Για το δοκίμιο του Χρήστου Χρυσόπουλου «Ο δανεισμένος λόγος: Δοκίμιο για την επιτελεστικότητα της λογοτεχνίας» (εκδ. Οκτώ). Εικόνα: Από την ταινία «Τα φτερά του έρωτα» (1987) του Βιμ Βέντερς.

Γράφει ο Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης

Η συζήτηση για τη μορφή και την εσωτερική δομή του κειμένου φαίνεται να έχει εξαντλήσει τα μεθοδολογικά της εργαλεία, ή τουλάχιστον τα καθιερωμένα σχήματα ανάλυσης. Η φορμαλιστική πεποίθηση ότι το λογοτεχνικό έργο είναι ένα κλειστό, αυτάρκες σύστημα δεν εξηγεί πια καλά τι συμβαίνει στην ανάγνωση. Εκείνη την παράξενη, υπόγεια συνέχιση της εμπειρίας που μένει ζωντανή αφότου κλείσει το βιβλίο, και που διαφεύγει κάθε προσπάθεια οριοθέτησης. Σαν να αντιστέκεται επίτηδες στην τάξη που της επιβάλλουμε, θα έλεγε κανείς, αν δεν φοβόταν να ακουστεί υπερβολικός. Γιατί συμβαίνει αυτό, δεν είναι απολύτως σαφές. Η σύγχρονη θεωρία, πάντως, μετατοπίζει την εστίασή της στο ίδιο το συμβάν της συνάντησης, στον τρόπο που το κείμενο «γίνεται», περισσότερο απ’ όσο σε αυτό που «είναι».

Το δοκίμιο του Χρήστου Χρυσόπουλου Ο δανεισμένος λόγος: Δοκίμιο για την επιτελεστικότητα της λογοτεχνίας (εκδ. Οκτώ, 2016) μετακινεί το λογοτεχνικό έργο από την ασφάλεια ενός στατικού, αναπαραστατικού αντικειμένου σε ένα σύστημα που πράττει. Που παράγει σημασίες πέρα από την πρόθεση του δημιουργού του, και συνεχίζει να το κάνει μέσα στον χρόνο, σχεδόν χωρίς τη συγκατάθεσή του. Ίσως αυτό να είναι το πιο ενδιαφέρον σημείο όλου του βιβλίου, χωρίς ωστόσο να είναι σαφές αν ο ίδιος ο Χρυσόπουλος το συμμερίζεται εξ ολοκλήρου.

Το φιλοσοφικό υπόβαθρο αυτής της ματιάς βρίσκεται, λίγο πολύ, στη θεωρία των γλωσσικών πράξεων του Ώστιν. Η γλώσσα παρεμβαίνει στον κόσμο στην ίδια κίνηση που τον περιγράφει, τον αλλάζει την ώρα που τον ονομάζει, αυτό τουλάχιστον είναι η βασική ιδέα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εναρκτήρια φράση στη Δίκη του Φραντς Κάφκα, σύμφωνα με την οποία κάποιος πρέπει να είχε συκοφαντήσει τον Γιόζεφ Κ.. Η πρόταση εγκαθιστά την ενοχή τη στιγμή που εκφέρεται, χωρίς καμία προϋπάρχουσα βάση. Αυτός ακριβώς είναι ο πυρήνας της θέσης του Χρυσόπουλου όταν υποστηρίζει ότι το πρωτεύον στη λογοτεχνία είναι η πράξη, όχι η αναπαράσταση. Η κλασική φιλοσοφία της γλώσσας είχε εξορίσει τη λογοτεχνία και τη θεωρούσε μια «παρασιτική εκφορά», με το σκεπτικό ότι ο συγγραφέας απλώς προσποιείται. Σήμερα, όμως, η ανατροπή είναι πλήρης. Η λογοτεχνία παύει να αντιμετωπίζεται σαν την εξαίρεση ή την παθολογία της γλώσσας και αναδεικνύεται στην πιο καθαρή εκδοχή της. Αυτό που διακυβεύεται είναι η «συγκυριακή ευστοχία» (felicity) του λόγου στη στιγμή που ενεργοποιείται.

Όμως η ρομαντική αυτή ανάγνωση καταρρέει αν εισάγουμε την κοινωνιολογική ματιά του Μπουρντιέ. Ο Γάλλος κοινωνιολόγος κατηγορεί τον Ώστιν ότι τοποθετεί τη δύναμη της γλωσσικής πράξης μέσα στην ίδια την εκφορά, αγνοώντας πως αυτή η δύναμη είναι πάντα δάνειο από έναν θεσμό που προϋπάρχει του ομιλητή και τον υπερβαίνει. Ο δικαστής κρίνει επιτελεστικά επειδή κατέχει ήδη θέση εξουσίας, όχι επειδή η εκφορά του έχει από μόνη της αυτή τη δύναμη, αυτό είναι το σημείο της ένστασης. Μεταφερόμενο στη λογοτεχνία, το σχήμα δείχνει ότι η ευστοχία ενός κειμένου προαποφασίζεται εν μέρει από τη θέση του μέσα στο πεδίο, τον εκδότη που το στηρίζει, την κριτική που το προσέχει, το βραβείο που το νομιμοποιεί. Η κοινότητα στην οποία ανήκει ο δανεισμένος λόγος έχει ιεραρχία. Και αυτή η ιεραρχία αποφασίζει, σε μεγάλο βαθμό, ποιοι λόγοι θα προλάβουν να αποδειχθούν εύστοχοι.

Η παρατήρηση αυτή εντάσσει τον συγγραφέα στην εποχή του και τον ιστορικοποιεί, χωρίς όμως να τον εκμηδενίζει. Αυτό που κρατά το κείμενο ζωντανό, αυτό το αχρησιμοποίητο υπόλοιπο νοήματος, δεν σταματά να υπάρχει, παίρνει όμως τη μορφή που του επιτρέπουν οι κανόνες του πεδίου. Κάποια κείμενα αποκτούν τον χρόνο και τους θεσμικούς μεσολαβητές που χρειάζονται για να ξαναδιαβαστούν, ανεξάρτητα, ή σχεδόν ανεξάρτητα, από την εσωτερική τους πολυσημία. Αυτή η πίστη, ασύμμετρη και ιεραρχημένη όπως δείχνει ο Μπουρντιέ, ανατρέπει την παλιά αντίληψη για τη διαχρονικότητα ως στατική σφραγίδα, φυλαγμένη στο κείμενο και αναγνωρισμένη εκ των υστέρων από τους θεσμούς. Στον Δανεισμένο λόγο η διαχρονικότητα γίνεται αποτέλεσμα της επιτελεστικότητας, μια ικανότητα να παραμένει ενεργό ένα έργο επειδή αρνείται να ησυχάσει.

Η επιτελεστικότητα, με αυτή την έννοια, δεν αφορά μόνο το τι κάνει το κείμενο στον αναγνώστη, αλλά εξίσου το τι καλείται να κάνει ο αναγνώστης με το κείμενο. Μια διάκριση με πολύ βαθύτερες προεκτάσεις από όσες αρχικά διαφαίνονται.

Δύο μικρές σημειώσεις πλάι σε αυτή τη ρωγμή, χωρίς να την κλείνουν, καθώς πρόκειται για ένα άνοιγμα που δύσκολα γεφυρώνεται. Ο Βιτγκενστάιν θα έλεγε ότι τα λογοτεχνικά κείμενα δεν μοιράζονται κάποια κρυφή κοινή ουσία, αλλά συνδέονται μέσω «οικογενειακών ομοιοτήτων» (Familienähnlichkeiten), ένα δίκτυο επικαλύψεων που τα κρατά ανοιχτά σε διαρκείς επανερμηνείες. Αυτή η μορφή ανοιχτότητας, ωστόσο, κινείται σε τελείως διαφορετικό επίπεδο από την ιεραρχία του πεδίου που περιγράφει ο Bourdieu. Η μία αφορά το τι μπορεί να σημάνει ένα κείμενο όταν φτάσει σε κάποιον, ενώ η άλλη αφορά το αν θα καταφέρει να φτάσει καθόλου, δύο μεγέθη που μπορούν εύκολα να συγχυστούν. Ο Grice δείχνει το αντίθετο πρόσωπο του ίδιου νομίσματος. Μπροστά σε μια συγκαλυμμένη παράβαση δεν υπάρχει κανένα ορατό σήμα, ο αναγνώστης απλά παρασύρεται, νομίζει ότι διαβάζει κάτι που δεν διαβάζει. Μπροστά σε μια ασθενή υποδήλωση, αντίθετα, καλείται ο ίδιος να γεφυρώσει το χάσμα, να βάλει τον δικό του ορθολογισμό, να γίνει συνεργός στην παραγωγή του νοήματος. Δεν χρειάζεται μεγαλύτερη ανάλυση εδώ, αν και κάποιος αυστηρότερος αναγνώστης μπορεί να διαφωνούσε.

Αναγνώστης και κείμενο 

Υπάρχει όμως κάτι σε αυτή τη συμμετοχικότητα που αξίζει να σταθούμε λίγο παραπάνω, γιατί δεν αφορά μόνο τι μπορεί να κάνει το κείμενο, αφορά και τι οφείλει να κάνει ο αναγνώστης. Σε ένα κεφάλαιο ο Χρυσόπουλος αρθρώνει την έννοια του «Επιμελούς Νου», μια ανάγνωση που δεν αρκείται στην απλή παρακολούθηση του κειμένου αλλά απαιτεί κάτι σαν «Κριτικό Στοχασμό». Πέρα από τη γεφύρωση χασμάτων που θα έλεγε ο Γκράις, ο αναγνώστης οφείλει να δοκιμάζει διαρκώς τις δικές του υποθέσεις, να αναθεωρεί τις βεβαιότητές του, να παραμένει ανοιχτός στην ιδέα ότι το νόημα δεν είναι κάτι σταθερό αλλά ρευστό, προς ανακάλυψη κάθε φορά εκ νέου. Η ανάγνωση γίνεται έτσι πράξη συμμετοχής με την κυριολεκτική σημασία της λέξης, όχι απλώς αποδοχή. Το κείμενο λειτουργεί ως πεδίο ενεργοποίησης όπου η σημασία παράγεται στη συνάντηση διαφορετικών οριζόντων εμπειρίας και προσδοκίας, κάτι που θυμίζει εξ αποστάσεως την γκανταμεριανή ιδέα της σύντηξης οριζόντων, χωρίς ο Χρυσόπουλος να την επικαλείται ρητά, ίσως θα έπρεπε. Η επιτελεστικότητα, με αυτή την έννοια, δεν αφορά μόνο το τι κάνει το κείμενο στον αναγνώστη, αλλά εξίσου το τι καλείται να κάνει ο αναγνώστης με το κείμενο. Μια διάκριση με πολύ βαθύτερες προεκτάσεις από όσες αρχικά διαφαίνονται.

Η πιο κρίσιμη συνεισφορά του βιβλίου ίσως κρύβεται στη μετατόπιση από το αποτέλεσμα στη διαδικασία, σε αυτό που ο Γουίλιαμ Τζέιμς ονόμαζε «επιδίωξη» (pursuance). Το επιτελεστικό κείμενο δεν προσφέρει το νόημα ως έτοιμο προϊόν, αλλά το καταδιώκει σε μια κίνηση ατέρμονη και ασυμπτωτική, σαν μια τροχιά που πλησιάζει τον στόχο της χωρίς ποτέ να τον αγγίζει απόλυτα. Πρόκειται για μια αλυσιτελή επίτευξη, μια προσπάθεια που αφήνει την οριστική κατάκτηση της σημασίας σε διαρκή εκκρεμότητα.

Η σημασία της αντίστασης απέναντι στην επικοινωνιακή απορρόφηση

Κι εδώ σφίγγει τη θηλιά μια ένσταση του Αντόρνο, αρκετά πιο σκληρή απ’ όσο φαίνεται στην πρώτη ανάγνωση. Ο Χρυσόπουλος μετρά τη ζωντάνια ενός κειμένου με όρους επιτυχίας, έστω ανοιχτής. Το κείμενο πάντα «πετυχαίνει» να αναδιατάξει τον αναγνώστη, ακόμη κι όταν αυτή η επιτυχία μένει εκκρεμής, πάντα κάπου εκκρεμής. Στην Αισθητική θεωρία η αξία του έργου βρίσκεται στην αντίσταση απέναντι στην επικοινωνιακή απορρόφηση, στην άρνηση να λειτουργήσει καλά μέσα σε ένα κοινωνικό συμβόλαιο. Η τέχνη που καταφέρνει να επικοινωνήσει κάτι, ακόμη και ένα ανοιχτό νόημα, κινδυνεύει να γίνει υπηρεσία, να χάσει αυτό που την κάνει τέχνη. Το «δεν μπορώ να συνεχίσω, θα συνεχίσω» από τον Ακατονόμαστο του Μπέκετ δείχνει αυτή την άλλη δυνατότητα, έξω από την pursuance του Τζέιμς, έξω και από κάθε προσδοκία ευστοχίας. Αντοχή χωρίς προσδοκία επιτυχίας, αν κάτι τέτοιο είναι καν νοητό.

Αν κάτι λείπει εδώ, και κάτι λείπει, είναι ένας τρόπος να βγούμε εντελώς από το δίπολο επιτυχίας και αποτυχίας, όχι απλώς να αντιστρέψουμε το πρόσημο.

Μόνο που παραμένει αμφίβολο αν ο Αντόρνο λύνει εδώ το πρόβλημα. Μάλλον το μετατοπίζει, και ίσως αυτό να αποτελεί το πιο ευάλωτο σημείο της παρούσας ανάγνωσης, μια αδυναμία που βαραίνει την ίδια την κριτική προσέγγιση και όχι το δοκίμιο του Χρυσόπουλου. Γιατί η αντίσταση στην επικοινωνιακή απορρόφηση παραμένει μια μορφή επιτυχίας, απλώς με αντίστροφο πρόσημο, το έργο πετυχαίνει να αποτύχει. Η προσέγγιση αυτή παραμένει, κατ’ ουσίαν, εγκλωβισμένη στη λογική του αποτελέσματος, μεταβάλλεται απλώς το κριτήριο του ποιο αποτέλεσμα προσμετράται. Αν κάτι λείπει εδώ, και κάτι λείπει, είναι ένας τρόπος να βγούμε εντελώς από το δίπολο επιτυχίας και αποτυχίας, όχι απλώς να αντιστρέψουμε το πρόσημο.

Ένα έργο που δεν τελειώνει

Ο Μπλανσό ανοίγει μια διέξοδο προς αυτή την κατεύθυνση, επιτρέποντας μια διαφορετική θέαση του προβλήματος. Στο Ο χώρος της λογοτεχνίας το έργο δεν είναι ποτέ κάτι που «γίνεται» με την έννοια που του αποδίδουν ο Χρυσόπουλος και ο Αντόρνο. Ούτε επιτυχία ούτε αποτυχία μπορούν να του αποδοθούν με σιγουριά. Είναι «απουσία έργου» (désœuvrement), μόνιμα à venir, πάντα προς έρχεσθαι, χωρίς αυτό να σημαίνει ακριβώς ατέλεια. Ο συγγραφέας τελειώνει το βιβλίο, όχι το έργο. Αυτό συμβαίνει αλλού, στην ανάγνωση, και ξανά αλλού, στην επόμενη ανάγνωση, χωρίς ποτέ να ολοκληρώνεται πραγματικά, ή τουλάχιστον έτσι θέλει να το δούμε ο Μπλανσό. Έτσι η ίδια η ερώτηση αν ένα κείμενο πετυχαίνει ή αποτυγχάνει να επικοινωνήσει γίνεται προβληματική, αφού προϋποθέτει ένα έργο που υπάρχει αρκετά για να κριθεί.

Ο Μπέκετ δεν θα πρέπει να ιδωθεί ως η αντίθεση του Χρυσόπουλου, αλλά μάλλον ως η περίπτωση όπου η pursuance του Τζέιμς, αποδεσμευμένη από την προσδοκία του τέλους, καθίσταται αυτό που ο Μπλανσό ορίζει ως καθαρή κίνηση χωρίς έργο. Η επιτελεστικότητα και η désœuvrement δεν συνιστούν, κατ’ ανάγκην, αντίπαλες έννοιες. Η δεύτερη δείχνει τι συμβαίνει όταν η πρώτη πάρει στα σοβαρά τη δική της λογική μέχρι το τέλος, μέχρι να εξαφανιστεί και η ίδια η ιδέα του τέλους. Η σύγκλιση αυτή ενδέχεται να μην προσφέρει μια οριστική διευθέτηση, τουλάχιστον όμως μετατοπίζει το πρόβλημα σε ένα γόνιμο έδαφος.

Η ουσιαστική συμβολή του Χρήστου Χρυσόπουλου έγκειται, με όλες τις επιφυλάξεις που διατυπώθηκαν παραπάνω, στο ότι βλέπει τη λογοτεχνία σαν σύστημα δράσης, πεδίο ενεργό και διαρκώς μεταβαλλόμενο.

Μέσα σε αυτή τη μόνιμη εκκρεμότητα αποκαλύπτεται και η κυριολεξία του τίτλου. Ο λόγος είναι «δανεισμένος» επειδή ο συγγραφέας χειρίζεται πάντα ένα σημειωτικό υλικό που προϋπάρχει αυτού και ανήκει στην κοινότητα, χωρίς ποτέ να το κατέχει πραγματικά. Τη στιγμή της έκδοσης υπογράφει ουσιαστικά την απώλεια της ιδιοκτησίας του κειμένου, παραδίδει τις λέξεις στον χρόνο, σχεδόν όπως ο ζωγράφος που αφήνει στον πίνακά του ένα κάτοπτρο να υπενθυμίζει πως κάθε ματιά είναι ήδη μετατοπισμένη. Δεν είναι, βέβαια, ιστορική κατάκτηση αυτή η συνθήκη. Η επιτελεστικότητα υπάρχει στον Στερν, στον Λωτρεαμόν, σε όλες σχεδόν τις μεγάλες αφηγήσεις, είναι βαθύτερη συνθήκη της ίδιας της γλώσσας. Κάτι κοντά σε αυτό εννοούσε ο Λυοτάρ λέγοντας ότι το «τώρα» εμπεριέχεται ήδη στο «πριν».

Ένα ενεργό πεδίο

Η ουσιαστική συμβολή του Χρήστου Χρυσόπουλου έγκειται, με όλες τις επιφυλάξεις που διατυπώθηκαν παραπάνω, στο ότι βλέπει τη λογοτεχνία σαν σύστημα δράσης, πεδίο ενεργό και διαρκώς μεταβαλλόμενο. Σκέφτεται τη λογοτεχνία από τα μέσα, σαν οντότητα που αρνείται πεισματικά να ησυχάσει. Ο Μπλανσό πάει αυτή τη σκέψη ένα βήμα παραπέρα, δείχνοντας ότι το «μέσα» δεν έχει ίσως ποτέ πάτο, ότι κάτω από κάθε επιτελεστική πράξη βρίσκεται η désœuvrement που την κάνει δυνατή και ταυτόχρονα την υπονομεύει. Όπως αποτυπώνεται στις καταστατικές γραμμές του βιβλίου για τη στάση του επιτελεστικού συγγραφέα: «[…] Τα εργαλεία του είναι οι λέξεις. Η δραστηριότητά του είναι ακριβώς να πράττει με τις λέξεις. Έχοντας απόλυτη συνείδηση της εργασίας του. Αλλά και με την επίγνωση ότι δεν θα φτάσει ποτέ σε οριστικά αποτελέσματα. [...] Ίσως, λοιπόν, δεν είναι συγκυριακό το ότι ο [Γουίλιαμ] Τζέιμς χρησιμοποίησε κάποτε τη λέξη pursuance για να περιγράψει το διακριτικό σημάδι εκείνης της ιδιαίτερης δεξιότητας που σχετίζεται με έναν νου που αντιλαμβάνεται τον εαυτό του (mentality): "The mark and criterion of the presence of mentality is the pursuance of future ends and the choice of means for their attainment".» (σ. 21-22)

Αν η θέση του Χρυσόπουλου ευσταθεί, και ο Μπλανσό δείχνει ίσως πόσο βαθιά ευσταθεί, τότε η επιβίωση της λογοτεχνίας δεν εξαρτάται από καμία επιτυχία, ανοιχτή ή κλειστή, ούτε από κάποια αξιοπρεπή αποτυχία. Εξαρτάται, μάλλον, από αυτή ακριβώς τη διαφυγή, από το γεγονός ότι η επιτυχία και η αποτυχία δεν βρίσκουν ποτέ τίποτα να μετρήσουν. Μένει, τελικά, η υποψία ότι κάθε κριτική, και η παρούσα μαζί, μετρά το λάθος πράγμα.

* Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗΣ σπούδασε Γερμανική Γλώσσα και Φιλολογία στο ΕΚΠΑ. To 2021 δημιουργήθηκαν υπό την αιγίδα του οι εκδόσεις Περικείμενο Βιβλία. Έχει εκδώσει τις συλλογές πεζογραφίας Είδωλα (2021) και Επικράτειες (2024).


Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Χρήστος Χρυσόπουλος (Αθήνα, 1968) ασχολείται µε διαφορετικά είδη λογοτεχνίας (πεζογραφία, δοκίµιο, θέατρο, χρονικό). Έχει βραβευτεί µε το Βραβείο Ακαδηµίας Αθηνών (2008), το διεθνές βραβείο Balkanika (2015) και µε τα γαλλικά βραβεία Prix Ravachol (2013) και Prix Laure Bataillon (2014).

xristos xrisopoulos 2

Το 2015 η Γαλλική Δηµοκρατία του απένειµε τον τίτλο του Ιππότη των Γραµµάτων και των Τεχνών. Τα βιβλία του κυκλοφορούν µεταφρασµένα σε πολλές γλώσσες. Διδάσκει Δηµιουργική Γραφή σε συνδυασµό µε Αφηγηµατική Ψυχοθεραπεία.

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Οι μετασχηματισμοί του καπιταλισμού» & «Ο πόλεμος από ανθρωπολογική σκοπιά» – Ασημαντότητα και τανκς: Δύο όψεις της ίδιας παρακμής

«Οι μετασχηματισμοί του καπιταλισμού» & «Ο πόλεμος από ανθρωπολογική σκοπιά» – Ασημαντότητα και τανκς: Δύο όψεις της ίδιας παρακμής

Για τα δοκίμια του Κορνήλιου Καστοριάδη «Οι μετασχηματισμοί του καπιταλισμού – Συνεντεύξεις και διαλέξεις 1990-1996» (μτφρ. Γιώργος Καράμπελας) & των Νίκου Γιαννίκα και Νίκου Ν. Μάλλιαρη «Ο πόλεμος από ανθρωπολογική σκοπιά – Η πολιτισμική διάσταση της εισβολής στην Ουκρανία» (εκδ. Μάγμα, αμφότερα). Εικόνα: Από τ...

«Πολιτική και δίκαιο στην κριτική θεωρία» του Γιάννη Φλυτζάνη (κριτική) – Για τη σκέψη της Σχολής της Φρανκφούρτης σήμερα

«Πολιτική και δίκαιο στην κριτική θεωρία» του Γιάννη Φλυτζάνη (κριτική) – Για τη σκέψη της Σχολής της Φρανκφούρτης σήμερα

Για τη μελέτη του Γιάννη Φλυτζάνη «Πολιτική και δίκαιο στην κριτική θεωρία – Πολιτική φιλοσοφία για την άρνηση και τους θεσμούς» (εκδ. Ευρασία). Εικόνα: Ο Γιούργκεν Χάμπερμας.

Γράφει η Ελένη Ρεθυμιωτάκη

Ποια εί...

«Το πνεύμα της ελπίδας» του Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν – Με το βλέμμα σε έναν καλύτερο κόσμο

«Το πνεύμα της ελπίδας» του Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν – Με το βλέμμα σε έναν καλύτερο κόσμο

Για το βιβλίο του Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν (Byung-Chul Han) «Το πνεύμα της ελπίδας – Κατά της κοινωνίας του φόβου» (μτφρ. Βασίλης Τσαλής, εκδ. Opera). Εικόνα: Ο «Θεριστής» του βαν Γκογκ. 

Γράφει η Άννα Λυδάκη

Ό...


ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Η γλώσσα του τόπου και η γλώσσα της γραφής

Η γλώσσα του τόπου και η γλώσσα της γραφής

Σκέψεις για τη συζήτηση σχετικά με τη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία, την ντοπιολαλιά και την έννοια της πρωτοπορίας, με αφορμή όσα γράφτηκαν πρόσφατα. Στην κεντρική εικόνα, ο Γιάννης Μακριδάκης και ο Δημοσθένης Παπαμάρκος, από φωτογραφία που δημοσίευσε ο πρώτος στο προφίλ του στο φέισμπουκ.

...
Πέθανε ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, σε ηλικία 89 ετών

Πέθανε ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, σε ηλικία 89 ετών

Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς (1937-2026), κοινωνιολόγος, πανεπιστημιακός και πολιτικός, είχε εκλεγεί το 2025 τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. 

Επιμέλεια: Book Press

Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, ένας από τους πιο σημαντικού...

«Οι μετασχηματισμοί του καπιταλισμού» & «Ο πόλεμος από ανθρωπολογική σκοπιά» – Ασημαντότητα και τανκς: Δύο όψεις της ίδιας παρακμής

«Οι μετασχηματισμοί του καπιταλισμού» & «Ο πόλεμος από ανθρωπολογική σκοπιά» – Ασημαντότητα και τανκς: Δύο όψεις της ίδιας παρακμής

Για τα δοκίμια του Κορνήλιου Καστοριάδη «Οι μετασχηματισμοί του καπιταλισμού – Συνεντεύξεις και διαλέξεις 1990-1996» (μτφρ. Γιώργος Καράμπελας) & των Νίκου Γιαννίκα και Νίκου Ν. Μάλλιαρη «Ο πόλεμος από ανθρωπολογική σκοπιά – Η πολιτισμική διάσταση της εισβολής στην Ουκρανία» (εκδ. Μάγμα, αμφότερα). Εικόνα: Από τ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Γεωργίας Α. Ανδριώτου «Οι κόρες του Αϊβαλιού», το οποίο κυκλοφορεί στις 18 Ιουλίου από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Παναγής Αφεντέλλης ρούφηξε νωχελικά τον καφέ του κι άφησε απαλά τ...

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το πεζογραφικό έργο της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς [Marie Luise Kaschnitz] «Περιγραφή ενός χωριού» (Μετάφραση – Επίμετρο – Σημειώσεις: Αλέξανδρος Κυπριώτης), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 10 Ιουλίου από τις εκδόσεις η βαλίτσα.

Επιμέλεια: Κ...

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη συλλογή διηγημάτων του Σέρινταν Λε Φανού (Sheridan Le Fanu) «Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» (ανθολόγηση, μτφρ., εισαγωγικό σημείωμα: Γιώργος Θάνος, επιμέλεια: Γιάννης Μπαρτσώκας), η οποία θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Printa.

Επιμέλεια: ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Βιβλία για την Τέχνη της Γραφής: 15 οδηγοί συγγραφής που μας μαθαίνουν να γράφουμε

Βιβλία για την Τέχνη της Γραφής: 15 οδηγοί συγγραφής που μας μαθαίνουν να γράφουμε

Δεκαπέντε βιβλία, από καταξιωμένους συγγραφείς, σημαντικούς κριτικούς και ειδικούς της δημιουργικής γραφής, που μας μαθαίνουν πώς να γράφουμε τις δικές μας ιστορίες καλύτερα αλλά και πώς να γίνουμε πιο προσεκτικοί αναγνώστες. 

Επιλογή-επιμέλεια: Ελένη Κορόβηλα ...

Βιοηθική & λογοτεχνία: Μυθοπλασία που μιλά για την επιστήμη και τα ανθρώπινα δικαιώματα

Βιοηθική & λογοτεχνία: Μυθοπλασία που μιλά για την επιστήμη και τα ανθρώπινα δικαιώματα

Έξι βιβλία μυθοπλασίας που θίγουν ζητήματα που ερευνά η βιοηθική στη σύγχρονη εποχή. Η ευθύνη των επιστημόνων, τα όρια των παρεμβάσεων, ο άνθρωπος ως πειραματόζωο, η τεχνητή νοημοσύνη. Εικόνα: Από την ταινία «Poor things» του Γ. Λάνθιμου. 

Γράφει η Αγγελική Σπηλιοπούλου ...

Βιβλία που διαβάζονται μονορούφι: Οι επιλογές του Guardian για το καλοκαίρι

Βιβλία που διαβάζονται μονορούφι: Οι επιλογές του Guardian για το καλοκαίρι

Είκοσι βιβλία που ξεχώρισε η ομάδα του Guardian και διαβάζονται μονορούφι: λογοτεχνία, ψυχανάλυση, επιστήμη. Εικόνα: Πίνακας του Αμερικανού ζωγράφου Ντάρεν Τόμσον.

Επιμέλεια: Book Press

Με την ικανότητα συγκέντρωσης των περ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ