction, τα οποία κυκλοφόρησαν τους προηγούμενους μήνες: Ιστορία, φιλοσοφία, πολιτική και διανόηση, έμφυλη βία και δικαιώματα και, βέβαια, Μικρασιατική Καταστροφή. Και στο τέλος, μια ιδιαίτερη πρόταση μεταφρασμένης λογοτεχνίας.

Του Γιώργου Σιακαντάρη

...
Ανακαλύπτοντας τη σπουδαία μαύρη λογοτεχνία: 31 βιβλία που κυκλοφορούν στη χώρα μας

Ανακαλύπτοντας τη σπουδαία μαύρη λογοτεχνία: 31 βιβλία που κυκλοφορούν στη χώρα μας

To 2021 ήταν η χρονιά της μαύρης λογοτεχνίας. Το βραβείο Νόμπελ αλλά και το γαλλικό Γκονκούρ απονεμήθηκαν σε συγγραφείς που γεννήθηκαν στην Αφρική αλλά βρήκαν φωνή στις χώρες που μετανάστευσαν. Τα βραβεία επισφράγισαν μια ευρύτερη αύξηση του ενδιαφέροντος για έργα μαύρων συγγραφέων, κυρίως Αμερικανών, που τους ανακα...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

14 Σεπτεμβρίου 2021 ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Τα βιβλία του χειμώνα: Τι θα διαβάσουμε τους μήνες που έρχονται (ανανεωμένο)

Επιλογές βιβλίων από τις προσεχείς εκδόσεις ελληνικής και μεταφρασμένης πεζογραφίας, ποίησης, βιογραφιών και δοκιμίων από 34 εκδοτικούς οίκους. Επιμέλεια: Κώστας Αγορα

ΦΑΚΕΛΟΙ