
Κείμενο που βασίστηκε στην ομιλία που εκφωνήθηκε στην Ημερίδα «Αλέξανδρος Κοτζιάς: ένας σύγχρονός μας» (16 Οκτωβρίου 2026), που διοργανώθηκε από την Εταιρία Συγγραφέων και το Μορφωτικό Ίδρυμα της ΕΣΗΕΑ.
Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης
Ο ήρωας της Φανταστικής περιπέτειας (1985), ο μεγάλος συγγραφέας (!) Αλέξανδρος Καπάνταης, είναι φίλος μου στο Facebook… Μου έκανε ο ίδιος αίτημα φιλίας, παρόλο που αυτός διακηρύσσει ότι εγώ, ως κριτικός που θαύμαζα και θαυμάζω το έργο του, τον εκλιπαρούσα να με δεχτεί ως ακόλουθό του. Προχθές μου έστειλε πρόσκληση για την «τιμητική τελετή που οργανώνει το Υπουργείο Πολιτισμού και Επιστημών […] για τα σαράντα χρόνια της μεγάλης προσφοράς» του στα γράμματα! (σελ. 67). Μου γράφει κάθε χρόνο ευχές στα γενέθλιά μου, πάντα το ίδιο μήνυμα με μικρές παραλλαγές, σαν να έχει έναν Τυφλοσούρτη (σελ. 75), μια Τεχνητή Νοημοσύνη, για να γράφει τυποποιημένα μέιλς. Προθυμοποιήθηκε μάλιστα να μου προσφέρει το αρχείο του, ώστε, αξιοποιώντας έναν τέτοιο θησαυρό, να γράψω «τιτανικές δημοσιεύσεις, ανακοινώσεις διαιώνιες» (σελ. 103).
Κατά καιρούς, βέβαια, ξιφουλκεί κατά της κριτικής, η οποία οφείλει «να σοβαρευτεί», να αναγνωρίσει τους αληθινούς δημιουργούς, που έχουν πνευματικό ανάστημα, σαν τον ίδιο (σελ. 102), και να βγει από την «κριτική αφασία» της (σελ. 109), που ασχολείται με κάτι τυχάρπαστους Καβάφηδες, Σεφέρηδες και Ελύτηδες.
Σε μία μέρα, ολόκληρη η σταδιοδρομία του συγγραφέα κορυφώνεται στην εκδήλωση που οργανώνει ο ίδιος προς τιμή του. Και σ’ αυτή τη μέρα αποκαθηλώνεται όλη του η αυταπάτη, καθώς το μεγαλείο που φαντάζεται δεν υπάρχει.
Αριστερός, όπως δηλώνει, αφού θέλει να εκμεταλλευτεί την πνευματική ηγεμονία της Αριστεράς, μολονότι παλιότερα είχε εξυμνήσει τη Χούντα, βραβευμένος με το Κρατικό βραβείο Μυθιστορήματος για τη «Νύχτα αξημέρωτη», την οποία βέβαια μου είχε στείλει κι έπειτα πιεστικά με ρωτούσε στο messenger αν την έχω διαβάσει και γιατί την αγνοώ! (σελ. 169) «Εμένα, [κύριε Περαντωνάκη]…, δεν μπορείς να με αμφισβητείς… Εγώ υπάρχω!», μου έγραψε χαρακτηριστικά (σελ. 171). Με πήρε, μάλιστα, τηλέφωνο, γιατί, μολονότι έχει μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες και τον έχουν εκθειάσει περιφανείς Ιταλοί καθηγητές (τους οποίους εγώ τουλάχιστον δεν γνωρίζω), με πήρε τηλέφωνο γιατί δεν τον περιέλαβα σε άρθρο μου για τη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία (σελ. 280 – 281), μολονότι μου έχει στείλει με κολακευτικές αφιέρωσεις όλα του τα βιβλία (σελ. 287).
Στην ουσία ο Καπάνταης ζει ακόμα, 40 χρόνια μετά την εμφάνισή του, κι εκπροσωπεί ένα είδος λογοτέχνη που ελίσσεται, χρησιμοποιεί πλάγιους τρόπους και δημόσιες σχέσεις για να αναρριχηθεί, κάνει πολιτικές κωλοτούμπες για να τα έχει καλά με την εξουσία, του κράτους ή του λαού ανά περίπτωση. Πρόκειται για ένα είδος χαμαιλέοντα που προσαρμόζει τη μετριότητά του στις εκάστοτε περιστάσεις, προσκολλάται σε όποιον νομίζει ότι μπορεί να τον προωθήσει και αξιοποιεί τις ελαχιστότατες αναφορές στο όνομά του, παρουσιάζοντάς τις ως γιγαντοκριτικές.
Ο Αλ. Κοτζιάς φτιάχνει έναν μυθοπλαστικό χαρακτήρα από υλικά της πραγματικότητας. Σκηνογραφεί την οικογένειά του με στοιχεία της βολεμένης και μαζί επαναστατικής ελληνικής κοινωνίας, το Υπουργείο με τη σοσιαλιστική αλλαγή της δεκαετίας του ’80, την πνευματική ζωή με (διαχρονικά) συστατικά των μωροφιλόδοξων συγγραφέων και των πεφυσιωμένων μετριοτήτων. Οι πολλαπλές αναφορές σε σπουδαίους συγγραφείς του παρελθόντος, προκειμένου ο Καπάνταης να τους κατεδαφίσει, συστήνουν την αντίθεση ανάμεσα στον μικρό που θέλει να περάσει για μέγας και στους μεγάλους που στο μυαλό του έχουν υπερτιμηθεί.
Ο Αλ. Κοτζιάς φτιάχνει έναν μυθοπλαστικό χαρακτήρα από υλικά της πραγματικότητας. Σκηνογραφεί την οικογένειά του με στοιχεία της βολεμένης και μαζί επαναστατικής ελληνικής κοινωνίας, το Υπουργείο με τη σοσιαλιστική αλλαγή της δεκαετίας του ’80, την πνευματική ζωή με (διαχρονικά) συστατικά των μωροφιλόδοξων συγγραφέων και των πεφυσιωμένων μετριοτήτων.
Ο κεντρικός χαρακτήρας μοιάζει αληθινός, βγαίνοντας έξω από το κείμενο ως αυθύπαρκτη οντότητα, ενώ αντίστροφα ο ίδιος ο Αλέξανδρος Κοτζιάς εισέρχεται στο μυθιστόρημα, παίρνοντας θέση ανάμεσα στα άλλα πλαστά πρόσωπα. Εκεί στα γραφεία του «Κέδρου», η μυθοπλασία συναντά την εξωλογοτεχνική πραγματικότητα σε ένα μεταμοντέρνο παιχνίδι, για να φανεί ότι η μορφή του Καπάνταη υπάρχει ανάμεσά μας.
Η παρουσίαση του συγγραφέα εκπορεύεται από τη σκοπιά του Αλ. Κοτζιά ως κριτικού. Ο βιβλιοκριτικός θα είχε ζήσει ανάλογα στιγμιότυπα συγγραφέων με αλαζονικό εγώ, στιγμιότυπα τα οποία συνέθεσε, διόγκωσε, επινόησε, παρώδησε, προκειμένου να αναδείξει έναν συγγραφέα-κολλιτσίδα αριβίστα και υπερόπτη που θεωρεί το έργο του κολοσσιαίο και την αποσιώπησή του μέγιστη αδικία. Ο Καπάνταης δεν είναι ένα προϊόν ωμής φαντασίας, αλλά μια συγγραφική ύπαρξη, απόλυτα ρεαλιστική, πολυσυλλεκτικά σχηματισμένη, σαρξ εκ της σαρκός της πνευματικής μας ζωής.
Ήδη με την είσοδο του Αλ. Κοτζιά στο έργο, ο πεζογράφος ξεπερνά τον ρεαλισμό της πιθανοφάνειας (Λίλλη 2025), ξεπερνά τον μοντερνισμό των προηγούμενων έργων του και προχωρεί στα χωράφια του μεταμοντερνισμού. Τα μοντέρνα και μεταμοντέρνα στοιχεία στο μυθιστόρημα φαίνονται εδραία: η αποσπασματικότητα του κειμένου με τη χρήση τεκμηρίων, συμπαρατιθέμενων με μονταζιακές και κολλαζιακές τεχνικές (Περαντωνάκης 2010), η αναξιοπιστία του πρωταγωνιστή που συνειδητά ή υποσυνείδητα παραχαράσσει τα γεγονότα διά της επιλεκτικής του μνήμης, ο αφηγητής που πλάθει τον εαυτό του ως αυτοβιογραφούμενο χαρακτήρα, η αυτοαναφορική του διάσταση που σχολιάζει παρωδιακά όλη τη λογοτεχνική σκηνή και το πνευματικό συγκείμενο της εποχής, η ανάμειξη της κουλτούρας με τη γραφειοκρατία και της πολιτισμικής με την πολιτική και ατομική σφαίρα, η ειρωνεία μέσω της αυτοαναίρεσης κ.λπ.
Τελικά, ο πυρήνας της σκέψης του Αλ. Κοτζιά δεν είναι μεταμοντέρνος αλλά μοντερνιστικός. Η πολλαπλότητα των φωνών –από τη μία η αφήγηση του Καπάνταη που πλάθει τον εαυτό του κι από την άλλη τα γραπτά δεδομένα, που αναδιφά ο επίδοξος βιογράφος του, και οι μαρτυρίες των άλλων προσώπων– δεν συστήνουν ένα πεδίο ελεύθερης πολυσημίας. Στην ουσία δεν αφήνεται ο αναγνώστης να επιλέξει ποιος έχει δίκιο και ποια οπτική γωνία επικρατεί, αλλά καθοδηγείται να καταλάβει ότι ο μυθοπλαστικός συγγραφέας είναι ένα μεγάλο τίποτα, μια περιφερόμενη αλαζονική και αυταπατώμενη συνείδηση.
Σ’ αυτό συνεπικουρεί ο τύπος του αναξιόπιστου αφηγητή, που έχει πλάσει –συνειδητά και υποσυνείδητα– μια ψευδαισθητική αυτοεικόνα και βαυκαλίζεται για το λογοτεχνικό του μέγεθος. Ο Franz Stanzel (1999) υποστηρίζει ότι κάθε ομοδιηγητικός αφηγητής είναι αναξιόπιστος, αφού η οπτική του γωνία είναι όχι μόνο υποκειμενική αλλά και μεροληπτική. Εδώ όμως έχουμε κάτι ακόμα χειρότερο. Ο Wayne Booth (1961) ορίζει τον αναξιόπιστο αφηγητή αυτόν ο οποίος μιλά αντίθετα με τους κανόνες του έργου, δηλαδή με τους όρους που θέτει ο υπονοούμενος συγγραφέας. Δεν είναι αυτός που λέει ψέματα, αλλά όποιος δεν μπορεί ή δεν θέλει να καταλάβει την περιρρέουσα πραγματικότητα.
Υπάρχει ολόκληρη θεωρία οριοθετήσεων και χαρακτηριστικών του αναξιόπιστου αφηγητή, την οποία θα αξιοποιήσω μόνο στον βαθμό που επιβεβαιώνεται στη Φανταστική περιπέτεια. Ο Καπάνταης είναι εκών άκων ένας αφηγητής που υπόκειται σε λάθη λόγω της περιορισμένης και επιλεκτικής μνήμης του (σφαλερός / fallible) και ταυτόχρονα λόγω των προθέσεων και του χαρακτήρα του (αφερέγγυος / untrustworthy) (Olson 2003). Με άλλη διαιρετική βάση, όπως το διατύπωσε ο W. Riggan (1981), έχουμε τον αφελή αφηγητή, ο οποίος χαρακτηρίζεται από ανώριμη ή εξαιρετικά περιορισμένη προοπτική και αντίληψη, προβαίνοντας σε αφηγήσεις ανάξιες εμπιστοσύνης και συνάμα τον ψεύτη αφηγητή που χαρακτηρίζεται από υγιή νόηση, ωστόσο υιοθετεί σκόπιμα και συνειδητά μία διαστρεβλωμένη εκδοχή της αλήθειας (Ψαρουδάκη 2022). Στην ουσία, παρουσιάζει λανθασμένα πολλά απ’ όσα έχουν γίνει (παραποίηση γεγονότων / misreporting), παρεξηγεί όσα γίνονται προς όφελός του (παρερμηνεία / misreading) και αξιολογεί εσφαλμένα πράξεις και συμπεριφορές (λανθασμένη αποτίμηση / misregarding) (Phelan 2005: 49-53).
Η αναξιοπιστία του αποδεικνύεται στα μάτια του αναγνώστη, ο οποίος είναι και ο αρμόδιος να κρίνει, σύμφωνα με την Ansgar Nünning (2005), από α) τις εσωτερικές αντιφάσεις των λόγων του και τα κενά μνήμης που τον διέπουν, β) τις σκόρπιες ενδείξεις υποκειμενικής πρόσληψης της πραγματικότητας και γ) τα λόγια των άλλων που αντικρούουν όσα εξιστορεί ο αφηγητής (Olson 2003). Να προσθέσω εγώ τα γραπτά ντοκουμέντα, που έρχονται να αποκαλύψουν –στα μάτια του βιογράφου του, Σέργιου, αλλά και του αναγνώστη– τις πλάνες και τα ψεύδη του Καπάνταη ως προς το παρελθόν του.
Απέναντι στην παραπαίουσα μνήμη στήνεται η προδότρια γλώσσα, γραπτή και μη. Ενώ δηλαδή ο μεταμοντερνισμός πιστεύει ότι η γλώσσα είναι το μέσο που κατασκευάζει την πραγματικότητα, στη Φανταστική περιπέτεια ο λόγος των γραπτών ντοκουμέντων και η ομιλία των δρώντων προσώπων έρχονται να ανασκευάσουν τις απάτες της καπανταϊκής μνήμης. Η μνήμη κατασκευάζει, παραποιεί, αποσιωπά, διαστρεβλώνει, ενώ τα γραπτά ντοκουμέντα κουβαλούν την αλήθεια η οποία ξεσκεπάζει το βουνό από ψέματα. Από τη μία, η υποκειμενικότητα της αφηγηματικής φωνής, που επιχειρεί να ανακατασκευάσει το εγώ μέσω του εσωτερικού μονολόγου, κι από την άλλη, η υφοποίηση (οι φωνές των άλλων που εμφιλοχωρούν μέσα στη δεσπόζουσα ομιλία) και η αρχειακή παρακαταθήκη αναιρούν την επιχειρούμενη βιογραφία και αποσυναρμολογούν βίδα βίδα την καπανταϊκή μηχανή.
Ένα τέτοιο απολαυστικό ανάγνωσμα κερδίζει τον αναγνώστη, επειδή συνδυάζει την πλάνη, το χιούμορ, την ειρωνεία, τα μεταμοντέρνα παιχνίδια, τις ανατροπές και τις αποκαλύψεις. Κι αυτό απογειώνεται με την κριτική την οποία επιχειρεί ο Αλ. Κοτζιάς στα γράμματα και στον πολιτισμό μας, που μαστίζεται από την ανακύκλωση μιας ομφαλοσκοπούμενης μετριότητας.
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας, κριτικός βιβλίου και συγγραφέας. Πρόσφατα κυκλοφόρησε –σε δική του επιμέλεια– ο δεύτερος τόμος της σειράς «Ιστορίες του 21ου αιώνα», μια συλλογή 12 διηγημάτων με τίτλο «Μεταξύ ανθρώπου και μηχανής» (εκδ. Διόπτρα).
Μικρή χρήσιμη βιβλιογραφία
Κοτζιάς, Αλέξανδρος (2026): Φανταστική περιπέτεια, υπομνηματισμός στο κείμενο Μ.Σ. Καλαβρού, επιλογικό σημείωμα Ελ. Κεχαγιόγλου, εκδ. Πατάκη, Αθήνα [α΄ έκδ. 1985].
Λίλλη, Αυγή (2025): Αναζητώντας τη «μαγεία της απάτης». Ζητήματα θεωρίας και ποιητικής στο έργο του Αλέξανδρου Κοτζιά, εκδ. Γκόνη, Αθήνα.
Περαντωνάκης, Γιώργος (2010): Από την τεχνική του μοντάζ στην τεχνική του κολλάζ (στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία) [διδακτορική διατριβή], Τμήμα Φιλολογίας, Φιλοσοφική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα (www.academia.edu/103398451 – τελευτ. επίσκεψη: 15.10.2026).
Ψαρουδάκη, Ελευθερία (2022): Όψεις του αναξιόπιστου αφηγητή στην πεζογραφία της μεταπολίτευσης [μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία], Τμήμα Φιλολογίας, Φιλοσοφική Σχολή, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Ρέθυμνο.
Booth, Wayne C. (1961): The Rhetoric of Fiction, University of Chicago Press, Σικάγο.
Hansen, Per Krogh (2007): «Reconsidering the Unreliable Narrator», περ. Semiotica, τεύχ. 165, σελ. 227–246.
Nünning, Ansgar (2005): «Reconceptualizing Unreliable Narration: Synthesizing Cognitive and Rhetorical Approaches», στο J. Phelan – P.J. Rabinowitz (επιμ.), A Companion to Narrative Theory, Blackwell Publishing, Μάλντεν Μασαχουσέτης, σελ. 89–107.
Olson, Greta (2003): «Reconsidering Unreliability: Fallible and Untrustworthy Narrators», περ. Narrative, τόμ. 11, τεύχ. 1, σελ. 93–109.
Phelan, James (2005): Living to Tell about It: A Rhetoric and Ethics of Character Narration, Cornell University Press, Ίθακα Νέας Υόρκης.
Riggan, William (1981): Pícaros, Madmen, Naïfs, and Clowns: The Unreliable First-Person Narrator, University of Oklahoma Press, Νόρμαν Οκλαχόμα.
Stanzel, Franz K. (1999): Θεωρία της αφήγησης, μτφρ. Κ. Χρυσομάλλη-Henrich, University Studio Press, Θεσσαλονίκη [τίτλ. πρωτ.: Theorie des Erzählens, 1979].
























