
Για το βιβλίο του Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν (Byung-Chul Han) «Το πνεύμα της ελπίδας – Κατά της κοινωνίας του φόβου» (μτφρ. Βασίλης Τσαλής, εκδ. Opera). Εικόνα: Ο «Θεριστής» του βαν Γκογκ.
Γράφει η Άννα Λυδάκη
Όταν η Πανδώρα άνοιξε το κουτί και διαπίστωσε ότι περιείχε όλα τα ανθρώπινα δεινά που ξεχύθηκαν στον κόσμο, έσπευσε να το κλείσει και μαζί στο κουτί έκλεισε και την ελπίδα. Ευτυχώς, γιατί έτσι μέσα στο κακό υπάρχει πάντα μια ελπίδα, που για την αναγκαιότητα της αφύπνισής της γράφει στο βιβλίο του Το πνεύμα της ελπίδας ο Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας, της Καρλσρούης και αλλού. Ο Χαν έχει εντρυφήσει στις θεωρίες των μεγάλων φιλοσόφων του 18ου, 19ου και 20ού αιώνα και στο έργο του «συνδιαλέγεται» με τους σπουδαίους αυτούς στοχαστές, όμως στα βιβλία του δεν μένει στις μεγάλες θεωρίες.
Εκείνο που τον απασχολεί είναι η σύγχρονη πραγματικότητα, η ζωή στον σύγχρονο κόσμο, την οποία παρατηρεί και αναλύει φέροντας στο φως τις σκοτεινές δυνάμεις και την εξουσία που δρουν υπόγεια και συρρικνώνουν τη ζωή μας σε μια απλή επιβίωση, χωρίς χαρά και όνειρα, εγκλωβισμένη σε μια μίζερη καθημερινότητα. Και, ενώ εμείς έχουμε πεισθεί να θεωρούμε ότι αυτή είναι η «φυσική» κατάσταση των πραγμάτων, ο καθηγητής σ’ αυτό το εξαιρετικό βιβλίο του, στέλνει το μήνυμα της ελπίδας που μπορεί να τα αλλάξει όλα.
Η διαφορά ελπιδοφόρας σκέψης και αισιοδοξίας
Αρχικά διαχωρίζει την ελπιδοφόρα σκέψη από την αισιοδοξία: η ελπιδοφόρα σκέψη δεν είναι αισιοδοξία, τονίζει. Η αισιοδοξία στερείται αρνητικότητας, η φύση της είναι καθαρή θετικότητα και δεν είναι κάτι που πρέπει να κατακτήσουμε, είναι αυτονόητη. Ο αισιόδοξος είναι πεπεισμένος ότι τα πράγματα θα φτιάξουν στο μέλλον και δεν υπολογίζει το απρόσμενο και το απρόβλεπτο. Ο αισιόδοξος δεν ρισκάρει τίποτα και, όπως και ο απαισιόδοξος, είναι τυφλός ενώπιον των δυνατοτήτων και δεν διαθέτει τη φαντασία του νέου, ούτε το πάθος για το μη-ήδη-υπάρχον.
Σε αντίθεση με την αισιοδοξία που είναι πλήρης, που είναι ακίνητη, η ελπίδα διαθέτει μια εγγενή στοχαστικότητα, παρουσιάζεται ως μια κίνηση αναζήτησης, προχωράει προς το άγνωστο, υπερβαίνει το παρελθόν και χαράζει πορεία προς το αγέννητο, βαδίζει προς το νέο, το εντελώς διαφορετικό, αυτό που δεν έχει υπάρξει. Η ελπίδα δεν είναι αυτονόητη. Πρέπει να την αφυπνίσουμε, να την καλέσουμε, να την ικετεύσουμε και αυτή θα μας δώσει τη δύναμη για να δραπετεύσουμε από τον κλειστό χρόνο.
Η θετική ψυχολογία ψυχολογικοποιεί και ιδιωτικοποιεί, αφήνει ανέγγιχτη την κοινωνική προέλευση της δυστυχίας, μειώνει την ενσυναίσθηση και αποδομεί την κοινωνική αλληλεγγύη.
Ο Χαν διαχωρίζει την ελπιδοφόρα σκέψη από τη «θετική σκέψη» και τη «θετική ψυχολογία». Η θετική ψυχολογία επικεντρώνεται αποκλειστικά στην ευζωία και την ευτυχία και οι αρνητικές όψεις της ζωής αποκρύπτονται εντελώς. Υποστηρίζει ότι ο καθένας φέρει την ευθύνη για την ευτυχία του παραβλέποντας ότι η δυστυχία είναι πάντοτε κοινωνικά διαμεσολαβημένη. Η θετική ψυχολογία ψυχολογικοποιεί και ιδιωτικοποιεί, αφήνει ανέγγιχτη την κοινωνική προέλευση της δυστυχίας, μειώνει την ενσυναίσθηση και αποδομεί την κοινωνική αλληλεγγύη. Η ελπίδα δεν αποστρέφει το βλέμμα από την αρνητικότητα της ζωής, τη λαμβάνει υπ’ όψη και δεν απομονώνει τους ανθρώπους, αλλά, αντίθετα, τους συνδέει.
Η χρονική διάσταση της ελπίδας είναι το μη-εισέτι, το επερχόμενο είναι μια πνευματική διάθεση που μας ωθεί στην υπέρβαση του ήδη δεδομένου, του ήδη υπάρχοντος, είναι ένα πάθος που αφυπνίζεται και σηματοδοτεί το φως μέσα στο σκότος.
Ένα καθεστώς πειθαρχίας και άγχους
Σήμερα, το νεοφιλελεύθερο καθεστώς είναι ένα καθεστώς πειθαρχίας και άγχους που εξατομικεύει και ωθεί τον άνθρωπο να γίνει εργοδότης του εαυτού του, τον πιέζει να είναι ανταγωνιστικός και να κυνηγά διαρκώς τις υψηλές επιδόσεις. Ο φόβος κυριαρχεί, καθένας είναι μόνος του και δεν υπάρχουν περιθώρια για δημιουργία. Η καθημερινότητα κυλά χωρίς αλλαγές, ενώ η ψηφιακή επικοινωνία οξύνει την μοναξιά και εντείνει τον ναρκισσισμό. Αντιθέτως, η ελπίδα περιέχει τη διάσταση του Εμείς και μπορεί να συνδέσει τους ανθρώπους για να αντισταθούν στο καθεστώς του φόβου και του άγχους.
Η ελπίδα η ίδια έχει κάτι από τη μαγεία. Δεν δίνει σημασία στη λογική του υπάρχοντος, βρίσκεται πέρα από την εγκόσμια ορθολογικότητα των σκοπών και υποβαστάζεται από την πίστη ότι όλα θα μπορούσαν να γίνουν διαφορετικά
Η ζωή έχει συρρικνωθεί σε μια απλή επιβίωση, σ’ ένα παρόν με καταναλωτικές επιθυμίες μόνο, χωρίς πάθος για κάτι νέο. Όμως, οι επιθυμίες και οι προσδοκίες δεν διανοίγουν τον κόσμο και κανείς δεν προσπαθεί για μια νέα αρχή, παρά μόνο για βελτιστοποίηση του ήδη υπάρχοντος, το οποίο υφίσταται λανθασμένα. Άλλωστε, η κυριαρχία του Λόγου δεν επιτρέπει στη διαίσθηση, στην έμπνευση και στη δημιουργία να εκφραστούν. Η ελπίδα είναι εκείνη που τρέφει οράματα και όνειρα, που οξύνει την προσοχή μας για το μη-εισέτι-υπάρχον που ανατέλλει στον ορίζοντα του μέλλοντος και αυτή δίνει ορμή στην πράξη. Πράττουμε επειδή ελπίζουμε, τονίζει ο Χαν.
Ο τόπος της ελπίδας
Ο τόπος της ελπίδας είναι ένα εκείθεν, πέρα από τον Λόγο, και οι νοητικές εικόνες που σχηματίζει είναι βαθιά ριζωμένες στο σωματικό, στα συναισθήματα, στις ψυχικές αντιδράσεις. Όταν ελπίζουμε, η προσοχή καθοδηγείται από την αγάπη και σηματοδοτεί μια ερωτική στροφή προς τον κόσμο και προς τη γνώση, από την αισθητηριακή αντίληψη έως τις σύνθετες νοητικές εικόνες.
Η ελπιδοφόρα σκέψη μπορεί να ερμηνεύσει απόκρυφα σημάδια του μέλλοντος, να προσδιορίσει ένα στόχο αντί να παραμένει εγκλωβισμένη στο παρελθόν ή στο δυσάρεστο παρόν. Η ελπίδα η ίδια έχει κάτι από τη μαγεία. Δεν δίνει σημασία στη λογική του υπάρχοντος, βρίσκεται πέρα από την εγκόσμια ορθολογικότητα των σκοπών και υποβαστάζεται από την πίστη ότι όλα θα μπορούσαν να γίνουν διαφορετικά, αφήνοντας να διαφανεί ένας δυνατός κόσμος εκείθεν του υπάρχοντος.
Η ελπίδα, όπως αναλύεται στο γοητευτικό βιβλίο του Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν, συνδέεται με δεσμούς συγγένειας με την πίστη και την αγάπη προς τον Άλλο
Σήμερα, που ζούμε σ’ έναν γκρίζο κόσμο χωρίς ελπίδα, βασιζόμαστε μονάχα στη συνειδητή σφαίρα της ψυχής μας, που είναι πολύ περιορισμένη. Το ασυνείδητο της ψυχανάλυσης που, παρότι σκοτεινό, καθορίζει τις πράξεις μας, ρίχνει φως στο παρελθόν. Η ονειροπόληση και η ενόραση, οι γνώσεις που δεν έχουν γίνει ακόμη κατανοητές, δεν έχουν περάσει στο συνειδητό και στο εγνωσμένο θα είναι ο γενέθλιος τόπος του Νέου που θα μας καθοδηγήσει στο μη-εισέτι-συνειδητό και θα επιτρέψει στην ελπίδα να γεννηθεί μέσα μας.
Η ελπίδα, όπως αναλύεται στο γοητευτικό βιβλίο του Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν, συνδέεται με δεσμούς συγγένειας με την πίστη και την αγάπη προς τον Άλλο, «φεύγει» από την περιορισμένη συνειδητή σφαίρα της ψυχής μας και στρέφει την προσοχή μας προς δυνατότητες στις οποίες ονειρευόμαστε να εισέλθουμε.
* Η ΑΝΝΑ ΛΥΔΑΚΗ είναι ομότιμη καθηγήτρια Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Τελευταίο έργο της, Ο άνθρωπος και τα άλλα ζώα (εισαγωγή, επιμέλεια, εκδ. Παπαζήση).
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν (Byung-Chul Han) γεννήθηκε το 1959 στη Σεούλ (Νότια Κορέα). Το 1980 μετοίκησε στη Γερμανία όπου σπούδασε Φιλοσοφία, Γερμανική Λογοτεχνία και Καθολική Θεολογία στο Φράιμπουργκ και στο Μόναχο. Το 1994 έλαβε τον τίτλο του δόκτορα με τη διατριβή του πάνω στο έργο του Χάιντεγκερ.
![]() |
| © Wikipedia |
Το 2000 ξεκίνησε την καριέρα του ως καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Βασιλείας. Το 2010 έγινε μέλος του πανεπιστημίου της Καρλσρούης, εντρυφώντας στη Φιλοσοφία του 18ου, του 19ου και του 20ού αιώνα, στην Ηθική, την Κοινωνική Φιλοσοφία, τη Φαινομενολογία, τη Θεωρία του Πολιτισμού, την Αισθητική, τη Θρησκεία, τη Θεωρία των Μέσων Ενημέρωσης και τη Διαπολιτισμική Φιλοσοφία.
Από το 2012 διδάσκει Φιλοσοφία και Πολιτισμό στο Πανεπιστήμιο der Kόnste του Βερολίνου. Έχει συγγράψει δεκαέξι βιβλία.

























