
Λογοτεχνικά βιβλία που αξιοποιούν τον εργασιακό χώρο ως θεματική και με ποιον τρόπο το κάνουν. Γιατί το επάγγελμα του δασκάλου εμπνέει περισσότερο τους συγγραφείς και πώς μιλούν για αυτό. Κάποιες σκέψεις. Εικόνα: Από ιταλική έκδοση του «Ταχυδρομείου» του Τσαρλς Μπουκόβσκι.
Γράφει ο Παναγιώτης Γούτας
Ο εργασιακός χώρος ως θεματική και λογοτεχνικό πεδίο έχει αξιοποιηθεί στο παρελθόν (αλλά και στην πρόσφατη συγκομιδή βιβλίων) από συγγραφείς, κατά βάση μέσα από ρεαλιστικά και βιωματικά κείμενα. Η θεματολογία αυτή πιστεύω πως παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον γιατί, μέσα από τις αναφορές των συγγραφέων στους εργασιακούς τους χώρους, φωτίζονται οι παθογένειες αυτών των χώρων και, κατ’ επέκταση, οι παθογένειες μιας ολόκληρης χώρας αλλά και μιας ολόκληρης κοινωνίας ή και μιας ολόκληρης εποχής.
Επειδή αυτή η λογοτεχνική θεματική ταυτίζεται συνήθως με βιωματική (έως αυτοβιογραφική) προσέγγιση, σήμερα θεωρείται -κακώς, κατά τη γνώμη μου- κάπως ξεπερασμένη, ωστόσο μπορεί κανείς να διακρίνει βιβλία-διαμάντια, γραμμένα από τολμηρούς συγγραφείς που αποκάλυψαν τι συμβαίνει πίσω από την κλειστή πόρτα μιας υπηρεσίας, ενός γραφείου, ενός ιατρείου ή μιας σχολικής ή πανεπιστημιακής αίθουσας. Βιβλία που θέλουν θάρρος ψυχής πάνω απ’ όλα για να γραφτούν, αφού συχνά οι συγγραφείς τους, στο παρελθόν, πλήρωσαν σκληρό αντίτιμο των εξομολογήσεων και των αποκαλύψεών τους. Η επιλογή των 29 συνολικά βιβλίων αυτής της μικρής μελέτης είναι ενδεικτική. Θα μπορούσε φυσικά να εμπλουτιστεί και με επιπλέον τίτλους άλλων συγγραφέων, Ελλήνων ή μη.
Λογοτεχνία και εργασιακός χώρος (επιλογή 18 βιβλίων)
Αναφορικά με τον γενικότερο εργασιακό χώρο ανασύρω στη μνήμη μου κάποιους τίτλους και κάποιους συγγραφείς, που, στο παρελθόν, έχω διαβάσει και που βρίσκονται στη βιβλιοθήκη μου:
Τσαρλς Μπουκόβσκι, Ταχυδρομείο (μτφρ. Νίκος Α. Μάντης, εκδ. Μεταίχμιο, 2019). Ο πότης και γυναικάς Χένρι Τσινάσκι, λογοτεχνικό προσωπείο του Μπουκόβσκι, εργάζεται ως ταχυδρομικός υπάλληλος για τα προς το ζην. Το επάγγελμα του ταχυδρομικού διανομέα στέκεται η αφορμή να διεισδύσουμε στη σκληρή πραγματικότητα της Αμερικής του καιρού του, με την ανέχεια, τις πάσης φύσης ανισότητες και τα ευτράπελα μιας κοινωνίας που ακροβατεί μεταξύ λογικής και παράνοιας.

Ο Πρίμο Λέβι στο βιβλίο του Το περιοδικό σύστημα (μτφρ. Άμπυ Ράικου, εκδ. Καστανιώτη, 1990) αναφέρεται στην αυτοβιογραφία ενός χημικού, που διαμέσου των χημικών στοιχείων (δηλ. 21 συναντήσεις με την ύλη) κατορθώνει να μιλήσει για την ιστορία μιας γενιάς, για την περιπέτεια του φασισμού και τον πόλεμο που ακολούθησε.
Ο Αιγύπτιος Χάλεντ Ελ Χαμίσι στα αφηγήματά του Ταξί στους δρόμους του Καΐρου (μτφρ. Πέρσα Κουμούτση, εκδ. Μεταίχμιο, 2009) συζητά από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα με ταξιτζήδες του Καΐρου1 κατανοώντας τις αφηγήσεις τους, ενώ όλες οι εξομολογήσεις των ταξιτζήδων, πέρα από την καταγραφή των δυσκολιών του επαγγέλματός τους, συνθέτουν ένα πολιτικοκοινωνικό ψηφιδωτό της τότε αιγυπτιακής κοινωνίας.
Κάτι παρόμοιο είχε κάνει κάποια χρόνια νωρίτερα και η Ελένη Σαραντίτη στο βιβλίο της Καρδιά από πέτρα (12 ιστορίες με ταξίμετρο) (εκδ. Καστανιώτη, 1995) μέσα από τις περιπλανήσεις μιας γυναίκας στην Αθήνα, πρωί βράδυ, με ταξί, φανερώνοντάς μας μεταξύ άλλων, πέραν της μοναξιάς της πρωτεύουσας, και τις ιδιαιτερότητες του επαγγέλματος του ταξιτζή.
Ο Περικλής Σφυρίδης στις συλλογές διηγημάτων του Μισθός ανθυπιάτρου (εκδ. Υάκινθος, 1987) και Από πρώτο χέρι (εκδ. Καστανιώτη, 1989) καταθέτει τις εμπειρίες του ως γιατρού καρδιολόγου αλλά, παράλληλα, αποκαλύπτει και παθογένειες του συστήματος υγείας της χώρας μας, που ακόμη χρονίζουν.
Ο Αλέκος Δαμιανίδης στο βιβλίο του Η καινούρια κλίκα (εκδ. Τα τραμάκια, 1990) αξιοποιεί τις εμπειρίες του στον εργασιακό του χώρο, ως γεωπόνος. Σχέσεις υπαλλήλων και διεύθυνσης σε κάποια δημόσια υπηρεσία, πισώπλατα μαχαιρώματα, επιθεωρήσεις, κλίκες υπαλλήλων, υπόγειες ύπουλες συγκρούσεις και άλλα τινά συνθέτουν έναν αφηγηματικό καμβά 21 βιωματικών ενσταντανέ, γραμμένων με μεγάλη γλωσσική και υφολογική λιτότητα.
Από τα πιο πρόσφατα βιβλία θα σταθώ στο βιβλίο του Θόδωρου Κόλλια Φως, λευκό, σταθερό (εκδ. Πηγή, 2023). Εδώ θίγεται το επάγγελμα του φαροφύλακα και η αντικατάστασή του από αυτόματους φάρους, παράλληλα όμως και οι συναισθηματικές και υπαρξιακές ανακατατάξεις που φέρνουν στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση αυτές οι αλλαγές.
Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης στο μυθιστόρημά του Υπουργός νύχτας (εκδ. Πατάκη, 2026) μέσω του βασικού ήρωά του Γιάννη Μπεχτσή (ή αλλιώς Πρίμο) παρωδεί το επάγγελμα του ιδιοκτήτη γραφείου τελετών, ο οποίος διατηρώντας το «καθωσπρέπει» προφίλ του εργαζόμενου (Οίκος τελετών «Η έσχατη φροντίδα») καλύπτει παράνομες δραστηριότητες. Το βιβλίο φυσικά είναι μυθοπλαστικό και όχι βιωματικό, όμως ο νεκροθάφτης ήρωας του Σκαμπαρδώνη προσδίδει στο κείμενο νουάρ αισθητική, παρωδεί το σύστημα θεσμών, ενώ καταδεικνύει με γλυκόπικρο τρόπο πόσο κοντά είναι, στην Ελλάδα, το υπουργιλίκι με τις παρανομίες και την ηθική σήψη.
Για το επάγγελμα του ναυτικού αλλά και γενικότερα του εργαζόμενου στη θάλασσα υπάρχουν οι συλλογές του Νίκου Καββαδία Μαραμπού (1933), Πούσι (1947) και Τραβέρσο (1975). Ο κόσμος των λιμανιών, οι κίνδυνοι της θάλασσας, η καθημερινότητα των ναυτικών, η απόλαυση αλλά και η μελαγχολία των μεγάλων ταξιδιών, μεταφέρθηκαν από τον ποιητή με άκρως βιωματικό τρόπο στο χαρτί και έγιναν εξαίσια ποιήματα.
Όμως και το κλασικό μυθιστόρημα Μπόμπι Ντικ (μτφρ. Αθανάσιος Χριστοδούλου, εκδ. Gutenberg, 1991) του Χέρμαν Μέλβιλ, που ο κριτικός Χάρολντ Μπλουμ το κατατάσσει μεταξύ των κορυφαίων αμερικανικών μυθιστορημάτων όλων των εποχών, βασίζεται στις εμπειρίες του συγγραφέα του ως εργαζόμενου σε φαλαινοθηρικά και εμπορικά πλοία.
Το επάγγελμα του ναυτικού έχει μεταφερθεί βιωματικά και στο έργο του Τζόζεφ Κόνραντ (Ο Λόρδος Τζιμ, Το κτήνος κ.τλ)2, ασχέτως αν αυτό εμπεριέχει και πολλά μυθοπλαστικά στοιχεία.
Δύο μυθιστορηματικοί ήρωες του Φίλιπ Ροθ τώρα, οι δράσεις των οποίων και ο βίος και η πολιτεία τους, κάνουν δύο μυθιστορήματα του κορυφαίου Αμερικανού συγγραφέα να μπορούν να ενταχθούν στην κατηγορία «λογοτεχνία και εργασιακός χώρος». Πρόκειται για τον ηθοποιό Σάιμον Άξλερ του Η ταπείνωση (μτφρ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Πόλις, 2010)3 και τον λάγνο μαριονετίστα Μίκι Σάμπαθ από Το θέατρο του Σάμπαθ (μτφρ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Πόλις, 2013). Στον πρώτο, που αδυνατεί, λόγω κατάθλιψης, να ανταποκριθεί στα εργασιακά του καθήκοντα και να ερμηνεύσει ρόλους, έχουμε την επαγγελματική αλλά και την προσωπική του πτώση. Στον Σάμπαθ, η καριέρα του ως μαριονετίστα καταστρέφεται λόγω αρθρίτιδας αλλά και προσωπικών σκανδάλων. Και στις δύο περιπτώσεις η αδυναμία τους να εργαστούν συνεπάγεται την περιθωριοποίησή τους στην κοινωνία αλλά και την κατάρρευσή τους συνολικά ως ανθρώπινων υπάρξεων.
Τέλος, ας αναφερθεί και το βιβλίο Επειγόντως τη μαμή (μτφρ. Αγορίτσα Μπακοδήμου, εκδ. Κλειδάριθμος, 2013) της Βρετανίδας Τζένιφερ Γουόρθ, ένα βιωματικό σπονδυλωτό κείμενο που διαδραματίζεται στο 1950 σε μια φτωχική συνοικία, κοντά στο λιμάνι του Λονδίνου.
Η συγγραφέας κλήθηκε σε ηλικία μόλις 22 ετών να ασκήσει το επάγγελμα της μαίας και τις εμπειρίες της (κάποιες αστείες, κάποιες συγκινητικές) τις μεταποίησε σε λογοτεχνία.
Λογοτεχνία και εκπαίδευση (επιλογή 10+1 βιβλίων)
Δεν είναι ανεξήγητο ότι, απ’ όλα τα επαγγέλματα, εκείνο που εμπνέει περισσότερο τους συγγραφείς για τη σύνθεση εξομολογήσεων, αναμνήσεων ή την καταγραφή βιωμάτων είναι το επάγγελμα του εκπαιδευτικού (δασκάλου ή καθηγητή). Ως προς αυτό έχω δύο πρόχειρες εξηγήσεις: Η πρώτη έχει να κάνει με το ζωντανό (σε αντίθεση με άλλα επαγγέλματα) υλικό του επαγγέλματος, τους μαθητές, που δίνουν παλμό, ζωντάνια και έμπνευση στους εκπαιδευτικούς-συγγραφείς να καταγράψουν τις εμπειρίες τους στις αίθουσες.
Η δεύτερη εξήγηση έχει να κάνει με τον χειρισμό της γλώσσας. Δάσκαλοι και καθηγητές (ιδίως φιλόλογοι) είναι εξοικειωμένοι σε μεγαλύτερο βαθμό με τη χρήση της γλώσσας από εργαζόμενους σε άλλους χώρους, και, παράλληλα με τη διδασκαλία λογοτεχνικών κειμένων στους μαθητές τους, μπαίνουν συχνά κι οι ίδιοι στον πειρασμό να εκτεθούν λογοτεχνικά και να δημιουργήσουν. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει πως ό,τι εκδίδεται σ’ αυτόν τον τομέα είναι απαραίτητα καλή λογοτεχνία, όμως αρκετά βιβλία εκπαιδευτικών είναι αξιοπρόσεκτα κι ενδιαφέροντα, κυρίως όταν οι συγγραφείς τους καταθέτουν εν συνόλω την εκπαιδευτική διαδρομή τους, όχι με στείρα και γλυκερή νοσταλγία ούτε εν είδει στεγνού ημερολογίου, αλλά κυρίως με χιούμορ και έντονη διάθεση αυτοκριτικής. Ακολουθούν βιβλία που ξεχωρίζουν σ’ αυτήν την κατηγορία.
Το Όταν ήμουν δάσκαλος (Εμπειρία Εκδοτική, 2009) του Ιωάννη Κονδυλάκη, που αποτελεί ένα πρώιμο δείγμα αυτού του είδους στην ελληνική γραμματεία. Ένα βιβλίο βαθιά βιωματικό, η εμπειρία του συγγραφέα ως δασκάλου στο χωριό Μόδι της Κρήτης του 19ου αιώνα. Απομυθοποίηση επαγγέλματος, ρεαλιστική απεικόνιση και αυτοβιογραφικός πυρήνας, το τρίπτυχο στο οποίο βασίζεται το βιβλίο του Κονδυλάκη.
Το Γ΄ Χριστιανικό Παρθεναγωγείο (εκδ. Καστανιώτη, 2010) είναι, όπως και το προηγούμενο, ένα κλασικό έργο της ελληνικής γραμματείας, γραμμένο από τη δασκάλα και συγγραφέα Έλλη Αλεξίου (1894-1988). Εδώ, ο εργασιακός χώρος του βιβλίου συμπίπτει με τον εργασιακό χώρο της συγγραφέως στην πραγματική ζωή, αφού εκεί διορίστηκε η Αλεξίου ως δασκάλα το 1914. Το βιβλίο θεωρείται σημαντικό (και εμβληματικό της κατηγορίας που μας ενδιαφέρει) γιατί εδώ ο εργασιακός χώρος χρησιμοποιείται ως πεδίο κοινωνικής κριτικής αλλά και ανάδειξης της γυναικείας χειραφέτησης.
Η νουβέλα Ο δάσκαλος (μτφρ. Νεκτάριος Καλαϊτζής, εκδ. Scripta, 2006) του Φρανκ Μακ Κορτ (1931-2009) είναι επίσης βιβλίο αυτής της κατηγορίας. Ο Αμερικανοϊρλανδός συγγραφέας με τόλμη και σπαρακτική ειλικρίνεια αλλά και άφθονο χιούμορ κατέγραψε τις εμπειρίες του στα δημόσια λύκεια της Νέας Υόρκης. Το ότι κέρδισε τον σεβασμό και την προσοχή αδιάφορων κι ανάγωγων μαθητών, ο ίδιος το θεωρεί προσωπικό άθλο.
Στα χνάρια του Κορτ ο Αντώνης Καρτσάκης κάνει έναν απολογισμό της εκπαιδευτικής του διαδρομής με αυτοκριτική διάθεση και συναίσθημα στη γραφή του, στο βιβλίο του Στον ανήσυχο μαθητή μου (εκδ. Εστία, 2015).
Το διήγημα του Δημήτρη Χατζή «Η διαθήκη του καθηγητή», που περιλαμβάνεται στην εμβληματική συλλογή του Το τέλος της μικρής μας πόλης (εκδ. Κείμενα, 1979), έχει ως πρωταγωνιστή τον καθηγητή Ραλλίδη, έναν λόγιο της παλιάς σχολής, συντηρητικό, περιθωριοποιημένο, φορέα ενός κόσμου που χάνεται όπως η παλιά επαρχιακή κοινωνία (εν προκειμένω, τότε, τα Γιάννενα).
Ο Ναπολιτάνος συγγραφέας και δάσκαλος Μαρτσέλο Ντ’ Όρτα συγκέντρωσε εκθέσεις μαθητών του στο βιβλίο του Εγώ ελπίζω να τη βολέψω (μτφρ. Γιώργος Κασαπίδης, εκδ. Γνώση, 1995)4. Ωραίο το εύρημά του, ευχάριστο και διασκεδαστικό, αν αναλογιστεί κανείς το υποβαθμισμένο περιβάλλον, τον τρόπο ζωής και τη φτωχή γλωσσική έκφραση των μαθητών του, όμως, τυπώνοντας κατόπιν αρκετά βιβλία με το ίδιο θέμα και με το ίδιο πνεύμα, έπεσε μοιραία στην παγίδα της επανάληψης, υπονομεύοντας την πρωτοτυπία του πρώτου του βιβλίου.
Κείμενα ανάμεσα σε δοκίμιο και βιωματική λογοτεχνία έγραψε και ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, που εργάστηκε ως εκπαιδευτικός, στο βιβλίο του Για το σχολείο (Πόλις, 2017)5.
Επίσης, ας θυμηθούμε και το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του E. R. Braithwaite Στον κύριό μας με αγάπη (εκδ. Παπαδόπουλος), που εξιστορεί τις δυσκολίες ενός έγχρωμου δασκάλου σ’ ένα υποβαθμισμένο σχολείο του Λονδίνου μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο (το βιβλίο μεταφέρθηκε και στη μεγάλη οθόνη).
Για να επανέλθουμε στον Ροθ, ο κεντρικός ήρωας Κόλμαν Σιλκ από το μυθιστόρημά του Το ανθρώπινο στίγμα (μτφρ. Τρισεύγενη Παπαϊωάννου, εκδ. Πόλις, 2003), μια χαρακτηριστική περίπτωση εκπαιδευτικού (διακεκριμένος καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας και πρώην κοσμήτορας πανεπιστημίου), «δολοφονείται» τόσο επαγγελματικά όσο και ως χαρακτήρας από μία και μόνο λέξη που απηύθυνε σε μαθητή του, και που εκλήφθη ως ρατσιστική. Αν στο Η ταπείνωση έχουμε την απώλεια μιας ικανότητας εργαζομένου, στο Το θέατρο του Σάμπαθ απώλεια του οργάνου της εργασίας (αρθρίτιδα), εδώ έχουμε την κηλίδωση (αν όχι τον αφανισμό) της υπόληψης του κεντρικού ήρωα αναφορικά με την εργασία του, κάτι στο οποίο θα στηθεί το στόρι του εν λόγω βιβλίου. Φυσικά μιλάμε στην προκείμενη περίπτωση για μυθοπλασία, ποιος όμως μας διαβεβαιώνει πως δεν έζησε κάτι ανάλογο και ο ίδιος ο Ροθ, σε άλλο βέβαια επίπεδο, ως καθηγητής λογοτεχνίας, παγιδευμένος από τη woke ατζέντα της εποχής του;
Κρατώ για το τέλος «Το σφραγιδάκι» από τη συλλογή διηγημάτων του Γιώργου Ιωάννου Η μόνη κληρονομιά (εκδ. Κέδρος, 1974). Η ρουτίνα του εργασιακού περιβάλλοντος, η αίσθηση του πνιγμού, η ανελέητη γραφειοκρατία και τυπολατρία των δημόσιων οργανισμών την περίοδο της επταετίας, όλα παρμένα από την εμπειρία του Ιωάννου ως φιλολόγου, μεταφέρονται αριστοτεχνικά από τον μεγάλο πεζογράφο σε ένα κείμενο μόλις τριών σελίδων, από την πρώιμη συγγραφική του περίοδο.
«Κλειώ»: Η περιπέτεια μιας καθηγήτριας μαθηματικών.
Σαν προέκταση της προηγούμενης κατηγορίας βιβλίων, δηλαδή λογοτεχνικά βιβλία εκπαιδευτικών για σχολεία και μαθητές, θα σταθώ σε ένα πρόσφατα τυπωμένο μυθιστόρημα των εκδόσεων Βακχικόν, που μόλις ολοκλήρωσα την ανάγνωσή του. Πρόκειται για το Κλειώ της Λένας Χ. Δημητριάδου. Βρισκόμαστε στο 1985. Η εικοσιεννιάχρονη Κλειώ, πτυχιούχος μαθηματικών και με μάστερ διοίκησης επιχειρήσεων στο Λονδίνο (με άριστα και τα δύο πτυχία), δεν έχει την αντιμετώπιση που, βάσει των προσόντων της, φανταζόταν πως θα είχε στην επιχείρηση της Θεσσαλονίκης όπου εργαζόταν.
Παραιτείται και διορίζεται ως μαθηματικός στη μέση εκπαίδευση στην κωμόπολη Γραμματικό. Στην αρχή νιώθει τελείως έξω από τα νερά της. Οι κτηριακές υποδομές του γυμνασίου άθλιες (ένα λεπτό κόντρα πλακέ χώριζε τις αίθουσες των μαθητών Α΄ και Β΄ δέσμης), ένα ζεύγος εκπαιδευτικών τής κάνει πόλεμο επειδή αναλαμβάνει έξτρα δραστηριότητες για να καλυτερέψει τους μαθητές της, «χαλώντας» έτσι την πιάτσα. Ο διευθυντής, αυστηρός και άκαμπτος, τη βάζει συχνά στη θέση της. Η σπιτονοικοκυρά της συμφεροντολόγα και κουτσομπόλα. Και μέσα σ’ όλα αυτά, τα παιδιά να μισούν, ως είθισται, τα μαθηματικά λέγοντάς τα «αναθεματικά». Παράλληλα, οι φορτικοί γονείς της, που δεν ήθελαν η καλομαθημένη κόρη τους να ξενιτευτεί στην επαρχία για να διδάσκει χωριατόπαιδα, της κρατάνε μούτρα για την επιλογή της. Όμως η Κλειώ χάρη στην επιμονή και στη θέλησή της επιβιώνει, ζει κάτι σαν μια νέα φοιτητική ζωή στην επαρχία (κάτι που είχε στερηθεί λόγω των εντατικών σπουδών της) και βρίσκει τρόπους προσέγγισης των μαθητών της, καλυτερεύοντας τις επιδόσεις τους στο μάθημα που διδάσκει.
Το βιβλίο διαβάζεται ευχάριστα και είναι αποκαλυπτικό των δυσκολιών που αντιμετωπίζει ένας πρωτοδιοριζόμενος εκπαιδευτικός στην επαρχία. Η συγγραφέας, δίχως να διεκδικεί δάφνες θεματικής ή και υφολογικής πρωτοτυπίας, βαδίζοντας στα χνάρια του Μακ Κορτ (οι απόφοιτοι του Λυκείου του Γραμματικού θα τη θυμηθούν στα τριαντάχρονα της αποφοίτησής τους, στην απόληξη του βιβλίου), μας θυμίζει το «άδεια χωριουδάκια κι ασυνάρτητη επαρχία» του τραγουδιού του Σαββόπουλου, στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Το βιβλίο προφανώς είναι βιωματικό (τους ίδιους ακριβώς ακαδημαϊκούς τίτλους της Κλειούς τούς διαβάζουμε στο αυτί του βιβλίου, στο βιογραφικό της συγγραφέως, ενώ και οι λεπτομέρειες της σχολικής ζωής φανερώνουν άνθρωπο που εργάστηκε στην εκπαίδευση, γνωρίζοντας τα πράγματα από πρώτο χέρι), όμως, επιπλέον, είναι ειλικρινές, με πολλά διαλογικά μέρη και αρκετό χιούμορ. Στα ατού της συγγραφέως ο αυτοσαρκασμός (συνεχώς δικαιώνει τους μαθητές της που τους έδωσε την εντύπωση ξινής και βλοσυρής καθηγήτριας, προσπαθώντας απεγνωσμένα ν’ αλλάξει η ίδια ύφος και συμπεριφορά) και το όμορφο σκιτσάρισμα τύπων της επαρχίας της δεκαετίας του ενενήντα (εγγράμματων ή αγράμματων) όπου τη μιζέρια και την ερωτική τους στέρηση τη συμπληρώνουν απελπιστικά οι απαρχαιωμένες τους αντιλήψεις και οι ελάχιστες επιλογές διασκέδασης και ψυχαγωγίας που τους προσφέρει ο τόπος τους.
*Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ είναι συγγραφέας. Τελευταίο του βιβλίο το μυθιστόρημα Η μελωδία των αγαλμάτων (Βακχικόν, 2026)
1Παναγιώτης Γούτας, INDEX, τχ. 34, Σεπτ.-Οκτ. 2009 και Διεισδύσεις στα βιβλία των άλλων-Μελέτες και βιβλιοκρισίες (2003-2011) εκδ. Νησίδες, 2011
2Παναγιώτης Γούτας, «Επιστροφή στη Βαβυλώνα» του Φιτζέραλντ & «Το κτήνος & Il Conde» του Κόνραντ: Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον, book press, Ιούλιος 2025
3Παναγιώτης Γούτας, Ανατέμνοντας την ανθρώπινη μοίρα, book press, Ιούνιος 2012
4Παναγιώτης Γούτας, Παιδικές εκθέσεις και λογοτεχνία: Τρία ξεχωριστά βιβλία, book press, Φεβρουάριος 2022.
5Παναγιώτης Γούτας, «Τους μαθητές δεν τους αγαπάμε, τους διδάσκουμε», book press, Μάιος, 2017







































