
Πρέπει να συμφωνούμε με έναν συγγραφέα για να τον διαβάζουμε; Σκέψεις με αφορμή την πρόσφατη απόσυρση του έργου της Σάλι Ρούνεϊ (Sally Rooney) στο Ηνωμένο Βασίλειο. © Faber
Γράφει η Ελένη Γερούση
Η πρόσφατη απόσυρση των βιβλίων της Ιρλανδής συγγραφέα Σάλι Ρούνεϊ από τη διανομή στο Ηνωμένο Βασίλειο επαναφέρει στο προσκήνιο ένα παλιό, αλλά εξαιρετικά επίκαιρο ερώτημα. Σε ποιον βαθμό πρέπει οι πολιτικές πεποιθήσεις, οι προσωπικές επιλογές ή ακόμη και οι ηθικά επιλήψιμες πράξεις ενός συγγραφέα να επηρεάζουν τη στάση μας απέναντι στο λογοτεχνικό του έργο; Και, κυρίως, ποιος δικαιούται να αποφασίζει ποια βιβλία αξίζει να κυκλοφορούν και ποια όχι;
Η περίπτωση της Ρούνεϊ είναι ιδιαίτερα ανησυχητική. Η συγγραφέας έχει εκφράσει δημόσια την υποστήριξή της στην οργάνωση Palestine Action, η οποία έχει απαγορευτεί στο Ηνωμένο Βασίλειο βάσει της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας. Η πρόθεσή της να διαθέσει έσοδα από το έργο της για την οικονομική ενίσχυση της οργάνωσης οδήγησε τον εκδοτικό της οίκο, υπό τον φόβο πιθανών νομικών συνεπειών, στη διακοπή της διανομής των βιβλίων της στη βρετανική αγορά. Δεν πρόκειται, επομένως, για γενική κρατική απαγόρευση των βιβλίων της, αλλά για έναν περιορισμό που εγείρει σοβαρά ερωτήματα σχετικά με την ελευθερία της λογοτεχνικής έκφρασης και την πρόσβαση του αναγνωστικού κοινού στο έργο της.
Το αξιοσημείωτο είναι ότι η εξέλιξη αυτή δεν συνδέεται με το περιεχόμενο των βιβλίων της, αλλά με την πολιτική στάση της δημιουργού τους. Αν και η ελευθερία της έκφρασης δεν συνεπάγεται απαλλαγή από κάθε νομική ευθύνη, οφείλουμε να αναρωτηθούμε ποιες συνέπειες μπορεί να έχει η επιβολή περιορισμών στη λογοτεχνία και τις τέχνες γενικότερα.
Η Εταιρεία Συγγραφέων στην Ελλάδα καταδίκασε την εξέλιξη αυτή, επισημαίνοντας τους κινδύνους για τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες. Και πράγματι, η απαγόρευση αυτή μάς υποχρεώνει να θέσουμε ορισμένα κρίσιμα θέματα. Θα φτάσουμε να διαβάζουμε μόνο συγγραφείς που συμμορφώνονται με την εκάστοτε κυρίαρχη ιδεολογική, πολιτική ή ηθική νόρμα; Ποιος θα καθορίζει τα όρια της αποδεκτής σκέψης; Ποιος θα αποφασίζει ποιες απόψεις επιτρέπονται και ποιες συνεπάγονται τον αποκλεισμό ενός δημιουργού από τη δημόσια σφαίρα;
• Διαβάστε επίσης: Εταιρεία Συγγραφέων: «Πράξη βάναυσης λογοκρισίας» η απόσυρση των βιβλίων της Σάλι Ρούνεϊ από το Ηνωμένο Βασίλειο
Το πρόβλημα, βέβαια, δεν είναι καινούργιο. Η ιστορία της λογοτεχνίας είναι γεμάτη από σημαντικούς δημιουργούς των οποίων οι πεποιθήσεις και οι πράξεις προκαλούν δικαιολογημένη αποστροφή. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Λουί-Φερντινάν Σελίν, ενός από τους σημαντικότερους Γάλλους συγγραφείς του 20ού αιώνα. Το Ταξίδι στην άκρη της νύχτας (1932) αποτελεί έργο-σταθμό της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, με την ανατρεπτική γλώσσα του, τον βαθύ πεσιμισμό και την αμείλικτη κριτική του στον πόλεμο, την αποικιοκρατία και την ανθρώπινη υποκρισία. Ο ίδιος ο Σελίν, ωστόσο, υπήρξε φανατικός αντισημίτης, συγγραφέας ακραία ρατσιστικών κειμένων και υποστηρικτής του ναζισμού. Τι οφείλουμε, λοιπόν, να κάνουμε με το έργο του; Να πάψουμε να το διαβάζουμε; Να αρνηθούμε τη λογοτεχνική του αξία; Να τον διαγράψουμε από την ιστορία της λογοτεχνίας;
Μια τέτοια επιλογή εκτός από απλουστευτική είναι και προβληματική. Η αναγνώριση της λογοτεχνικής αξίας ενός έργου δεν συνεπάγεται την ηθική δικαίωση του δημιουργού του. Μπορούμε να αναγνωρίζουμε τη συγγραφική ιδιοφυΐα του Σελίν και ταυτόχρονα να καταδικάζουμε απερίφραστα τον αντισημιτισμό του. Μπορούμε, μάλιστα, να διαβάζουμε το έργο του έχοντας πλήρη επίγνωση των ιδεολογικών του αντιφάσεων, χωρίς να αποσιωπούμε ή να εξωραΐζουμε τίποτε.
Ανάλογος προβληματισμός ανακύπτει και με τον Μισέλ Ουελμπέκ, έναν συγγραφέα που έχει προκαλέσει επανειλημμένα αντιδράσεις με τις δημόσιες δηλώσεις και τις ιδεολογικές του τοποθετήσεις. Έχει χαρακτηριστεί κυνικός, μισογύνης, ισλαμοφοβικός, μηδενιστής. Κι όμως, τα μυθιστορήματά του, όπως για παράδειγμα Ο χάρτης και η επικράτεια, διαθέτουν μεγάλη λογοτεχνική δύναμη. Η διεισδυτική παρατήρηση των κοινωνικών μετασχηματισμών, η αποτύπωση της μοναξιάς και της αποξένωσης, η κριτική στον καταναλωτισμό και η διερεύνηση των αντιφάσεων της σύγχρονης κοινωνίας συνθέτουν ένα έργο που αξίζει να διαβαστεί και να συζητηθεί. Γιατί, λοιπόν, να στερηθώ την αναγνωστική εμπειρία ενός σημαντικού μυθιστορήματος επειδή διαφωνώ με τις απόψεις του δημιουργού του; Από πότε η λογοτεχνική απόλαυση προϋποθέτει ιδεολογική συμφωνία;
Ωστόσο, υπάρχει σημαντική διαφορά ανάμεσα στην κριτική συνεξέταση του έργου και της προσωπικότητας του δημιουργού και στην απόρριψη ή τον αποκλεισμό του έργου εξαιτίας των απόψεων ή των πράξεών του.
Ας θυμηθούμε και την ευκολία με την οποία η δημόσια καταγγελία μπορεί να μετατραπεί σε κοινωνική καταδίκη, πολύ πριν αποδειχθεί οποιαδήποτε ενοχή. Πριν από λίγα χρόνια, στην Ελλάδα, συγγραφέας παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας βρέθηκε αντιμέτωπος με την κατηγορία της διακίνησης υλικού παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης. Παρότι οι κατηγορίες αποσύρθηκαν, η δημόσια έκθεση και ο στιγματισμός του είχαν ήδη πλήξει σοβαρά τη φήμη του. Η περίπτωση αυτή αναδεικνύει τον κίνδυνο να υποκαθίσταται το τεκμήριο της αθωότητας από τη δημόσια διαπόμπευση και η δικαστική κρίση από την καταδίκη στα μέσα ενημέρωσης και στα κοινωνικά δίκτυα.
Οι παραπάνω περιπτώσεις δεν είναι ταυτόσημες. Άλλο είναι η αποδεδειγμένη υιοθέτηση αντιδραστικών ιδεολογιών, άλλο η δημόσια έκφραση μιας πολιτικής θέσης και άλλο μια ποινική κατηγορία που δεν οδήγησε σε καταδίκη. Εκείνο που τις συνδέει είναι το ερώτημα εάν ο ιδιωτικός βίος του/της συγγραφέα πρέπει να καθορίζει την τύχη του έργου του/της.
Η «απόρριψη» ενός συγγραφέα
Ασφαλώς, δεν μπορούμε ούτε χρειάζεται να αποσυνδέουμε πλήρως τον δημιουργό από το δημιούργημά του, καθώς οι ιδέες, οι εμπειρίες και οι προκαταλήψεις του συχνά διαπερνούν το έργο του. Η γνώση της βιογραφίας και των πεποιθήσεων ενός συγγραφέα μπορεί να εμπλουτίσει την ερμηνεία του λογοτεχνικού του έργου, να φωτίσει τις ιδεολογικές του προϋποθέσεις και να αναδείξει ενδεχόμενες αντιφάσεις. Παράλληλα, είναι εύλογο να υποστηρίξει κανείς ότι το έργο δεν είναι πάντοτε ανεξάρτητο από τον δημιουργό του και ότι η ανάγνωση, η αγορά ή η δημόσια προβολή ενός βιβλίου δεν αποτελούν ηθικά ή πολιτικά ουδέτερες πράξεις, καθώς η αναγνώριση της αξίας του μπορεί να ενισχύσει το κοινωνικό κύρος και την επιρροή του συγγραφέα.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η ατομική αποδοκιμασία μετατρέπεται σε καθολική απαίτηση αποκλεισμού και όταν η προσωπική επιλογή επιδιώκει να γίνει γενικός κανόνας.
Ωστόσο, υπάρχει σημαντική διαφορά ανάμεσα στην κριτική συνεξέταση του έργου και της προσωπικότητας του δημιουργού και στην απόρριψη ή τον αποκλεισμό του έργου εξαιτίας των απόψεων ή των πράξεών του. Οι προβληματισμοί αυτοί είναι βάσιμοι και δεν πρέπει να παραγνωρίζονται, δεν δικαιολογούν, όμως, την άκριτη απόρριψη της λογοτεχνικής δημιουργίας. Αντίθετα, καθιστούν ακόμη πιο αναγκαία μια ουσιαστική και πολυδιάστατη προσέγγιση, η οποία θα συνεκτιμά την αισθητική αξία του έργου, τις ιδεολογικές αντιλήψεις που το διαπερνούν και τις κοινωνικές συνέπειες της πρόσληψής του. Στόχος, επομένως, δεν είναι ούτε να απαλλάξουμε τον συγγραφέα από την ευθύνη για τις πράξεις και τις απόψεις του ούτε να αγνοήσουμε την επίδρασή τους στο έργο του, αλλά να διατηρήσουμε την ικανότητα της κριτικής σκέψης, αποφεύγοντας την υποκατάστασή της από την απαγόρευση και τον αποκλεισμό.
Κάθε αναγνώστης δικαιούται να απορρίψει ένα βιβλίο για ηθικούς ή πολιτικούς λόγους. Μπορεί να αποφασίσει ότι δεν επιθυμεί να ενισχύσει οικονομικά έναν δημιουργό του οποίου τις πράξεις αποδοκιμάζει. Πρόκειται για μια προσωπική επιλογή που αξίζει σεβασμό. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η ατομική αποδοκιμασία μετατρέπεται σε καθολική απαίτηση αποκλεισμού και όταν η προσωπική επιλογή επιδιώκει να γίνει γενικός κανόνας.
Τι περιμένουμε από τη λογοτεχνία;
Στην πραγματικότητα, πίσω από αυτή τη συζήτηση βρίσκεται ένα βαθύτερο ερώτημα. Τι ακριβώς περιμένουμε από τη λογοτεχνία; Να επιβεβαιώνει όσα ήδη πιστεύουμε; Να αναπαράγει τις βεβαιότητές μας; Να λειτουργεί ως μηχανισμός ηθικής διαπαιδαγώγησης;
Η λογοτεχνία δεν είναι εγχειρίδιο ορθής συμπεριφοράς ούτε κατάλογος επιτρεπτών ιδεών. Η μεγάλη της δύναμη βρίσκεται στην ικανότητά της να διαταράσσει τις βεβαιότητές μας, να μας φέρνει αντιμέτωπους με το ανοίκειο, το δυσάρεστο, το αντιφατικό, ακόμη και το ηθικά αποκρουστικό. Αυτό δεν σημαίνει ότι η τέχνη βρίσκεται υπεράνω κριτικής ή ότι η καλλιτεχνική αξία αποτελεί άλλοθι για τον ρατσισμό, τον σεξισμό ή τη μισαλλοδοξία. Σημαίνει ότι η κριτική μας οφείλει να είναι ουσιαστική και τεκμηριωμένη, να αντιπαρατίθεται με επιχειρήματα και όχι να αντικαθιστά την ανάγνωση με την απαγόρευση. Μια δημοκρατική κοινωνία δεν κρίνεται μόνο από την ελευθερία που αναγνωρίζει στις απόψεις με τις οποίες συμφωνεί, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει εκείνες που την ενοχλούν ή την προκαλούν.
Κοντολογίς, δεν χρειάζεται να θαυμάζουμε τον άνθρωπο για να εκτιμήσουμε τον συγγραφέα. Δεν χρειάζεται να συμφωνούμε με τις ιδέες του για να διαβάσουμε τα βιβλία του. Και δεν χρειάζεται να αποδεχόμαστε τις πράξεις του για να υπερασπιστούμε το δικαίωμα του έργου του να υπάρχει στη δημόσια σφαίρα. Γιατί, τελικά, το ζητούμενο δεν είναι να διαβάζουμε μόνο συγγραφείς που σκέφτονται όπως εμείς, αλλά να διατηρούμε την ελευθερία να σκεφτόμαστε και διαφορετικά από αυτούς. Και ίσως αυτή να είναι μία από τις σημαντικότερες προσφορές της λογοτεχνίας: όχι να μας υποδεικνύει τι πρέπει να σκεφτούμε, αλλά να διευρύνει την ικανότητά μας να σκεφτόμαστε.
*Η ΕΛΕΝΗ ΓΕΡΟΥΣΗ γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε κλασική φιλολογία και φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και έκανε τις μεταπτυχιακές της σπουδές στο ΑΠΘ (MSc και PhD στη φιλοσοφία). Εργάζεται στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ως Σύμβουλος Φιλολόγων και συχνά παρεμβαίνει στον δημόσιο λόγο με ομιλίες και δημοσιεύσεις σχετικές με φιλοσοφικά, λογοτεχνικά και ιστορικά θέματα.























