
Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη συλλογή διηγημάτων του Σέρινταν Λε Φανού (Sheridan Le Fanu) «Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» (ανθολόγηση, μτφρ., εισαγωγικό σημείωμα: Γιώργος Θάνος, επιμέλεια: Γιάννης Μπαρτσώκας), η οποία θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Printa.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Πρόλογος
Υπάρχουν δύο πράγματα, πολύ συγκεκριμένα, για τα οποία νιώθουμε ευγνώμονες, όταν βλέπουμε τη χρονιά να οδεύει προς το τέλος της, και το σούρουπο να πέφτει όλο και νωρίτερα κάθε μέρα. Το πρώτο: πως δεν έχουμε δει ποτέ μας φάντασμα οι ίδιοι· το δεύτερο: πως κάποιοι άλλοι έχουνε δει. Ο κόσμος δεν συνειδητοποιεί πόσα χρωστά σε όσους έχουνε μάτια για το αόρατο. Οι ατέλειωτες νύχτες κάνουν τον χειμώνα να κυλά αργά και βασανιστικά, κι αν δεν υπήρχαν ιστορίες φαντασμάτων, οι ατέλειωτες αυτές νύχτες θα κυλούσαν ακόμα πιο αργά. Καθόλου δεν ζηλεύουμε την ιδιοσυγκρασία όποιου μπορεί να περάσει τον Δεκέμβρη του χωρίς άλλη ανατριχίλα από το ρίγος του κρύου. Δεν τρέφουμε ιδιαίτερη συμπάθεια για τους ανθρώπους των οποίων οι κουβέντες, όταν συμμαζεύουνε τις καρέκλες τους δίπλα σ’ ένα γεμάτο θαλπωρή τζάκι, δεν στρέφονται ενστικτωδώς σε σπίτια στοιχειωμένα, εφιάλτες και θανάσιμα σημάδια. Για εμάς, οι σιδεριές του τζακιού φέρνουν στο νου, αναμφίβολα, τα πλευρά ενός σκελετού· και καθώς παρακολουθούμε τον ισχνό καπνό να ανεβαίνει σιωπηλά από την καμινάδα, οι σκέψεις μας πάνε σε μορφές σαβανωμένες, που γλιστρούν σε διαδρόμους εκκλησιών αρχαίων κάτω από το φεγγαρόφωτο. Πώς η ίδια μας η σκιά, όπως χορεύει πίσω μας στον τοίχο ή την οροφή, μπορεί μια τέτοια στιγμή να επηρεάσει τη φαντασία μας δεν ξέρουμε να το εξηγήσουμε, γιατί πάντα νιώθαμε κομμάτι απρόθυμοι να ενδώσουμε στην ασυγκράτητη περιέργεια γύρω από το θέμα αυτό. Ποιος ξέρει τι άλλες σκιές θα βλέπαμε, αν γυρνούσαμε να αντικρίσουμε τη δική μας; Κι αν όμως δεν βλέπαμε άλλη καμία, το ξόρκι θα έσπαγε, η πυροστιά θα έχανε τη μαγεία της, το μυστηριώδες «επέκεινα» θα έχανε το μυστήριό του, και η θαυμαστή ιστορία του απογεύματος θα απευθυνόταν σε αυτιά αδιάφορα και δύσπιστα. Νιώθουμε οίκτο για τον άνθρωπο που, καθισμένος δίπλα στο τζάκι, γύρισε να κοιτάξει πίσω του· γιατί για τον άνθρωπο αυτόν, η ζωή απώλεσε τις ψευδαισθήσεις της· γιατί σήκωσε το πέπλο της Ίσιδας και «αντίκρισε την Αλήθεια» να έχει τη μορφή της γιαγιάς του· γιατί βούτηξε μέσα στην άβυσσο, και τη βρήκε να του φτάνει ως το γόνατο. Ένας είναι ο νόμος του χειμωνιάτικου απογεύματος: κοίταξε βαθιά μέσα στα κάρβουνα κι αναλογίσου τι απολαμβάνεις περισσότερο να σε τρομάζει. Όταν ο τρόμος σε κυριεύσει από την κορφή ως τα νύχια, άρχισε να μιλάς, με το βλέμμα σου στα κάρβουνα ακόμα. Ο τρόμος έχει θέση δίπλα στο τζάκι, όσο και το τζάκι έχει θέση στον χειμώνα. Το κρύο της εποχής αποζητά φλόγες ζωηρές, όσο και η ζέστη της φλόγας λαχταρά το ευχάριστο ρίγος που μια ανάμνηση από ένα νεκροταφείο στέλνει στο αίμα μας σαν ηλεκτρική εκκένωση. Το στιγμιαίο διαπεραστικό ρίγος καθώς ακούς μια από αυτές τις ιστορίες, για γυναίκες χλωμές με τους λαιμούς κομμένους, που μια νύχτα κάθισαν απέναντι από μοναχικούς φοιτητές, ή για χέρια που ξεπετάγονται από τάφους ανίερους, προδίδοντας τον φονιά καθώς περνά, είναι τόσο ευχάριστο, αναζωογονητικό και τονωτικό για τις αισθήσεις όσο και μια γρανίτα βατόμουρο μες στο λιοπύρι. Κι έπειτα, τίποτε δεν αυξάνει περισσότερο την απόλαυση μιας συζήτησης για φαντάσματα γύρω από τη φωτιά, σε ένα παλιό σπίτι στην ύπαιθρο, όσο η σκέψη της πλατιάς σκάλας που σύντομα θα χρειαστεί να ανέβεις, των μακριών διαδρόμων που θα πρέπει να διασχίσεις, των σκοτεινών, με ορθάνοιχτες τις πόρτες, δωματίων που θα πρέπει να προσπεράσεις, με μόνη συντροφιά το κερί σου και τον αντίλαλο των βημάτων σου, καθώς πηγαίνεις από τη γεμάτη θαλπωρή, λουσμένη στο φως του τζακιού γωνιά, σαν στο φως ενός ηλιοβασιλέματος, προς το μίζερο, τεράστιο δωμάτιο με το κρεβάτι –ίδιο φέρετρο– που σε περιμένει στο πιο απόμακρο σημείο μιας έρημης έπαυλης. Η προσμονή της ιερής, μυστικής πορείας κάνει τον χώρο γύρω από το τζάκι να μοιάζει με πραγματικό μαγικό κύκλο, έξω από τα όρια του οποίου κανείς δεν τολμά να πατήσει. Ο κόσμος των ζωντανών έχει συρρικνωθεί στις διαστάσεις αυτού του μαγεμένου δακτυλίου, και πέρα από τα όριά του χαίνει μια άβυσσος, σκοτεινή, γεμάτη φαντάσματα – ένας κόσμος πνευμάτων που σε έχουν ήδη ακούσει να μιλάς για αυτά. Διόλου περίεργο να μη σου κάνει καρδιά να βγεις στο βασίλειο των ξωτικών, με μόνο φυλαχτό για όσα φριχτά σε περιμένουν ένα συνηθισμένο κηροπήγιο από την κρεβατοκάμαρά σου. Και γιατί να το κάνεις, άλλωστε; Γιατί να μη ρίξεις κι άλλα κούτσουρα στη φωτιά, θέτοντας εαυτόν υπό την προστασία της Εστίας, μέχρι να περάσει αυτή η «νύχτα σπαρμένη μάγια»; Γιατί να μη μείνεις ξάγρυπνος πιο πολύ κι από τα φαντάσματα, πηγαίνοντας στο κρεβάτι σου όταν το πρώτο λάλημα του πετεινού φωνάξει εκείνα στο δικό τους;
Ο κόσμος των ζωντανών έχει συρρικνωθεί στις διαστάσεις αυτού του μαγεμένου δακτυλίου, και πέρα από τα όριά του χαίνει μια άβυσσος, σκοτεινή, γεμάτη φαντάσματα – ένας κόσμος πνευμάτων που σε έχουν ήδη ακούσει να μιλάς για αυτά.
Αν έχει κανείς αμφιβολίες πως το να διηγείσαι ιστορίες φαντασμάτων είναι η πιο κατάλληλη ασχολία για μια χειμωνιάτικη νυχτιά, ας ανοίξει το παράθυρο του κι ας κοιτάξει έξω. Μπορεί να υπάρξει θέαμα πιο απόκοσμο; Το βλέμμα του δεν θα πέσει ούτε σε έναν λόφο, ούτε σε μια κοιλάδα χωρίς σάβανο – τον κοιτούν με πρόσωπο λευκό, ανέκφραστο, φαντάσματα του εαυτού τους. Τα δέντρα στέκονται ίδια γιγάντιοι σκελετοί, σηκώνοντας τα ξασπρισμένα χέρια τους προς τα σμήνη των σύννεφων που τρέχουνε στον ουρανό, σαν τις μάγισσες που συρρέουν κοπαδιαστά για το Σάμπαθ τους. Τι είναι όλα αυτά, αν όχι μια παράσταση φαντασμάτων που παίζει η γη για τους ουρανούς; Αν ο αμφισβητίας συνεχίσει να αμφιβάλλει μπροστά σε μια τέτοια θέα, ό,τι και να του πούμε δεν θα μπορέσει να τον μεταπείσει· εγκαταλείπουμε την προσπάθεια, με την ελπίδα πως δεν θα μας είναι γραφτό να τον έχουμε κάποτε αναγνώστη. Τι σχέση μπορεί να έχει αυτός με τις τρομακτικές μας ιστορίες, που τις κρατάμε σε εφεδρεία για τις διηγηθούμε πλάι στο τζάκι; Τρόμος είναι ο ίδιος, από μόνος του, για όποιο τζάκι τον φιλοξενήσει – τρόμος πιο φρικτός από όποιον θα μπορούσαμε να φανταστούμε.
Εσύ, πραγματικέ μας αναγνώστη, διακρίνουμε ότι διακατέχεσαι από πνεύμα αλλιώτικο: έλα, λοιπόν, μοιράσου τις ανατριχίλες μας, κι ας πούμε μερικές ιστορίες τρομαχτικές που έχουμε συγκεντρώσει.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Η ανθολογία αυτή περιλαμβάνει οκτώ ιστορίες του Σέρινταν Λε Φανού, φιλοδοξώντας να φέρει το ελληνικό κοινό σε μια πιο στενή επαφή με έναν από τους σημαντικότερους συγγραφείς της λογοτεχνίας τρόμου. Οι συγκεκριμένες ιστορίες συγκροτούν μια σύνοψη των εμμονών που στοιχειώνουν το έργο του Λε Φανού: η επιστροφή από τον κόσμο των νεκρών, η οικογενειακή εστία που κρύβει μυστικά και ψέματα, ο φρικτός, δαιμονικός επισκέπτης που διαταράσσει ανεπανόρθωτα την καθημερινότητα, οι θρύλοι της ιρλανδικής υπαίθρου, η βαριά σκιά της θρησκευτικότητας, η μαγευτική όσο και απειλητική φύση, τα γεμάτα απόκοσμο τρόμο παλαιά σπίτια, λυγισμένα από το βάρος όσων κουβαλούν. Από τις αχυρένιες καλύβες της ιρλανδικής επαρχίας ως τα δουβλινέζικα αρχοντικά και από τους προτεσταντικούς ναούς των Κάτω Χωρών ως τις σπηλαιώδεις καθολικές εκκλησίες της Ρώμης, οκτώ ιστορίες υπερφυσικού τρόμου για «αναγνώστες που διακατέχονται από πνεύμα αλλιώτικο», όπως έλεγε ο ίδιος ο Λε Φανού.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Σέρινταν Λε Φανού (1814-1873), αν και καταπιάστηκε στη διάρκεια της ζωής του με διάφορα λογοτεχνικά είδη, συγκαταλέγεται δικαίως ανάμεσα στους θεμελιωτές της σύγχρονης λογοτεχνίας τρόμου. Ο Ιρλανδός συγγραφέας όχι μόνον υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς ιστοριών με φαντάσματα της βικτωριανής εποχής, αλλά μπόλιασε την υπό διαμόρφωση λογοτεχνία τρόμου με χαρακτηριστικά όπως η αμφισημία και η εστίαση στην ψυχολογική διάσταση, μετατοπίζοντας ταυτόχρονα τη γεωγραφία της γοτθικής λογοτεχνίας και κατορθώνοντας να φέρει τον υπερφυσικό τρόμο ένα βήμα πιο κοντά στο παρόν. Εμπνεόμενος από τη μαγευτική όσο και απειλητική ιρλανδική ύπαιθρο, εξετάζοντας το βάρος της θρησκευτικότητας και τα μυστικά που κρύβουν τα παλιά, παρηκμασμένα αρχοντικά, o Λε Φανού πλάθει ιστορίες στις οποίες παρελαύνουν επιστρέφοντες νεκροί, δαιμονικοί επισκέπτες κι αλλόκοτα ξωτικά. Το έργο του συνεχίζει να ανακαλύπτεται συνεχώς από νέους αναγνώστες, ενώ έχει επηρεάσει σημαντικότατους συγγραφείς όπως ο Bram Stoker και ο Henry James.





















