Από την ηθογραφία και τη νεο-ηθογραφία στην «περιφερειακότητα». Προσπάθεια σύνθεσης μιας ενιαίας θεώρησης που συνενώνει ποικίλες εκδοχές λογοτεχνικών κειμένων και τάσεων με αναφορά στην περιφέρεια, από τον 19ο αιώνα μέχρι τις μέρες μας. 

Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης

Πριν από μερικά χρόνια, το 2018, συνεξέτασα πολλά κείμενα της πρόσφατης ελληνικής παραγωγής, κυρίως συλλογές διηγημάτων, κάτω από τον όρο «νεοηθογραφία» (Περαντωνάκης 2018), αναγνωρίζοντας σε αυτά χαρακτηριστικά της γιαγιάς ηθογραφίας, η οποία γεννήθηκε στη δεκαετία του 1880 και άρχισε να εκπνέει με την είσοδο του 20ου αιώνα και ολοκληρωτικά πενήντα χρόνια μετά. Με το ίδιο σκεπτικό, η Αθηνά Βογιατζόγλου μιλά για «νέα ηθογραφία» (Σαραντάκος 2019). Φυσικά, εξηγούσα, αυτά τα παλιά χαρακτηριστικά έχουν προσαρμοστεί από τους σύγχρονους συγγραφείς στις συνθήκες του 21ου αιώνα, αλλά –με παρόμοια λογική– αναδεικνύουν το χωριό (αγροτική ηθογραφία), σε ένα πολύπλοκο σχήμα αντιπαγκοσμιοποίησης και αποεθνικοποίησης, η τελευταία από τις οποίες αφίσταται από τον «κανόνα» της αθηναιοκρατικής νοοτροπίας και ματιάς.

Ο όρος δεν είναι δικός μου (σημειώνω ενδεικτικά τη βιβλιοκριτική της Τίτικας Δημητρούλια, ήδη από το 2009, για το βιβλίο Τελετές ενηλικίωσης του Κώστα Ακρίβου), αλλά προσπάθησα να τον ορίσω και να τον προσδιορίσω σε ένα corpus κειμένων που επαναφέρουν την ύπαιθρο, το κοινωνικό της πλαίσιο, τη φύση, τις δυσκολίες της χωριάτικης ζωής, τις αντιλήψεις των κατοίκων και τα ήθη τους, στη γενική της, φιλόξενη, σημασία. Πολλοί σήμερα αρνούνται να ονομάσουν τα έργα αυτά ηθογραφικά ή νεοηθογραφικά, επειδή συνεχίζουν να βλέπουν στον όρο μόνο την εξιδανικευτική του χροιά και γι’ αυτό θεωρούν ότι ο 21ος αιώνας δεν έχει γεννήσει σε καμία των περιπτώσεων ειδυλλιακές απεικονίσεις της περιφέρειας, ούτε ωραιοποιημένα στιγμιότυπα, νοσταλγικά μιας άλλης «παραδείσιας» ζωής.

Συζητώντας τους όρους «ηθογραφία» και «νεο-ηθογραφία» να τους εντάξουμε στον γενικότερο, πιο σύγχρονο, όρο «περιφερειακότητα» (regionalism), που ξαναβλέπει την τέχνη της υπαίθρου μέσα στο πλαίσιο της νέας εποχής.

Για να ελέγξουμε πόσο δίκιο ή άδικο έχουν, πρέπει να θυμίσουμε πρώτα τα γνωρίσματα της «αυθεντικής» ηθογραφίας και τις συνθήκες που τη γέννησαν, εκεί στα τέλη του 19ου αιώνα. Κι έπειτα να δούμε, σε μια σπειροειδή πορεία της Ιστορίας, πώς αυτή αναβίωσε, φυσικά παραλλαγμένη, καταρχάς στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες (Tonnet 1999), και πώς επανέρχεται τώρα, από το 1990 κι έκτοτε, στην εποχή του διεθνισμού, των πολιτικών ανακατατάξεων, της αναζήτησης ταυτότητας και των ποικίλων υβριδισμών. Και συζητώντας τους όρους «ηθογραφία» και «νεο-ηθογραφία» να τους εντάξουμε στον γενικότερο, πιο σύγχρονο, όρο «περιφερειακότητα» (regionalism), που ξαναβλέπει την τέχνη της υπαίθρου μέσα στο πλαίσιο της νέας εποχής.

Οι ηθογραφίες του 19ου αιώνα

Είναι γνωστά τα περί του διαγωνισμού της Εστίας το 1883, με τον οποίο οι διοργανωτές, πρωτοστατούντος του Νικόλαου Πολίτη, παρακίνησαν τους συγγραφείς να στραφούν στο διήγημα και στα ελληνικά ήθη. Σε περιοριστική εφαρμογή και σε μονόπλευρη κατεύθυνση, οι διηγηματογράφοι της εποχής καλλιέργησαν τη μικρή φόρμα, στράφηκαν στην ιδιαίτερη πατρίδα τους, παρόλο που οι περισσότεροι ζούσαν κυρίως στην πόλη, ενέταξαν τα πατροπαράδοτα ήθη και τα έθιμα μέσα στις ιστορίες τους, αναζήτησαν την ελληνικότητα μέσα στο τοπικό και επιδίωξαν (μολονότι η προκήρυξη του διαγωνισμού προέβλεπε και ιστορικά θέματα) να αναδείξουν το παρόν, όπως αυτό εκδηλωνόταν –στις διαχρονικές του καταβολές– στα χωριά της ελληνικής επαρχίας.

Γεώργιος Δροσίνης, Ιωάννης Κονδυλάκης, Ανδρέας Καρκαβίτσας

Συγγραφείς της εποχής, από τον Γεώργιο Δροσίνη, τον Ιωάννη Κονδυλάκη, τον Χρήστο Χρηστοβασίλη, τον Αργύρη Εφταλιώτη, τον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη, τον Κώστα Κρυστάλλη μέχρι τις πιο πολύπλοκες περιπτώσεις των Γεωργίου Βιζυηνού, Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, Ανδρέα Καρκαβίτσα, Κωνσταντίνου Θεοτόκη κ.ά., ανασκάλεψαν τον πλούτο της ελληνικής επαρχίας, αρδεύτηκαν από τη λαογραφική της δεξαμενή και αποτύπωσαν ανθρωπότυπους του χωριού με τις αντιλήψεις και τις συνήθειές τους, άλλοτε με αμιγώς ρεαλιστική χροιά κι άλλοτε με ρομαντική ή εξιδανικευτική (Βαρελάς 2007).

Σ’ αυτό το πλαίσιο δεν αναπτύχθηκε μόνο η ωραιοποιημένη, «ειδυλλιακή» εικόνα της υπαίθρου, αλλά αναδείχθηκε και η ζοφερή της πλευρά, με ένα είδος κοινωνικής κριτικής, που κορυφώθηκε αργότερα στην αστική ηθογραφία. Έτσι, η Ελένη Πολίτου-Μαρμαρινού (1984) χωρίζει την ηθογραφία της εποχής σε δυο κατηγορίες: α) «την ωραιοποιημένη, ειδυλλιακή αναπαράσταση, με έντονο λαογραφικό χαρακτήρα, των ηθών της ελληνικής υπαίθρου» και β) τη «ρεαλιστική ή νατουραλιστική ηθογραφική πεζογραφία, η οποία ασχολείται βέβαια με τις μικρές, κλειστές κοινωνίες της υπαίθρου, αλλά με τρόπο που να προβάλλονται και οι σκοτεινές πλευρές τους».

Το χωριό και οι παραδόσεις του, όπως και τα ήθη των απλών ανθρώπων, εξυψώνονταν, για να αναδείξουν και να εγκωμιάσουν με πατριωτικό τρόπο τη διαχρονική αξία του ελληνικού έθνους.

Πολλά διηγήματα, όπως π.χ. «Το βοτάνι της αγάπης» (1888) του Γεωργίου Δροσίνη, διαπνέονταν από ειδυλλιακή γραφή, εκστατική, απλή στα μέσα της, που ανέδιδε τον θαυμασμό για τη φύση, το αγροτικό ήθος, τη λαϊκή γλώσσα κ.λπ. (Vitti 1991: 69). Το χωριό και οι παραδόσεις του, όπως και τα ήθη των απλών ανθρώπων, εξυψώνονταν, για να αναδείξουν και να εγκωμιάσουν με πατριωτικό τρόπο τη διαχρονική αξία του ελληνικού έθνους. Γι’ αυτό τα κείμενα συχνά κατέφευγαν σε υπερβολές, σε νοσταλγικές αποτυπώσεις της ιστορίας, η οποία διατηρούνταν ανόθευτη στην επαρχία, στην παρουσίαση της αρμονίας και της ηθικότητας της ζωής στο χωριό, τους αγαθούς ιδεαλιστικούς χαρακτήρες και τον εξαγνιστικό χαρακτήρα της φύσης.

Αυτή όμως η όψη της ηθογραφίας ήταν μόνο η μία, ασχέτως αν συν τω χρόνω θεωρήθηκε η μόνη και υπερκάλυψε την άλλη. Η δεύτερη, που αφορούσε ένα ρεαλιστικό κριτικό πρόταγμα, άρχισε ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα να εμφανίζεται και να παγιώνεται στις πρώτες δεκαετίες του 20ου, κινούμενη παράλληλα με την πρώτη.

Επομένως, με βάση όλα αυτά τα δεδομένα, μπορούμε να αποδεχτούμε τη διμερή (που γίνεται τριμερής) διάκριση των ηθογραφικών τάσεων, όπως τις χαρτογράφησε ο Παντελής Βουτουρής (1995: 260–261):


Έχουμε λοιπόν ένα αστικό είδος, το οποίο ο Π. Βουτουρής (1995: 222–229), δεχόμενος ότι η αστικοποίηση στην Ελλάδα είχε προχωρήσει ήδη μέσα στον 19ο αιώνα, πιστεύει ότι αφορούσε τις νέες συνήθειες τις οποίες είχαν αποκτήσει οι κάτοικοι ως επί το πλείστον της Αθήνας. Στο πλαίσιο της αθηναιογραφίας ανήκουν τα αθηναϊκά διηγήματα του Αλ. Παπαδιαμάντη, του Άγγελου Βλάχου, του Μιχαήλ Μητσάκη, τα έργα του Γρηγορίου Ξενόπουλου, «Οι άθλιοι των Αθηνών» του Ιωάννη Κονδυλάκη κ.λπ. Παράλληλα, το είδος απλώθηκε και εκτός της πρωτεύουσας, όπως επιχειρούσαν τα αστικά μυθιστορήματα του Γιάννη Ψυχάρη και τα «κοσμοπολίτικα» διηγήματα του Νίκου Επισκοπόπουλου ή οι αστικές ηθογραφίες της Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου, που κινούνταν στο κλίμα της Κωνσταντινούπολης (Βουτουρής 1995: 233–243).

Αρχικά, σύμφωνα με τη Λίζυ Τσιριμώκου (2000), η αστική ηθογραφία προέβαλε τα δεινά της πόλης και έμμεσα, εξ αντιθέτου, εξύψωνε (ακόμα) την υγιή, ειδυλλιακή ύπαιθρο. Η πόλη παρουσιαζόταν από τη μεριά του επαρχιώτη που έφτανε σε αυτήν, του οποίου η εμπειρία ήταν αρκετά οξεία, ο χώρος αντιμετωπιζόταν ως λανθάνουσα απειλή, το μεγαλοαστικό περιβάλλον τραυμάτιζε την αθωότητα, που κουβαλούσαν π.χ. τα παιδιά ή οι γυναίκες, ο υπόκοσμος καραδοκούσε, η αστική πορνεία και η παιδική εγκληματικότητα σοβούσαν κ.λπ. Μόνο αργότερα, με τα κείμενα των Κωνσταντίνου Χρηστομάνου, Δημοσθένη Βουτυρά και Γρηγόριου Ξενόπουλου, η αντίστιξη υποχώρησε, και ο χώρος του άστεως εγκαθιδρύθηκε αυτόνομος, ορόσημο στην πορεία από την αστική ηθογραφία στο αστικό μυθιστόρημα.

Δημοσθένης Βουτυράς, Κωνσταντίνος Θεοτόκης

Επιστρέφοντας στο χωριό, θα σταθώ πρώτα στην ειδυλλιακή αγροτική ηθογραφία, που, κατά βάση εξωραϊστική, ήταν απόρροια εν μέρει του Διαγωνισμού της «Εστίας» και έδωσε καρπούς από ελάσσονες συγγραφείς, όπως τον Γ. Δροσίνη, τον Χρ. Χρηστομάνο και τον Αργ. Εφταλιώτη (Beaton 1996). Αυτοί (επ)έμειναν σε μια συναισθηματική εκδοχή της ιδιαίτερης πατρίδας, στην αποθέωση της αγνότητας της υπαίθρου, στον εκλαογραφισμό του διηγήματος, στη γραφικότητα του βουκολικού ειδυλλίου, στην υπερβολή και τη μονομέρεια στην παρουσίαση του χωριάτικου βίου.

Χωρίς διάθεση ωραιοποίησης, οι συγγραφείς αυτής της τάσης άσκησαν έμμεση κριτική στην κοινωνική πραγματικότητα και κατήγγειλαν τις απάνθρωπες όψεις της χωριάτικης κοινωνίας...

Από την άλλη, μια «πειραγμένη» ηθογραφία απέκτησε ρεαλιστικά και νατουραλιστικά χαρακτηριστικά, με περισσότερη κριτική και λιγότερη περιγραφή στην αποτύπωση της υπαίθρου. Χωρίς διάθεση ωραιοποίησης, οι συγγραφείς αυτής της τάσης άσκησαν έμμεση κριτική στην κοινωνική πραγματικότητα και κατήγγειλαν τις απάνθρωπες όψεις της χωριάτικης κοινωνίας (Vitti 1991: 84 και 90), διαμαρτυρήθηκαν για την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, ψυχογράφησαν πιο ατομικά τους χαρακτήρες τους, οι οποίοι συγκρούονταν με το αντίξοο φυσικό περιβάλλον και τις «καθυστερημένες, άκαμπτες και συχνά απάνθρωπες δομές της κλειστής κοινωνίας του χωριού» (Πολίτου 1984). Εδώ ανήκουν ο Αλ. Παπαδιαμάντης, ο Γ. Βιζυηνός με τον ψυχολογικό ρεαλισμό του, ο Κ. Θεοτόκης, ο Κ. Χατζόπουλος κ.λπ.

Αυτό το ηθογραφικό ρεύμα, που δεν διήρκεσε πολύ, αποτελεί, κατά τον Δημήτρη Τζιόβα (2017: 133–135), μια μεταβατική τάση, ανάμεσα στον ρομαντισμό και τον ρεαλισμό που θα επικρατήσει πλήρως αργότερα, ανάμεσα στην προνεωτερικότητα και τη νεωτερικότητα, τη φύση, το χωριό και το άστυ. Γι’ αυτό οι τρεις υποκατηγορίες της, η ειδυλλιακή δηλαδή αγροτική, η ρεαλιστική αγροτική και η αστική, δεν έχουν στεγανά, καθώς ποικίλες αποχρώσεις τις γεφυρώνουν και πολλαπλές μορφές ώσμωσης συνδέουν το εξιδανικευτικό με το κριτικό, το λογοτεχνικό με το λαογραφικό, το ειδυλλιακό βαυκάλημα με την κοινωνική κριτική (Τζιόβας 2017: 137–155).

Με άλλα λόγια, οι εκπρόσωποι μιας αστικής και κοσμοπολίτικης λογοτεχνίας προέβαλαν, για να καταδικάσουν την ειδυλλιακή ηθογραφία, την υπερβολή και την απλοϊκότητά της, ώστε να αποστασιοποιηθούν από αυτήν και να χαράξουν τον νέο δρόμο προς το αθηναιοκεντρικό μυθιστόρημα...

Φαινομενικά η ηθογραφία εγκαταλείφθηκε, όταν η απλοϊκότητα του χωριού έδωσε τη θέση της στην πολυπλοκότητα της πόλης και το «μερικό» διήγημα στο πιο πανοραμικό μυθιστόρημα. Κι αυτή η μετάβαση, που δρομολόγησε έντονα η Γενιά του ’30, επιτεύχθηκε με την εκπεφρασμένη καταδίκη της ηθογραφίας και τη μονόπλευρη θεώρησή της μόνο ως νοσταλγίας και ωραιοποίησης της υπαίθρου, στίγμα που συνοδεύει το είδος μέχρι σήμερα: λ.χ. ο Γιώργος Θεοτοκάς ήδη με το Ελεύθερο πνεύμα (1929) (βλ. Vitti 2006: 38 κ.έξ.) ή ο Άγγελος Τερζάκης στα 1937, όταν μίλησε για γραφικότητα, που καλλιέργησε την εφησυχαστική ψευδαίσθηση της εθνικής λογοτεχνίας, τη λυρική φύση της εποχής που έφθινε και την αξία πολλών ηθογραφικών έργων, που άξιζαν για ό,τι λιγότερο ηθογραφικό είχαν (Τζιόβας 1989: 87–93). Με άλλα λόγια, οι εκπρόσωποι μιας αστικής και κοσμοπολίτικης λογοτεχνίας προέβαλαν, για να καταδικάσουν την ειδυλλιακή ηθογραφία, την υπερβολή και την απλοϊκότητά της, ώστε να αποστασιοποιηθούν από αυτήν και να χαράξουν τον νέο δρόμο προς το αθηναιοκεντρικό μυθιστόρημα, που λειτουργεί κριτικά, να ανυψώσουν την Ελλάδα ως φορέα εξωστρέφειας και να την οδηγήσουν στα ευρωπαϊκά μονοπάτια του ώριμου ρεαλισμού και σταδιακά του μοντερνισμού.

Μιχαήλ Μητσάκης, Νίκος Καζαντζάκης

Η ηθογραφία επανήλθε μέσα στην Κατοχή και τα πρώτα μετά από αυτήν χρόνια. Η Αγγέλα Καστρινάκη εντοπίζει ένα «ρεύμα νεοηθογραφικό», «που τείνει να παρακάμψει το αστικό εγχείρημα της γενιάς του ’30» (Καστρινάκη 2005: 71), όπως π.χ. κάνουν Οι αμαρτωλοί (1944) του Άλκη Αγγελόγλου. Ακόμα πιο έντονα και καθοριστικά, τα μεταπολεμικά μυθιστορήματα του Νίκου Καζαντζάκη θεωρούνται από τον Henri Tonnet (1999) «ως ύστατη έκφραση της ηθογραφίας». Αυτή η επανακάμψασα τάση καζαντζακικής υφής προσπερνά τις νέες κατακτήσεις του μυθιστορήματος της εποχής –ή έστω τις λιώνει μέσα στο δικό της καμίνι–, και επιστρέφει στην ηθογραφία του 19ου αιώνα, με θέματα εστιασμένα στην Κρήτη, με τη δημοτική και την κρητική διάλεκτο να κυριαρχούν, με λαϊκούς τύπους που εκφράζουν την ηθική της Μεγαλονήσου και με ανθρώπους που πηγαίνουν κόντρα στις παραδοσιακές ηθικές αγκυλώσεις. Με αυτό τον τρόπο ο συγγραφέας «ερμηνεύει αλληγορικά, πολιτικά και φιλοσοφικά τα ήθη της ελληνικής υπαίθρου» και αξιοποιώντας το γραφικό και λυρικό στοιχείο εξυψώνει τη λογοτεχνική τους ποιότητα (Tonnet 1999: 279).

Η νεοηθογραφία, από το 1990 έως σήμερα

Υπάρχουν ενδείξεις ότι η ηθογραφία αναβιώνει σήμερα και αποτελεί μια μαζική τάση της πεζογραφίας της εποχής; Καταρχάς, έχουμε ένα μεγάλο σώμα λογοτεχνικών έργων, κυρίως μικρής φόρμας (νουβέλες ή συλλογές διηγημάτων), που υποψιάζουν για κάτι τέτοιο, καθώς σε αυτά αναγνώριζουμε πρώτα απ’ όλα την εστίαση στην ύπαιθρο, και ειδικότερα στην ιδιαίτερη πατρίδα του συγγραφέα, με τη σκιαγράφηση της τοπικής κοινωνίας, των τύπων της και των ηθών τους. Σ’ αυτό το πλαίσιο, πολλοί πεζογράφοι αξιοποιούν εμπρόθετα την τοπική διάλεκτο, όχι μόνο για λόγους ανοικείωσης αλλά και για να μυήσουν τον αναγνώστη μέσω αυτής, αληθοφανώς και πειστικά, στο κλίμα του τόπου και της νοοτροπίας των κατοίκων του.

Μπορούμε να χαρτογραφήσουμε αυτή την αποκεντρωμένη λογοτεχνία καταρχάς χρονικά κι έπειτα μορφολογικά, ενώ αξίζει να διερευνήσουμε το ιδεολογικό φορτίο κάθε κειμένου αλλά και τις προθέσεις των δημιουργών που φεύγουν από τη λογική της πόλης και αναδιφούν το χωριό και τον κόσμο του. Από τη μία, λοιπόν, η λογοτεχνική αναβίωση προνεωτερικών κοινωνιών, που διατηρούνταν στην Ελλάδα τουλάχιστον μέχρι το 1940, ανάγει την «ιδαίτερα πατρίδα [σε] θύλακα του αρχέγονου, του ανέγγιχτου από τη νεωτερικότητα και αυθεντικού» (Κούρτοβικ 2021: 340). Κι από την άλλη, η φυγή προς τη σύγχρονη επαρχία, η οποία διατηρεί τον δικό της αέρα, συνδέει το παρόν με το παρελθόν, καθώς η ύπαιθρος μοιάζει μισή παρελθοντοκεντρική και μισή μελλοντοστραφής.

Σωτήρης Δημητρίου, Δημοσθένης Παπαμάρκος, Αταλάντη Ευριπίδου

Έχουμε λοιπόν ένα είδος «ποιητικής της εντοπιότητας», μια «αισθητική του τόπου» (Δημητρίου 2021), έναν «εναλλακτικό κοινοτισμό» (Κοτζιά 2020: 344), που εντοπίζεται εμφανώς σε συγγραφείς όπως είναι ο Σωτήρης Δημητρίου (Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου, 1993, Τους τα λέει ο Θεός, 2002, Το κουμπί και το φόρεμα, 2012, Ουρανός απ' άλλους τόπους, 2021 κ.ά.) και ο Γιάννης Μακριδάκης (Ανάμισης ντενεκές, 2008, Λαγού μαλλί, 2010, Το ζουμί του πετεινού, 2012, Του Θεού το μάτι, 2013 κ.ά.). Στην ίδια γραμμή κινείται ο Δημήτρης Κανελλόπουλος (Ο θάνατος του αστρίτη και άλλες ιστορίες, 2018), με διηγήματα που «αναδεικνύουν τη συγκεκριμένη περιοχή, την αγροτική, τη χωριάτικη (δεν είναι τυχαίο που στο τέλος του τόμου υπάρχει γλωσσάρι), την επαρχιακή, όσο λίγα έργα και συγγραφείς έχουν πράξει για τις ιδιαίτερες πατρίδες τους» (Παπαγεωργίου, 2018) και φωτίζουν την «ανθρωπογεωγραφία της επαρχίας, [ειδικά] αν κανείς αναλογιστεί ότι η γιγάντωση του πληθυσμού στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις πραγματοποιήθηκε από την εσωτερική μετανάστευση της επαρχίας προς τα αστικά κέντρα. Η επαρχία με όλες τις αρετές, ή τα ελαττώματα της είναι σφιχταγκαλιασμένη με την ταυτότητα μας ως λαός και χώρα (sic), και το βιβλίο του Κανελλόπουλου είναι μια σπουδαία κατάθεση για την γνώση της ταυτότητάς μας». (Μπακονίκα 2018).

Ανάλογα δείγματα συναντάμε στον Δημοσθένη Παπαμάρκο (Γκιακ, 2014) και τη Δήμητρα Λουκά (Κόμπο τον κόμπο, 2019, και Η Μούτα και άλλες ιστορίες, 2021). Για το πρώτο έργο της διηγηματογράφου παρατηρεί η Έλενα Μαρούτσου (2020): «Καθώς […] τα επεισόδια αυτά διαδραματίζονται ως επί το πλείστον στην ελληνική επαρχία και συντελούν στην ανάδυση των ηθών της εποχής, θα μπορούσε κανείς να κατατάξει τα κείμενα της Λουκά στην παράδοση της ηθογραφίας, όχι όμως στην εθιμική, περιγραφική και εν πολλοίς γραφική εκδοχή της. Τα διηγήματα της συλλογής έλκουν, πιστεύω, την καταγωγή τους από την παράδοση της αγροτικής ρεαλιστικής ηθογραφίας, εκπρόσωπος της οποίας είναι φέρ’ ειπείν ο Θεοτόκης. Οπως στα διηγήματα του Κερκυραίου πεζογράφου (με χαρακτηριστικό παράδειγμα το «Πίστομα»), έτσι κι εδώ η φύση δεν περιβάλλεται την αχλή της αθωότητας, η ζωή της ελληνικής υπαίθρου δεν εξιδανικεύεται και η κοινωνία της εποχής δείχνει το σκληρό αρχαϊκό της πρόσωπο» (Η υπογράμμιση δική μου).

Ακολουθούν ο Βρασίδας Καραλής (Σφερδούκλια στο κεφάλι, 2024), ο Θωμάς Κοροβίνης (Σταυρός στο ακροθαλάσσι, 2024), η Τασία Βενέτη (Του χιονιού, 2013), ο Κώστας Μπαρμπάτσης (Λυκοχαβιά, 2022), ο Παναγιώτης Κουσαθανάς (Το σεντούκι που γύρευε το κλειδί του, 2020), ο Γιώργος Παπαδάκης (Ο ταχυδρόμος, 2018), η Ρέα Γαλανάκη (Αμίλητα, βαθιά νερά, 2006, και Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα, 2009), ο Μιχάλης Μακρόπουλος (Το δέντρο του Ιούδα, 2014), που ακροπατά «στο αόρατο σύνορο της ηθογραφίας με την αλληγορία» (Κουρμουλής 2015), ο Αντώνης Συριανός (Οι Καστρωμένες, 2019), η Μαρία Τσιμά (Το λιθόστρατο, 2017) κ.ά.

 

Μιχάλης Αλμπάτης, Νικήτας Παπακώστας, Κωνσταντίνος Δομινίκ

Μιλώντας, μάλιστα, για τον Στάθη Κοψαχείλη (Η δρακοντιά, 2015), ο Δημήτρης Κόκορης (2016) ονομάζει «νεωτερική ηθογραφία» τη γραφή αυτή: «[Ο συγγραφέας] κινείται […] στην αφηγηματική περιοχή του βιωματικού νεορεαλισμού μικρής φόρμας, ενώ από τις αφηγήσεις του αναδύεται και η αύρα μιας νεωτερικότητας, που ξαφνιάζει γόνιμα τον αναγνώστη με ψυχολογικές εμβαθύνσεις και σποραδικές μεταφυσικές προεκτάσεις. […] Μια πεζογραφία που εκκινεί από τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και τον Γεώργιο Βιζυηνό ως μείζονες συγγραφείς της ηθογραφίας, συνεχίζει με σημαντικούς μεταπολεμικούς μας πεζογράφους σαν τον Δημήτρη Χατζή, τον Γιώργο Ιωάννου, τον Χριστόφορο Μηλιώνη, τον Θανάση Βαλτινό, τον Πρόδρομο Μάρκογλου και φτάνει έως τους νεότερους του βιωματικού ρεαλισμού με βαθύτατο υπαρξιακό άνοιγμα, τον Δημήτρη Πετσετίδη, τον Τάσο Καλούτσα, τον Βασίλη Τσιαμπούση, τον Σωτήρη Δημητρίου, κ.π.ά».

Σε αυτή τη ρεαλιστική κατά βάση γραμμή συγγραφέων πρέπει να προστεθεί και η διηγηματογραφία μεταφυσικών προθέσεων, όπου συναντάμε τους Βασίλη Γκουρογιάννη (Διηγήσεις παραφυσικών φαινομένων, 1990), Κωνσταντίνο Δομηνίκ (Ώπα-ώπα, μπλάτιμοι, 2021, και Κακό ανήλιο, 2024), Τασούλα Τσιλιμένη (Το κουμπί και άλλες ιστορίες, 2017), Ανδρέα Νικολακόπουλο (Αποδοχή κληρονομιάς, 2020 και Σάλτος, 2022), Μιχάλη Αλμπάτη (Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους, 2022), Χρυσόστομο Τσαπραΐλη (Γυναίκες που επιστρέφουν, 2020), Αταλάντη Ευριπίδου (Εκείνοι που δεν έφυγαν, 2024), Δημοσθένη Κούρτοβικ (Λαχανόρυζο του Σταυρού, 2012), Νικήτα Παπακώστα (Καληνύχτα καλούδια μου, 2018) κ.ά.

Πολλοί έχουν αμφισβητήσει την ηθογραφία μέσα στα έργα των παραπάνω λογοτεχνών όλων των κατευθύνσεων, καθώς αρνούνται την ειδυλλιακή απεικόνιση της υπαίθρου και την απλώς περιγραφική χροιά των διηγημάτων. Ακριβώς γι’ αυτό αξίζει να δούμε τη σύγχρονη ηθογραφία με άλλο μάτι, όχι μόνο επειδή μεσολαβούν πολλοί χρωστήρες από τον 19ο αιώνα έως σήμερα (μοντερνισμός, μεταμοντερνισμός κ.λπ.), που έχουν δώσει στο τοπικό άλλο χρώμα, αλλά κι επειδή πλέον η εποχή μας θέτει νέα ζητήματα στην αντιμετώπιση του χωριού. Ας συζητήσουμε πρώτα τι κοινό έχουν όλοι αυτοί οι πεζογράφοι ή, καλύτερα, ποια χαρακτηριστικά εντοπίζονται σε μερικά από τα έργα τους που τους προσδίδουν ένα νεοηθογραφικό χρώμα, κι έπειτα ας ξαναδούμε την ηθογραφία και τη νεοηθογραφία μέσα στο πλαίσιο της «περιφερειακότητας».

 Αυτή η αποκέντρωση αναδεικνύει το τοπικό, προβάλλει μια άλλη αίσθηση της ζωής, ενθρονίζει τρόπους και ήθη πρωτόγνωρα ή ξεχασμένα, ξαναφέρνει στο προσκήνιο την περιφρονημένη περιφέρεια. 

Καταρχάς, οι πεζογράφοι των τελών του 20ου και των αρχών του 21ου αιώνα φεύγουν συνειδητά από την πόλη, την υδροκέφαλη πρωτεύουσα ή τα μεγάλα αστικά κέντρα της Ελλάδας, και θέτουν στο επίκεντρο της λογοτεχνικής τους σκέψης το χωριό, στο οποίο πολλοί συγγραφείς πλέον ζουν. Αυτή η αποκέντρωση αναδεικνύει το τοπικό, προβάλλει μια άλλη αίσθηση της ζωής, ενθρονίζει τρόπους και ήθη πρωτόγνωρα ή ξεχασμένα, ξαναφέρνει στο προσκήνιο την περιφρονημένη περιφέρεια. Αυτό γίνεται είτε σε ιστορίες που αφορούν το σήμερα και σκιαγραφούν την επαρχία ως δυναμικό πεδίο, είτε σε ιστορίες που επιστρέφουν και ψηλαφούν προνεωτερικές κοινωνίες, οι οποίες τυπικά έχουν χαθεί από τον ορίζοντα του σημερινού αναγνώστη.

Παναγιώτης Κουσαθανάς, Μιχάλης Αλμπάτης, Δημοσθένης Παπαμάρκος, Αταλάντη Ευριπίδου

Έτσι, περιγράφονται επαγγέλματα, συνήθειες, τρόποι ζωής, αντιλήψεις, ήθη, νοοτροπίες, ώστε να φωτιστούν οι κοινωνικές πρακτικές, οι κοινωνικές συνθήκες αλλά και οι παθογένειες που εγκλωβίζουν το άτομο στη μέγγενη της κοινής γνώμης, της προγονοπληξίας και της ασφυκτικής αρτηριοσκληρωτικής λογικής, που θα έπρεπε να έχει ξεπεραστεί. Το πλαίσιο αυτό φέρνει σε σύγκρουση ατομικές φιλοδοξίες και στόχους με παρωχημένες κοσμοαντιλήψεις, οι οποίες συνθλίβουν συχνά ιδιαιτερότητες και καινοφανείς επιδιώξεις.

Σ’ αυτό συνεπικουρεί η επιλογή της διαλέκτου, από την Ήπειρο μέχρι την Κύπρο κι από τη Μακεδονία μέχρι την Κρήτη. Η νεοελληνική κοινή, που για δεκαετίες φάνταζε η αναγκαία συνθήκη για να γραφεί «υψηλή» λογοτεχνία, αποκαθηλώνεται ως η μοναδική γλώσσα κύρους, μέσα στη δίνη του μεταμοντερνισμού που αίρει τις μεγάλες αφηγήσεις και τα κέντρα. Έτσι, η περιφερειακότητα (regionalism) συνδέει το σημαινόμενο με το σημαίνον, αφού ορθώνει μέσα στα κείμενα διαλεκτικές νησίδες ή απλώνει το ιδίωμα ως βασικό τρόπο γραφής (Περαντωνάκης 2016).

Όλα αυτά τα γνωρίσματα συγκροτούν μια διακριτή και μαζική τάση, όπως κι αν την ονομάσουμε, η οποία είναι ορατή, υπαρκτή σε πολλούς πεζογράφους, δημιουργεί φυγόκεντρες δυνάμεις και απλώνει την επικράτεια της υπαίθρου στο λογοτεχνικό στερέωμα.

Είναι όλα αυτά «ηθογραφία»; Ναι, εφόσον η τοπική κοινότητα γίνεται ξανά ορατή, το χωριό και η εντοπιότητα αποκτούν μια εσωτερική προοπτική, ο ρεαλισμός (πειραγμένος, ψυχολογικός, μεταφυσικός, κριτικός κ.λπ.) αναπαριστά με γλαφυρότητα, έστω και με ρωγμές, την ατμόσφαιρα, οι τοπικές συνήθειες αναδεικνύονται όχι με διάθεση λαογραφικής καταγραφής αλλά μυθοπλαστικής αναγκαιότητας, η διάλεκτος επιμένει, η φύση έρχεται συχνά ως δυναμική σκηνικό, ο εξωραϊσμός απουσιάζει, αλλά δεν λείπει η πίστη στην αυθεντικότητα της χωριάτικης ζωής, με πολλές δόσεις κριτικής και κατάματης θέασης των παθογενειών της κ.ά.

Είναι αυτή η ηθογραφία όμοια με αυτήν του 19ου αιώνα; Φυσικά όχι, παρόλο που κληρονομεί πολλά στοιχεία, όπως αυτά που προανέφερα. Πλέον όμως εντάσσεται στο σύγχρονο βλέμμα και δεν υποκύπτει στην αφέλεια μιας ωραιοποιημένης ελληνικής επικράτειας. Όπως τότε η επέλαση του άστεως και της ζωής σ’ αυτό, αλλά και η απειλή που ένιωθαν από τα ξενόφερτα πρότυπα, οδήγησαν στην αναδίπλωση στο τοπικό (Τζιόβας 2017: 134–137), έτσι και τώρα η αθηναϊκή χοάνη αλλά και η εγειρόμενη παγκοσμιοποίηση οδηγεί στην αναζήτηση της ιδιαίτερης πατρίδας ως ταυτότητας (Mackridge – Yannakakis 2004: 9).

Περιφερειακότητα και αποκέντρωση

Με αυτούς τους όρους, η λογοτεχνία της περιφέρειας γίνεται «νεο-ηθογραφία» και «μετα-ηθογραφία», που αναστοχάζεται την κλασική ηθογραφία, ή και «αντι-ηθογραφία», που χρησιμοποιεί το τοπικό για να αντιταχθεί στην εντοπιότητα, καθώς καταστρώνει εναλλακτικές στρατηγικές γραφής που συνομιλούν με την παγκοσμιοποίηση, την αστικοποίηση και την κρίση της συλλογικής ταυτότητας. Η σύγχρονη θεώρηση τέτοιων κειμένων μετακινεί το βάρος από την ηθογραφία στη νεο-ηθογραφία κι από εκεί στην ευρύτερη έννοια της περιφερειακότητας. Η καθ’ ημάς ηθογραφία του 19ου αιώνα έχει το αντίστοιχό της στον αγγλοσαξονικό χώρο, όπου έχει πάρει τον χαρακτήρα του «local color» (τοπικό χρώμα) (Campbell 2003). Όλα αυτά μπορούν να στεγαστούν πλέον υπό τη σκέπη του regionalism, των γραφών δηλαδή της περιφέρειας που ξανασυστήνουν την ύπαιθρο με κριτικούς όρους.

Στην ουσία είναι μια θεωρία, μια μεθοδολογία και μια πράξη που αποσκοπεί στην αναγνώριση, τη λεπτομερή εξέταση και την ενίσχυση, αλλά και τη μεταξύ τους σύνδεση τοπικά προσδιορισμένων πολιτισμικών και κοινωνικοοικονομικών ταυτοτήτων.

Ο «critical regionalism» (τοποκεντρισμός ή περιφερειακότητα) για πρώτη φορά συσχετίζεται με τις λογοτεχνικές σπουδές στο έργο του Fredric Jameson «The Seeds of Time» (1994). Στην ουσία είναι μια θεωρία, μια μεθοδολογία και μια πράξη που αποσκοπεί στην αναγνώριση, τη λεπτομερή εξέταση και την ενίσχυση, αλλά και τη μεταξύ τους σύνδεση τοπικά προσδιορισμένων πολιτισμικών και κοινωνικοοικονομικών ταυτοτήτων. Αυτές διαμορφώνονται ακόμα περισσότερο όταν βρίσκονται σε ανταγωνιστική, αν και διαπραγματεύσιμη, σχέση με την ύστερη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση. (Limón 2008: 167). Ο Philip Joseph την ορίζει όχι ως μια απλή γεωγραφική αντίληψη, αλλά ως έναν τρόπο γραφής που αναδεικνύει τον τόπο ως χώρο, που παράγεται ιστορικά και κοινωνικά, βρίσκεται σε ένταση με τις κυρίαρχες εθνικές και παγκόσμιες αφηγήσεις, αμφισβητώντας την ομογενοποίηση που αυτές επιβάλλουν, και λειτουργεί ως διαμεσολαβητής μεταξύ της τοπικής κοινότητας και των ευρύτερων πολιτικών ή οικονομικών δυνάμεων (Joseph 2007).

Με αυτό το πρίσμα, η περιφέρεια δεν προβάλλεται με όρους νοσταλγίας αλλά αναστοχασμού, ούτε εθιμικής καθαρότητας αλλά υβριδισμού, όπου συγκερνώνται το τοπικό με το παγκόσμιο, η διάλεκτος με την κοινή γλώσσα, η μνήμη με την ανασύνθεση, και τονίζονται τα ρήγματα και οι φθορές. Είναι ένα είδος αποκέντρωσης της σκέψης, η οποία εξαίρει τις ιδιαιτερότητες μιας συγκεκριμένης περιοχής, σε αντίθεση με το κέντρο που εκλαμβάνεται σαν ένα χωνευτήρι ομογενοποιημένων ζωών και συνειδήσεων. Αντίθετα, η περιφέρεια αναδεικνύεται σε πολιτισμικό πεδίο, φορέα ταυτότητας και πλαίσιο της γλώσσας, της μνήμης και της τοπικής κοσμοαντίληψης.

Σωτήρης Δημητρίου, Κωνσταντίνος Δομινίκ, Νίκος Καζαντζάκης, Μιχαήλ Μητσάκης, Νικήτας Παπακώστας, Δημοσθένης Βουτυράς, Ιωάννης Κονδυλάκης

Η περιφερειακότητα αποτελεί την πιο ώριμη και συστηματική λογοτεχνική κατεύθυνση, ο οποία εξετάζει μια περιοχή ως κοινωνικό, οικονομικό και πολιτισμικό σύστημα. Κρατάει συνήθως τη ρεαλιστική της βάση, αν και την εμπλουτίζει με μεταφυσικές αντιλήψεις, βγαλμένες από τη νοοτροπία του λαού, ασκεί κριτική σε ό,τι συμβαίνει και δίνει ψυχολογικό βάθος στους χαρακτήρες. Προπαντός, όμως, αναδεικνύει τις κοινωνικές ζυμώσεις και τις τεκτονικές συγκρούσεις που έρχονται συχνά αδιόρατες να επιδείξουν παθογένειες, ώστε να καταστήσει τον τόπο φορέα της πλοκής κι έτσι να ερμηνεύσει πώς αυτός καθορίζει και διαπλάθει τους ποικίλους ανθρωπότυπους.

Με αυτό το σκεπτικό, απέναντι στη «λαογραφική» και «εθνοστηρικτική» πρόθεση της παλιάς ηθογραφίας (Beaton 2015: 286–295 και 309–311), στην περιφερειακότητα συναντάμε τη σκόπιμη ιδεολογική ανάδειξη του τόπου ως ιδιαίτερης πατρίδας, που κινείται έκκεντρα, τόσο απέναντι στην πρωτεύουσα και το έθνος ως ομοιογενές σύνολο, όσο και απέναντι στην παγκοσμιοποίηση, που ισοπεδώνει σε έναν κοινό τρόπο ζωής έθνη και παραδόσεις. Με άλλα λόγια, ο τόπος (place) υπερβαίνει τα γεωγραφικά όρια του χώρου (space), καθώς βαπτίζεται σε κοινωνικά και ιδεολογικά χρώματα και εκλαμβάνεται ως μια πολιτισμική επικράτεια που συνδέει το τοπίο, τη φύση και την ανθρώπινη κοινωνία με αιτιώδεις σχέσεις (Watts 2010).

Στις γραφές της περιφέρειας έχουν επιδράσει πολλές σύγχρονες τάσεις, όπως η αμφισβήτηση των μεγάλων αφηγήσεων (έθνους και οικουμενικότητας), η αποκέντρωση, η ανάδειξη του μικρού, η αίσθηση της γεωγραφικής πολλαπλότητας, η ανοικείωση μέσω της παράδοσης και της διαλέκτου, η συγγραφή της ιστορίας από κάτω, η έμφαση σε παραγκωνισμένες ιστορικές και κοινωνικές αντιλήψεις, η επανατοποθέτηση των γυναικών και άλλων παραγκωνισμένων ομάδων, η γόνιμη σύνδεση με το ζωντανό παρελθόν, η αναζήτηση ταυτότητας, η σκιαγράφηση της καθημερινότητας ως τρόπου ζωής και η σύνδεσή της με τις πολιτισμικές, πολιτικές και οικονομικές συνθήκες κ.ά.

Σ’ αυτά τα αγγλόφωνα κείμενα έχει μελετηθεί πώς ο τόπος, ο εκάστοτε συγκεκριμένος τόπος, διαμορφώνει τρόπους σκέψης, αντιλήψεις, αξίες, γλώσσα, ηθική και νοοτροπίες, ώστε να δείξει την αξία του τοπικού όχι ως κατώτερης μορφής ταυτότητας, αλλά ως ισοδύναμης προοπτικής, και να αναδείξει την Αμερική ως ένα πολυταυτοτικό σύνολο και όχι ως μία ενιαία εθνοσυγκρασία.

Με αυτή τη νέα οπτική, τα ελληνικά διηγήματα του 1880 κ.έξ, αλλά και οι νεότερες απόπειρες της ηθογράφησης της υπαίθρου εξετάζονται στο πλαίσιο της περιφερειακότητας, όπως πολλοί επιχείρησαν να κάνουν και στα έργα της αμερικάνικης πεζογραφίας των ετών 1860–1930. Σ’ αυτά τα αγγλόφωνα κείμενα έχει μελετηθεί πώς ο τόπος, ο εκάστοτε συγκεκριμένος τόπος, διαμορφώνει τρόπους σκέψης, αντιλήψεις, αξίες, γλώσσα, ηθική και νοοτροπίες, ώστε να δείξει την αξία του τοπικού όχι ως κατώτερης μορφής ταυτότητας, αλλά ως ισοδύναμης προοπτικής, και να αναδείξει την Αμερική ως ένα πολυταυτοτικό σύνολο και όχι ως μία ενιαία εθνοσυγκρασία. Με αυτόν τον τρόπο, η περιφερειακότητυα εναντιώνεται στην ομογενοποίηση που φέρνουν η εκβιομηχάνιση, η αστικοποίηση και η μεγάλη αφήγηση του έθνους (Squire 2011). Δημιουργεί κέντρα σκέψης ως προς την ιθαγένεια, την Ιστορία (τοπική και εθνική) και την περιφέρεια ως αντίβαρο στην αποικιοποίηση (Elbert – Ryden 2024). Το ίδιο γίνεται όχι μόνο στη λογοτεχνία αλλά και στις εικαστικές τέχνες (ζωγραφική, φωτογραφία κ.λπ), όπου η προσοχή μετατοπίζεται από το επίπεδο της περιγραφής στο επίπεδο της αισθητικής οργάνωσης (So 2015).

Έτσι, η θεωρία της περιφερειακότητας μπορεί –έξω από την Αμερική και τη λογοτεχνία της– να μελετήσει όλες τις φάσεις της ελληνικής ηθογραφίας αλλά και της σύγχρονης νεοηθογραφίας. Ακόμα περισσότερο, μπορούμε να ανοίξουμε τον κύκλο συγγραφέων και έργων, καθώς είναι δυνατόν να ξεφύγουμε από το στενά (νεο)ηθογραφικό (χωρίς αρνητική σήμανση ο όρος) και περάσουμε στο ευρύτερα τοπικό (αγροτικό ή αστικό), που φωτίζει την εντοπιότητα, είτε σε προνεωτερικές εποχές είτε σε σύγχρονα συγκείμενα. Δίπλα στον Σωτήρη Δημητρίου, τον Γιάννη Μακριδάκη, τον Δημήτρη Κανελλόπουλο και λοιπούς άλλους, μπορούμε να δούμε υπό το πρίσμα της περιφερειακότητας τις δυτικές συνοικίες και τα νησιά του Χρήστου Οικονόμου, την ιστορική διάσταση της Πελοποννήσου στον Θανάση Βαλτινό, τα αστικά αλλά μη αθηναϊκά σκηνικά του Θεσσαλονικιού Γιώργου Σκαμπαρδώνη κ.λπ.

* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας, κριτικός βιβλίου και συγγραφέας. Πρόσφατα κυκλοφόρησε –σε δική του επιμέλεια– ο δεύτερος τόμος της σειράς «Ιστορίες του 21ου αιώνα», μια συλλογή 12 διηγημάτων με τίτλο «Μεταξύ ανθρώπου και μηχανής» (εκδ. Διόπτρα).


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Βαρελάς, Λάμπρος (2007): «ηθογραφία», στο Μιχάλης Μερακλής – Κάρολος Μητσάκης – Βάλτερ Πούχνερ (1988–1991), Αλέξης Ζήρας (1992–1996) και Λαμπρινή Κουζέλη (1997–2007) (επιμ.), Λεξικό νεοελληνικής λογοτεχνίας. Πρόσωπα – έργα – ρεύματα – όροι, εκδ. Πατάκη, Αθήνα, σ. 796–797.
Βουτουρής, Παντελής (1995): Ως εις καθρέπτην… Προτάσεις και υποθέσεις για την ελληνική πεζογραφία του 19ου αιώνα, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα.
Δημητρίου, Δήμητρα (2021): «“Έτσι χορεύουν τα βουνά”: Η γυναικεία αισθητική της Ηπείρου στο έργο της Τασίας Βενέτη», περ. Byzantion Nea Hellas, τόμ. 40, σ. 207–221.
Δημητρούλια, Τιτίκα (2009): «Ταξίδι στον κόσμο των ανδρών. Δρόμοι που συνδέουν τη μοίρα του ανθρώπου με τα πλέον ζωικά του ένστικτα», εφ. Η Καθημερινή, 5 Ιουλίου 2009. 
Καστρινάκη, Αγγέλα (2005): Η λογοτεχνία στην ταραγμένη δεκαετία 1940–1950, εκδ. Πόλις, Αθήνα.

Κόκορης, Δημήτρης (2016): «Νεωτερική ηθογραφία», εφ. Η Αυγή, 3 Απριλίου 2016.
Κοτζιά, Ελισάβετ (2020): Ελληνική πεζογραφία 1974–2010. Το μέτρο και τα σταθμά, εκδ. Πόλις, Αθήνα.
Κουρμουλής, Νίκος (2015): «Πρελούδιο εγκλεισμού», περ. Ο Αναγνώστης, 10 Ιουνίου 2015.
Κούρτοβικ, Δημοσθένης (2021): Η ελιά κι η φλαμουριά. Ελλάδα και κόσμος, άτομο και ιστορία στην ελληνική πεζογραφία 1974–2020, εκδ. Πατάκης, Αθήνα.
Μαρούτσου, Έλενα (2020): «Τρεις ξεχωριστές νέες φωνές», Η Εφημερίδα των Συντακτών, 16 Φεβρουαρίου 2020. 
Μπακονίκα, Αλεξάνδρα (2018): «Ο θάνατος του αστρίτη και άλλες ιστορίες, του Δημήτρη Κανελλόπουλου», περ. Βακχικόν, τεύχ. 43, Οκτώβριος 2018.
Παπαγεωργίου, Χρίστος (2018): «Δημήτρης Κανελλόπουλος: “Ο θάνατος του αστρίτη και άλλες ιστορίες”», περ. Διάστιχο, 7 Ιουλίου 2018. 
Περαντωνάκης, Γιώργος (2016): «Γιατί η πεζογραφία μιλάει… διαλεκτικά;», ηλεκτρ. περ. Bookpress, 18 Φεβρουαρίου 2016. 
Περαντωνάκης, Γιώργος (2018): «Η αγροτική ηθογραφία του 21ου αιώνα», ηλεκτρ. περ. Bookpress, 6 Ιουνίου 2018. 
Πολίτου-Μαρμαρινού, Ελένη (1984): «Ηθογραφία», εγκυκλ. Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα, τόμ. 26, Αθήνα, σ. 219–221.

Σαραντάκος, Νίκος (2019): «Ο Τάσης Βασκαντήρας (διήγημα του Δημήτρη Κανελλόπουλου)», ιστολόγιο Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία, 20 Ιανουαρίου 2019. 
Τζιόβας, Δημήτρης (1989): Οι μεταμορφώσεις του εθνισμού και το ιδεολόγημα της ελληνικότητας στο μεσοπόλεμο, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα.

Τζιόβας, Δημήτρης (2017): «Περι-γράφοντας το έθνος. Μια επανεξέταση της ηθογραφίας», στο Η πολιτισμική ποιητική της ελληνικής πεζογραφίας. Από την ερμηνεία στην ηθική, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, σ. 111–160.
Τσιριμώκου, Λίζυ (2000): «Λογοτεχνία της πόλης / πόλεις της λογοτεχνίας. Αθήνα: 1870–1920», στο Εσωτερική ταχύτητα. Δοκίμια για τη λογοτεχνία, εκδ. Άγρα, Αθήνα, σ. 73–112.
Beaton, Roderick (1996): Εισαγωγή στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία. Ποίηση και πεζογραφία, 1821–1992, μτφρ. Ευαγγελία Ζούργου – Μαριάννα Σπανάκη, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα.
Beaton, Roderick (2015): Η ιδέα του έθνους στην ελληνική λογοτεχνία. Από το Βυζάντιο στη σύγχρονη Ελλάδα, μτφρ. Ελένη Πιπίνη – Πόπη Νοτιά, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο.
Campbell, Donna (2003): «Realism and Regionalism», στο Charles L. Crow (επιμ.), A Companion to the Regional Literatures of America, Blackwell Publishing, Malden, MA, σ. 92–110. 
Elbert, Monika – Ryden, Wendy (2024): «Introduction: America the Beautiful? Regionalism and Indigeneity», περ. American Literary Realism, τόμ. 56, τεύχ. 3, σ. 189–195. 
Jameson, Fredric (1994): The Seeds of Time, Columbia University Press, Νέα Υόρκη.

Joseph, Philip (2007): American Literary Regionalism in a Global Age, Louisiana State University Press, Μπατόν Ρουζ (Λουιζιάνα).
Limón, José E. (2008): «Border Literary Histories, Globalization, and Critical Regionalism», περ. American Literary History, τόμ. 20, τεύχ. 1–2, άνοιξη–καλοκαίρι 2008, σ. 160–182. 
Mackridge, Peter – Yannakakis, Eleni (2004): «Greek Fiction in the Age of Globalization», στο Peter Mackridge – Eleni Yannakakis (επιμ.), Contemporary Greek Fiction in a United Europe: From Local History to the Global Individual, Legenda / European Humanities Research Centre, Οξφόρδη, σ. 1–21.

So, Brandi Dawn (2015): American Literary Regionalism and the Sister Arts: Local Color Outside the Lines (διδακτορική διατριβή), Department of English, Stony Brook University, Stony Brook, NY. 
Squire, Kelsey Louise (2011): Regional Consciousness in American Literature, 1860–1930 (διδακτορική διατριβή), Department of English, Marquette University, Milwaukee, WI. 
Tonnet, Henri (1999): «Τα μυθιστορήματα του Νίκου Καζαντζάκη (1946–1954): Μια ύστατη έκφραση της ηθογραφίας», στο Ιστορία του ελληνικού μυθιστορήματος, μτφρ. Μ. Καραμάνου, εκδ. Πατάκης, Αθήνα, σ. 274–281.

Vitti, Mario (1991): Ιδεολογική λειτουργία της ελληνικής ηθογραφίας, μτφρ. Δ. Ν. Μαρωνίτης, 3η έκδ., επαυξ., εκδ. Κέδρος, Αθήνα.
Vitti, Mario (2006): Η «Γενιά του Τριάντα». Ιδεολογία και μορφή, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα.
Watts, Kara (2010): «Regionalism and the New Significance of Place in Literature», περ. The Falconer (αφιέρωμα: “Regionalism in American Literature”), τόμ. 13, τεύχ. 1, άνοιξη 2010, σ. 4–16. 

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Η κριτική, η συμβολική εξουσία και οι τυφλές περιοχές του λογοτεχνικού πεδίου – Σκέψεις με αφορμή την πρόσφατη συζήτηση για την έννοια της «πρωτοπορίας»

Η κριτική, η συμβολική εξουσία και οι τυφλές περιοχές του λογοτεχνικού πεδίου – Σκέψεις με αφορμή την πρόσφατη συζήτηση για την έννοια της «πρωτοπορίας»

Ποια είναι τα όρια ανάμεσα στην ερμηνευτική ελευθερία της κριτικής και την ανάγκη τεκμηρίωσης όταν μια κρίση μετατρέπεται σε ιστορικό ισχυρισμό; Σκέψεις με αφορμή την πρόσφατη συζήτηση για την έννοια της «πρωτοπορίας». Εικόνα: Ο Νικόλαος Κάλας. 

Γράφει ο Κωνσταντίνος Βλαχ...

Ο «Άγγελος στο σπίτι» & η «Τρελή στη σοφίτα»: Η κατασκευή της γυναικείας ταυτότητας στη βικτωριανή εποχή

Ο «Άγγελος στο σπίτι» & η «Τρελή στη σοφίτα»: Η κατασκευή της γυναικείας ταυτότητας στη βικτωριανή εποχή

Πώς ο «Άγγελος στο σπίτι» και η «Τρελή στη σοφίτα», δυο γυναικείες φιγούρες που απεικονίζονται στη λογοτεχνία, αποτέλεσαν τη βάση για να οικοδομηθεί η γυναικεία ταυτότητα στη βικτωριανή εποχή. Εικόνα: Από την ταινία «Τζέιν Έιρ» (2011) του Κάρι Φουκουνάγκα. 

Γράφει η ...

Μία φωνή, πολλές γλώσσες – Σκέψεις για την κυπριακή διάλεκτο και άλλες τεχνικές στην πεζογραφία της Κωνσταντίας Σωτηρίου

Μία φωνή, πολλές γλώσσες – Σκέψεις για την κυπριακή διάλεκτο και άλλες τεχνικές στην πεζογραφία της Κωνσταντίας Σωτηρίου

Πώς διάφορα είδη γλωσσών συνυπάρχουν στην πεζογραφία της Κωνσταντίας Σωτηρίου και πώς αναπτύσσεται η κειμενική φωνή της. Κάποιες σκέψεις. Τα βιβλία της βραβευμένης συγγραφέα από την Κύπρο κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πατάκη. Εικόνα: Γυναίκα αγγειοπλάστης από το χωριό Κόρνος, της επαρχίας Λάρνακας. ©Φωτογραφικό αρχεί...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Λόγος περί αποικιοκρατίας & Λόγος περί νεγροσύνης» του Αιμέ Σεζαίρ (κριτική) – Ένας πόλεμος που δεν έχει ακόμη τελειώσει

«Λόγος περί αποικιοκρατίας & Λόγος περί νεγροσύνης» του Αιμέ Σεζαίρ (κριτική) – Ένας πόλεμος που δεν έχει ακόμη τελειώσει

Για τα δοκίμια του Αιμέ Σεζαίρ (Aimé Césaire), «Λόγος περί αποικιοκρατίας – Λόγος περί νεγροσύνης» (εισαγωγή Στάθης Παπασταθόπουλος, μτφρ. Μυρτώ Ταπεινού, εκδ. San Casciano). Εικόνα: Ο πίνακας του Βίλεμ ντε Πόρτερ «Αλληγορία της αποικιοκρατικής εξουσίας».

Γράφει ο Παναγιώ...

Η κριτική, η συμβολική εξουσία και οι τυφλές περιοχές του λογοτεχνικού πεδίου – Σκέψεις με αφορμή την πρόσφατη συζήτηση για την έννοια της «πρωτοπορίας»

Η κριτική, η συμβολική εξουσία και οι τυφλές περιοχές του λογοτεχνικού πεδίου – Σκέψεις με αφορμή την πρόσφατη συζήτηση για την έννοια της «πρωτοπορίας»

Ποια είναι τα όρια ανάμεσα στην ερμηνευτική ελευθερία της κριτικής και την ανάγκη τεκμηρίωσης όταν μια κρίση μετατρέπεται σε ιστορικό ισχυρισμό; Σκέψεις με αφορμή την πρόσφατη συζήτηση για την έννοια της «πρωτοπορίας». Εικόνα: Ο Νικόλαος Κάλας. 

Γράφει ο Κωνσταντίνος Βλαχ...

«Παράλληλες ιστορίες» του Ασγκάρ Φαραντί (κριτική) – Μυθοπλασία και βίωμα, ερμηνεία και συμμετοχή

«Παράλληλες ιστορίες» του Ασγκάρ Φαραντί (κριτική) – Μυθοπλασία και βίωμα, ερμηνεία και συμμετοχή

Για τη γαλλική ταινία «Παράλληλες ιστορίες» του Ιρανού Ασγκάρ Φαραντί, την καλλιτεχνική δημιουργία και τις επιπτώσεις της. 

Γράφει ο Θόδωρος Σούμας

Ο Ασγκάρ Φαραντί έφυγε από το Ιράν το 2023, ερχόμενος σε διάσταση και σύγκρουση με το ιρανικό, θεοκρατικ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Αθλητικά παπούτσια No 7» του Βασίλη Τσαλή (προδημοσίευση)

«Αθλητικά παπούτσια No 7» του Βασίλη Τσαλή (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος ενός διηγήματος, από τη συλλογή διηγημάτων του Βασίλη Τσαλή «Αθλητικά παπούτσια No 7», η οποία θα κυκλοφορήσει στις 22 Σεπτεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Με τη Λουίζα, τη μικρότερη από τις δύο...

«Χελιδόνια» της Νατσούο Κιρίνο (προδημοσίευση)

«Χελιδόνια» της Νατσούο Κιρίνο (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Νατσούο Κιρίνο [Natsuo Kirino] «Χελιδόνια» (μτφρ. Δέσποινα Γιανναρούδη), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 22 Σεπτεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Γυρίζοντας στο σπίτι από τη ...

«Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ» του Ρομπέρτο Γκόρο (προδημοσίευση)

«Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ» του Ρομπέρτο Γκόρο (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Ρομπέρτο Γκόρο «Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Η πόρτα του ψυχιατρείου έτριξε καθώς έκλεινε πίσω του, λες και τ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Παύλος Φύσσας, 13 χρόνια από τη δολοφονία του από τους νεοναζί της Χρυσής Αυγής – 5 βιβλία κρατούν τη μνήμη ζωντανή

Παύλος Φύσσας, 13 χρόνια από τη δολοφονία του από τους νεοναζί της Χρυσής Αυγής – 5 βιβλία κρατούν τη μνήμη ζωντανή

Σαν σήμερα, 18 Σεπτεμβρίου 2013, δολοφονήθηκε ο Παύλος Φύσσας. Από τον αρχικό τρόμο μέχρι την κραυγή «Γιε μου, τα κατάφερες», της μητέρας του όταν καταδικάστηκαν τα μέλη της νεοναζιστικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή, αναζητούμε τα βιβλία που κρατούν τη μνήμη ζωντανή. Εικόνα: Γκραφίτι της ομάδας Political Stencil. 

...
Τι διαβάζουμε τώρα; Τρία καλά αστυνομικά, πρώτα φθινοπωρινά

Τι διαβάζουμε τώρα; Τρία καλά αστυνομικά, πρώτα φθινοπωρινά

Τρία καλά πρόσφατα αστυνομικά μυθιστορήματα: Χόρχε Ροντρίγκες Γκόμες, Κάιλ Ντέκερ, Γιώργος Κ. Θεοχάρης. Πολιτικό θρίλερ στην ταραγμένη Βενεζουέλα, hardboiled αστυνομικό με έναν νέο, αναπάντεχο ήρωα και μία νέα φωνή στο ελληνικό αστυνομικό που «τα λέει όλα σε 200 σελίδες». Εικόνα: Vonderauvisuals, CC BY-NC-ND 2.0

...
Τι διαβάζουμε τώρα; 10 βιβλία ελληνικής πεζογραφίας περιμένοντας το φθινόπωρο

Τι διαβάζουμε τώρα; 10 βιβλία ελληνικής πεζογραφίας περιμένοντας το φθινόπωρο

Αστυνομικές υποθέσεις με έντονο κοινωνικό προβληματισμό, δυστοπικές πραγματικότητες που όμως περιγράφουν την εποχή μας, σκοτεινές οντότητες που ξεπηδούν από τις λαϊκές αφηγήσεις: δέκα βιβλία ελληνικής πεζογραφίας που διαβάζουμε μετά το καλοκαίρι.

Επιλογή-παρουσίαση: Σόλων...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

ΦΑΚΕΛΟΙ