Μια πρόταση για την κατασκευή ενός λογοτεχνικού βραβείου που θα αναγνωρίζει παλαιότερα, παρά πρόσφατα έργα. Ποια είναι η σημασία των βραβεύσεων και ποια τα όρια της λογοτεχνικής αυθεντίας. Κάποιες σκέψεις. Εικόνα: Ο Τζον Μπέρτζερ κατά την απονομή του Μπούκερ.

Γράφει ο Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης

Η αξία ενός βιβλίου σπάνια αναγνωρίζεται στην ώρα της, κι όταν τελικά αποδοθεί, σπεύδει να κατασκευάσει αναδρομικά την ιστορία της, σβήνοντας τις σιωπηλές διαδρομές και τους μήνες που το χειρόγραφο παρέμενε ένα ανάμεσα σε τόσα άλλα. Με μια βράβευση, το ίδιο ακριβώς κείμενο, ανέγγιχτο μέχρι την τελευταία του τελεία, παίρνει θέση σημείου αναφοράς και αποκτά αναγνώστες που διαβεβαιώνουν εκ των υστέρων για την αξία του. Η κριτική βαφτίζει αυτή τη μεταβολή φυσική αναγνώριση και προχωρά παρακάτω, αποφεύγοντας να εξηγήσει γιατί μια ποιότητα τόσο αναμφισβήτητη είχε ανάγκη τη σφραγίδα που την επικύρωσε, ενώ ο νομισματοκόπος, που έδωσε την τιμή με κίνηση αυθαίρετη και αμετάκλητη, αποσύρεται από την ιστορία εντελώς απαρατήρητος.

Το είπε ο Μπουρντιέ, περιγράφοντας το λογοτεχνικό πεδίο ως αρένα όπου συγγραφείς, εκδότες, κριτικοί και θεσμοί παλεύουν για το δικαίωμα να ορίσουν τι μετράει στη λογοτεχνία, και το είπε ο Τζέιμς Ίνγκλις στο The economy of prestige (σε ελεύθερη απόδοση «Η οικονομία του κύρους»), όπου το βραβείο εμφανίζεται ως νόμισμα που τυπώνεται από όσους έχουν συμφέρον να κυκλοφορεί, ένας δίαυλος διακίνησης ανάμεσα στο οικονομικό και το συμβολικό κεφάλαιο, με όχημα τις κοινωνικές σχέσεις. Και οι δύο αφαιρούν από τον αναγνώστη την αθωότητα και δεν προσφέρουν τίποτα στη θέση της, αφού καμιά κοινωνιολογία δεν θεράπευσε ποτέ κανέναν από τη συνήθεια του βιβλίου. Το κύρος που μοιράζει το βραβείο προάγει μια «ενδιαφέρουσα περίπτωση» σε «αναφορά», και οι συνέπειες φαίνονται ύστερα από δεκαετίες, όταν τα βραβευμένα βιβλία επανεκδίδονται, ενώ αυτά που έμειναν στην αφάνεια, συχνά ποιοτικά κι ενίοτε σπουδαία, χάνονται από τη μνήμη χωρίς να έχει ασχοληθεί κανείς μαζί τους ξανά.

Οικοσυστήματα και σύνορα

Στην Ελλάδα η παρεξήγηση ξεκινά όταν μιλάμε για «διαφθορά», γιατί η λέξη υπονοεί μια εξαίρεση, μια συνειδητή αυθαιρεσία που διαπράττουν οι «άλλοι». Στην πραγματικότητα, αυτό που υπάρχει είναι η αλληλεγγύη της συντεχνίας, ένα οικείο οικοσύστημα όπου ο κριτής αξιολογεί για λογαριασμό του εκδότη, ο συγγραφέας συναναστρέφεται τον κριτή, ο ακαδημαϊκός επιστρέφει μια οφειλή από το 2009 και ο εκδότης θυμάται ποιος έγραψε τι για ποιον, με καθέναν από αυτούς να ενεργεί με την καθαρότερη πρόθεση. Κανείς δεν χρηματίζεται και τίποτα δεν παραβιάζεται, αφού η συνήθεια ακυρώνει την ανάγκη της συνωμοσίας. Όποιος βρέθηκε έστω και μία φορά παρών όταν ένα βιβλίο αξιολογήθηκε πριν διαβαστεί, με βάση το βάρος του ονόματος και τα πρόσωπα της παρουσίασης, ξέρει πως χειρότερο από τη μεροληψία της κρίσης είναι το δικό του ενδοτικό νεύμα, η αυθόρμητη συγκατάθεση που δίνεται χωρίς δεύτερη σκέψη.

Σε αυτό το κλειστό σκηνικό προστίθεται η γεωγραφία, αφού η Πασκάλ Καζανόβα έδειξε στην Παγκόσμια πολιτεία των γραμμάτων ότι ο κόσμος της λογοτεχνίας έχει πρωτεύουσες και επαρχίες, με το Παρίσι, το Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη να ορίζουν τα τελωνεία όπου μια γραφή σφραγίζεται ως λογοτεχνία. Η μικρή γλώσσα, με μια ταπεινοφροσύνη που μοιάζει πολύ με φόβο, περιμένει τη ματιά ενός μακρινού αναγνώστη προτού πιστέψει στην ίδια της την αξία. Ένα ελληνικό βραβείο με βάθος και συνέπεια θα μπορούσε να γίνει κόμβος επικύρωσης για μια ολόκληρη γειτονιά γλωσσών, από τη Μεσόγειο ως τα Βαλκάνια, αρκεί να αποκτήσει πρώτα αυτό που δεν αγοράζεται: την αξιοπιστία.

Ο κόμβος της διεθνούς αναγνώρισης προϋποθέτει βιβλία που ταξιδεύουν, και η ελληνική ταξιδεύει όπως ταξιδεύει ό,τι έχει λίγους αναγνώστες και λιγότερους μεταφραστές. Ό,τι δεν μεταφράζεται δεν φτάνει ποτέ σε κανέναν από τους θεσμούς που μοιράζουν διεθνές κύρος, και το κύρος αυτό αποφασίζεται αλλού, από άλλες γλώσσες, με άλλα ακούσματα. Το Νόμπελ, που η ελληνική συζήτηση το επικαλείται κάθε Οκτώβρη σαν ληξιπρόθεσμο χρέος, και που η χώρα το έχει λάβει δύο φορές, και τις δύο για ποίηση, είναι η σφραγίδα ενός κέντρου που εξακολουθεί να ορίζει την αξία στη θέση της περιφέρειας, και όποιος το ποθεί, ποθεί, χωρίς να το ομολογεί, την υπογραφή του νομισματοκόπου για λογαριασμό δικό του.

Η ανατομία της κρίσης

Ότι ένα βραβείο μπορεί να υπάρξει δεν είναι αυτονόητο, και ό,τι ακολουθεί δέχεται χάριν οικονομίας πως η λογοτεχνία, που δεν μετριέται σε δευτερόλεπτα ούτε σε μέτρα, επιδέχεται ωστόσο μια ιεράρχηση, προσωρινή και αμφισβητήσιμη. Η παραδοχή έχει κόστος. Το βραβείο αλλάζει το βιβλίο που στεφανώνει. Οι Μπαλάζς Κόβαξ και Έιμι Σάρκι συνέκριναν χιλιάδες κριτικές αναγνωστών στο Goodreads για εξήντα τέσσερα αγγλόφωνα βιβλία της περιόδου 2007–2011, μισά βραβευμένα και μισά που έφτασαν στον τελικό χωρίς να κερδίσουν, και βρήκαν ότι τα βραβευμένα προσέλκυαν περισσότερους αναγνώστες και έχαναν πιο απότομα σε βαθμολογία από τα υπόλοιπα, επειδή το κοινό τους διευρυνόταν προς ανθρώπους που δεν ήταν οι φυσικοί τους αναγνώστες και τα φόρτωνε με προσδοκίες που κανένα κείμενο δεν αντέχει. Το βραβείο, με άλλα λόγια, αλλάζει το βιβλίο που κρίνει, και ένας θεσμός που δεν το γνωρίζει αυτό θα το μάθει με τον χειρότερο τρόπο, από τα αποτελέσματά του.

Όταν ένας θεσμός διακηρύσσει ότι κρίνει τη λογοτεχνικότητα αλλά επιλέγει σχεδόν συστηματικά το ρεαλιστικό ή το πειραματικό μυθιστόρημα, προσπερνά την αμιγή ποιότητα για να επιβραβεύσει απλώς καλούς τρόπους, τα σημεία που πιστοποιούν ότι ένα βιβλίο ανήκει στη νόμιμη κουλτούρα

Το ερώτημα που σχεδόν κανένας θεσμός δεν διατυπώνει δημόσια είναι τι ακριβώς ζυγίζει, και το βραβείο που δεν το λέει κρύβει την απάντηση μέσα στις επιλογές του και αφήνει τους άλλους να την ανακαλύψουν εκ των υστέρων, συνήθως με οργή. Οι υποψήφιες απαντήσεις είναι τουλάχιστον τρεις και δεν συμβιβάζονται εύκολα: η λογοτεχνικότητα ως αισθητική ποιότητα, δηλαδή η υφολογική και δομική αρτιότητα της γραφής· η πρωτοτυπία της φόρμας, δηλαδή το τι άλλαξε στον τρόπο που συντίθεται ένα κείμενο· και η απήχηση, δηλαδή το φως που ρίχνει ένα έργο στην εποχή του και το πόσους ανθρώπους άγγιξε. Ο Μπουρντιέ είχε ήδη ξεχωρίσει τον περιορισμένο τομέα παραγωγής, όπου οι συγγραφείς γράφουν για τους ομοίους τους και το κύρος αποτιμάται σε αναγνώριση από συναδέλφους, από την παραγωγή μεγάλης κλίμακας, όπου μετρά η επιτυχία στο ευρύ κοινό, και κάθε βραβείο στέκεται πάνω σε αυτή τη ρωγμή, χωρίς καμία υποχρέωση να μείνει εκεί αδιάκριτα. Η πενταετής απόσταση, που θα προταθεί παρακάτω, προσθέτει ένα τέταρτο κριτήριο, τη διάρκεια της πρόσληψης, κι αυτό όμως χρειάζεται ορισμό, αφού ένα βιβλίο μπορεί να επιβιώνει επειδή ξαναδιαβάζεται, επειδή επηρεάζει άλλα έργα ή επειδή διατηρείται στη μνήμη παρά τον αποκλεισμό του από τον κανόνα. Κάθε εκδοχή οδηγεί σε διαφορετικό νικητή.

Η παγίδα του είδους

Πίσω από την ίδια την έννοια της λογοτεχνικότητας, που συχνά επιστρατεύεται ως μέτρο αξιολόγησης, κρύβεται μια κρίσιμη διάκριση που καμία διακήρυξη κριτηρίων δεν μπορεί να προσπεράσει. Λογοτεχνικότητα είναι η ποιότητα που κάνει ένα κείμενο λογοτεχνία, ενώ λογοτεχνία του είδους θεωρείται η «σοβαρή» πεζογραφία απέναντι στο αστυνομικό, το επιστημονικής φαντασίας ή το φανταστικό, και η σύγχυση αυτών των δύο είναι ο πιο διακριτικός τρόπος με τον οποίο ένας θεσμός εισάγει μια ιεραρχία χωρίς να την ομολογεί. Όταν ένας θεσμός διακηρύσσει ότι κρίνει τη λογοτεχνικότητα αλλά επιλέγει σχεδόν συστηματικά το ρεαλιστικό ή το πειραματικό μυθιστόρημα, προσπερνά την αμιγή ποιότητα για να επιβραβεύσει απλώς καλούς τρόπους, τα σημεία που πιστοποιούν ότι ένα βιβλίο ανήκει στη νόμιμη κουλτούρα, αυτό που ο Μπουρντιέ ονόμασε «διάκριση». Η ιστορία στέκεται σκληρή απέναντι σε αυτή τη γραμμή, αφού ο Τσάντλερ έγραφε για τα περιοδικά pulp και ο Λάβκραφτ πέθανε το 1937 γνωστός σχεδόν μόνο στους αναγνώστες του Weird Tales, ενώ σήμερα ο ένας διδάσκεται και ο άλλος θεωρείται θεμελιωτής, την ώρα που πολλούς από τους στεφανωμένους συγχρόνους τους δεν τους θυμάται κανείς. Ο θεσμός οφείλει λοιπόν να επιλέξει συνειδητά, είτε να κρίνει τη λογοτεχνικότητα μέσα σε κάθε είδος, με το ίδιο αυστηρό μέτρο για ένα αστυνομικό και για ένα ποιητικό αφήγημα, είτε να δηλώσει ανοιχτά ότι αφορά ένα συγκεκριμένο είδος και να μην επικαλείται τη «λογοτεχνία» γενικώς, καθώς η μόνη αθέμιτη στάση είναι να ισχυρίζεται το πρώτο και να πράττει το δεύτερο.

Η περίπτωση του Κρατικού Βραβείου Μυθιστορήματος 2025 έδωσε στη διάκριση το πιο καθαρό της παράδειγμα. Το βραβείο δόθηκε ομόφωνα στον Μίνω Ευσταθιάδη για το Σου γράφω από την κοιλιά του κτήνους, ένα μυθιστόρημα που το ίδιο το σκεπτικό εντάσσει στο αστυνομικό και το επαινεί ως «ακατάτακτο», «υβριδικό», «αιρετικό», «κόντρα στο κατεστημένο του είδους», δηλαδή για τον βαθμό που παύει να είναι αυτό που είναι. Το είδος που αφήνει πίσω του περνά για τόπο που «αναζητά απαντήσεις και βεβαιότητες», περιγραφή που αποδίδει ένα βολικό στερεότυπο και αγνοεί τη δική του ιστορία, αφού το αστυνομικό από τον Τσάντλερ και μετά δουλεύει συχνά με την ηθική αβεβαιότητα, με τον ντετέκτιβ που βρίσκει την αλήθεια και δεν ξέρει τι να την κάνει. Η λογοτεχνικότητα ενός αστυνομικού μετριέται έτσι από την απόσταση που παίρνει από το αστυνομικό, και η επιτροπή επαναλαμβάνει, χωρίς να το δηλώσει, την ιεραρχία που περιγράφηκε παραπάνω.

metaixmio eustathiadis apo tin koilia tou ktinous

Η αντίφαση βαθαίνει στο επίπεδο της έκφρασης. Στην ανάγνωση του μυθιστορήματος, η γλώσσα παραμένει απλή και η λογοτεχνική του δύναμη προκύπτει από τη φυσικότητα του λόγου, την αβίαστη ροή μιας αφήγησης που κρατά τον αναγνώστη χωρίς αντιστάσεις και τον τρόπο με τον οποίο χτίζεται το μυστήριο. Το σκεπτικό που το επικυρώνει, αντίθετα, είναι γραμμένο σε ύφος εξεζητημένο, με «ενσπείρει» και «φρονηματίσει», με «υπερώο της ύπαρξης», «οφθαλμαπάτη» και «κακοδικία», σε περιόδους που χρειάζονται «καίτοι» και «αποφαίνεται». Το βιβλίο βραβεύεται μέσα σε μια γλώσσα που δεν είναι δική του.

Ότι το πρόβλημα δεν είναι ανικανότητα φαίνεται από τα άλλα σκεπτικά της ίδιας χρονιάς, που όταν θέλουν μιλούν για το πώς είναι φτιαγμένο ένα βιβλίο. Για τη νουβέλα του Σινιόσογλου καταγράφουν τις μακροπερίοδες πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις των ζώων και την αποφυγή της αλληγορίας, για τη Γέννα του Τσομίδη τον έλεγχο του ρυθμού και τον διάλογο με τα Cantos του Πάουντ. Το σκεπτικό του μυθιστορήματος ακολουθεί διαφορετική διαδρομή. Παραθέτει μια φράση του βιβλίου και την ερμηνεύει, χωρίς να προχωρά σε αντίστοιχα συγκεκριμένη εξέταση της αφηγηματικής και γλωσσικής του κατασκευής. Δεν αναφέρει, επίσης, κάποιο άλλο βιβλίο της βραχείας λίστας που «συζητήθηκε εκτενώς», όπως συμβαίνει στο διήγημα και στην ποίηση, όπου οι άλλες υποψηφιότητες λαμβάνουν θετική μνεία χωρίς να διευκρινίζεται τι έκρινε τελικά τη διαφορά.

Τα κείμενα ανακυκλώνουν συγγενές λεξιλόγιο. Η σχέση μας με το παρελθόν και τη λογοτεχνική παράδοση «επαναπροσδιορίζεται» ή «ανασυντίθεται» σε τρία βιβλία, διακειμενικές αναφορές επισημαίνονται σε άλλα δύο, ενώ η διακειμενικότητα κατονομάζεται ρητά σε ένα ακόμη. Η φράση «με αποτέλεσμα να» εμφανίζεται επίσης τρεις φορές, σε περιπτώσεις που επικαλύπτονται με τις προηγούμενες. Όταν ο έπαινος ταιριάζει σε οποιοδήποτε βιβλίο, το κριτήριο, αν υπήρξε, χάνεται μέσα του. Στο μυθιστόρημα, πάντως, οι κριτές συμφώνησαν όλοι, στο διήγημα και στην ποίηση χρειάστηκε πλειοψηφία.

Το απαιτητικό σκεπτικό

Ένα σκεπτικό που αντέχει θα έπρεπε να ξεκινά από τη δήλωση του κριτηρίου, με μια ευκρινή πρόταση που καθιστά τη θέση του θεσμού ορατή, και να δείχνει ύστερα τι στο κείμενο ανταποκρίνεται σε αυτό, με παραθέματα και σελίδες, με το σημείο όπου η αφήγηση πραγματοποιεί όσα ισχυρίζεται η κριτική, γιατί ένας έπαινος που στερείται τη στήριξη μιας συγκεκριμένης σελίδας παραμένει απλή διάθεση, ξένη προς την αληθινή κρίση. Θα έπρεπε να εξηγεί ποιο βιβλίο της βραχείας λίστας έμεινε πίσω και για ποιον λόγο, με τα ίδια ακριβώς μέτρα, να καταγράφει την άποψη της μειοψηφίας όταν η απόφαση δεν είναι ομόφωνη, και να δηλώνει τι δεν υπόσχεται το βραβείο, δηλαδή ποια άλλα αξιόλογα βιβλία μένουν εκτός επειδή υπηρετούν διαφορετικό προσανατολισμό. Θα έπρεπε να υποβάλλεται και σε μια ελάχιστη δοκιμασία που ζητά περισσότερα από το πόρισμα που κρατά ήδη στα χέρια του, την αντοχή στην παράφραση, το σημείο όπου οι λέξεις αρνούνται να αντικατασταθούν χωρίς να χαθεί κάτι από την ουσία του κειμένου. Όταν η αξιολόγηση εξαντλείται σε μια γενικόλογη διαπίστωση, όπως η αβεβαιότητα απέναντι στην αλήθεια, που ταιριάζει σε σχεδόν κάθε σπουδαίο μυθιστόρημα, το σκεπτικό προσπερνά την ίδια την ιδιαιτερότητα του έργου.

Θα έπρεπε, τέλος, να γράφεται στη γλώσσα του κειμένου που κρίνει ή τουλάχιστον σε ύφος που αποφεύγει την επίδειξη, γιατί ένα λιτό βιβλίο που ερμηνεύεται με λόγο επιτηδευμένο προδίδει ότι η εξήγηση απευθύνεται σε διαφορετικό κοινό από το ίδιο το έργο. Η συνταγή αυτή δεν εγγυάται τα πάντα, αφού ακόμα και ένα σκεπτικό με σαφές κριτήριο, παραθέματα και καταγεγραμμένη μειοψηφία μπορεί να μετατραπεί σύντομα στο ίδιο δύσκαμπτο καλούπι που θα αντιγράφουν οι επόμενες επιτροπές, αφήνοντας μόνο την υποχρέωση να παραμένει τόσο συγκεκριμένο ώστε να επιδέχεται διάψευση.

Η δοκιμασία του χρόνου

Προτού ζητήσει τον χρόνο για σύμμαχο, ένα βραβείο οφείλει να δει πού τελειώνει η γλώσσα του, όριο που φαντάζει αυτονόητο μέχρι τη στιγμή που πρέπει να χαραχτεί. Εδώ καλείται να αποφασίσει αν «ελληνικό» είναι το βιβλίο που γράφεται στα ελληνικά ή εκείνο που εκδίδεται στην ελληνική επικράτεια, αν η Κύπρος και η διασπορά αντιμετωπίζονται ως περιφέρεια ή ως οργανικό τμήμα του κέντρου, και αν ο συγγραφέας που δημιουργεί στο Βερολίνο στη γλώσσα του Σολωμού συνυπολογίζεται με όσους συγγράφουν στο λεκανοπέδιο, μια απόφαση που, όποια κι αν είναι, παραμένει βαθύτατα πολιτική, αφού ορίζει τα ίδια τα σύνορα της γραμματείας που το βραβείο υπόσχεται να επικυρώσει.

Ένα βραβείο που κοιτά με απόσταση πέντε ετών θα έβρισκε τα βιβλία όταν η πρώτη κριτική έχει γεράσει και η δεύτερη έχει διαψευστεί, όταν οι φίλοι τους έχουν κουραστεί να τα υπερασπίζονται και οι εχθροί τους να τα απορρίπτουν, κι ό,τι απομένει από αυτό το πλύσιμο είναι ένα βιβλίο γυμνό

Την αξιοπιστία που ζητήθηκε στην αρχή, αυτό που δεν αγοράζεται, μόνο ο χρόνος μπορεί να τη χτίσει, κι ο χρόνος είναι ο μόνος κριτής που στερείται εκδότη. Ένα βιβλίο που κυκλοφορεί σήμερα κρίνεται μέσα σε ένα σύννεφο καπνού, με τον ενθουσιασμό και την εχθρότητα της πρώτης κριτικής, τη μηχανή των δημοσίων σχέσεων, τις συνεντεύξεις, τις αναρτήσεις και τη σκόνη της αγοράς, όπου ακόμη και η ένσταση συνιστά μάρκετινγκ. Κάθε επιτροπή, όσο έντιμη κι αν είναι, αδυνατεί να αποτιμήσει καθαρά το κείμενο, αφού αξιολογεί αναπόφευκτα και τη στιγμή του, που παραμένει πάντα πεπερασμένη. Ακόμη και το Κρατικό, που κρίνει βιβλία του προηγούμενου έτους, έχει μπροστά του έργα των οποίων η σκόνη δεν έχει προλάβει να κατακαθίσει. Ένα βραβείο που κοιτά με απόσταση πέντε ετών θα έβρισκε τα βιβλία όταν η πρώτη κριτική έχει γεράσει και η δεύτερη έχει διαψευστεί, όταν οι φίλοι τους έχουν κουραστεί να τα υπερασπίζονται και οι εχθροί τους να τα απορρίπτουν, κι ό,τι απομένει από αυτό το πλύσιμο είναι ένα βιβλίο γυμνό, με όσους αναγνώστες κατάφερε να κρατήσει μακριά από κάθε έξωθεν επιβολή. Ο Καβάφης τύπωνε τα ποιήματά του σε μονόφυλλα για λίγους φίλους, ο Παπαδιαμάντης δημοσίευε τα διηγήματά του διάσπαρτα στις εφημερίδες, ενώ ο Καχτίτσης εξέδιδε μόνος του τα βιβλία του στο Μόντρεαλ, μακριά από τα ελλαδικά κέντρα αποφάσεων. Οι περιπτώσεις αυτές δείχνουν πόσο επισφαλής είναι κάθε πρόβλεψη για τη διάρκεια ενός έργου και πόσο λίγο η σύγχρονη αναγνώριση μπορεί να προεξοφλήσει τη μελλοντική του θέση.

Προϋποθέσεις μιας νέας πρότασης

Η απόσταση του χρόνου, ωστόσο, αδυνατεί να λειτουργήσει αν δεν περιβληθεί από δομές που να την περιφρουρούν, κι εδώ η ιστορία των υπαρχόντων θεσμών προσφέρει περισσότερα διδάγματα από κάθε θεωρία. Οι δέκα ισόβιοι της Ακαδημίας Γκονκούρ κατηγορούνται επί δεκαετίες για τους δεσμούς τους με τους μεγάλους γαλλικούς οίκους, ενώ το Μπούκερ ανανεώνει κάθε χρόνο την κριτική του επιτροπή, κι αυτή η εναλλαγή, όσο ατελής κι αν είναι, αποκόβει το βραβείο από τις προσωπικές συνδιαλλαγές των κριτών. Η Σουηδική Ακαδημία κρατά σφραγισμένα για πενήντα χρόνια τα αρχεία των υποψηφιοτήτων για το Νόμπελ, δηλαδή έχει ήδη δεχτεί ότι η κρίση της θα αξιολογηθεί από τους μεταγενέστερους, και το σκάνδαλο του 2018, που ανάγκασε την Ακαδημία να αναβάλει την απονομή, έδειξε τι συμβαίνει σε έναν θεσμό που εμπιστεύεται μόνο τον εαυτό του. Ένας νέος θεσμός θα έπρεπε λοιπόν να γεννηθεί με κριτές που υπηρετούν σύντομες, μη ανανεώσιμες θητείες και δηλώνουν δημόσια κάθε σχέση τους με οίκους και υποψηφίους, με διαδικασία υποβολής υποψηφιοτήτων ανοιχτή σε προτάσεις από βιβλιοπωλεία, πανεπιστήμια και αναγνώστες, με σκεπτικό δημοσιευμένο για κάθε επιλογή και για κάθε απόρριψη, με τα πρακτικά να ανοίγουν μετά από ορισμένα χρόνια, και με το ταμείο που χρηματοδοτεί να αδυνατεί να εγείρει αξιώσεις ανταλλάγματος, γιατί η ανεξαρτησία που εξαρτάται από τον χορηγό της παραμένει απλή χορηγία.

Κρίσιμο σημείο αποτελεί η ίδια η σύνθεση της επιτροπής, καθώς ένα σώμα συγκροτημένο αποκλειστικά από ακαδημαϊκούς και συγγραφείς αναπαράγει απλώς, με πιο καλλιεργημένο τρόπο, τις αγκυλώσεις του ίδιου περιεκτικού κύκλου.

Από τη χορηγία περνά κανείς στο όνομα, που φαίνεται διακοσμητικό και είναι η πρώτη κανονιστική πράξη του θεσμού, γιατί ένα βραβείο που φέρει όνομα νεκρού συγγραφέα δηλώνει, προτού βραβεύσει οτιδήποτε, ποιον θεωρεί πρόγονο και ποιον όχι, ενώ ένα βραβείο που φέρει όνομα χορηγού δανείζεται τη φήμη του και κληρονομεί το παρελθόν του. Το 1972 ο Τζον Μπέρτζερ, παραλαμβάνοντας το Μπούκερ για το G. στο Café Royal, δήλωσε μπροστά στους παρευρισκόμενους ότι η εταιρεία που έδινε το όνομά της στο βραβείο διατηρούσε εκμεταλλευτικά εμπορικά συμφέροντα στην Καραϊβική για περισσότερα από εκατόν τριάντα χρόνια, ανακοινώνοντας πως παραχωρεί το μισό ποσό στο κίνημα των Μαύρων Πανθήρων του Λονδίνου, κι η στιγμή εκείνη έμεινε στην ιστορία του θεσμού ως απόδειξη ότι ένα όνομα παραμένει πάντοτε φορτισμένο, ακόμη κι όταν όλοι έχουν συμφωνήσει να το αντιμετωπίζουν ως απλή ετικέτα. Ο νέος θεσμός καλείται να αναλάβει ρητά την ιστορική καταγωγή του ονόματος που υιοθετεί, αποδεχόμενος όλες τις συμβολικές του συνεπαγωγές και αποφεύγοντας την εύκολη παραδοχή ότι η επιλογή αυτή υπακούει απλώς σε αισθητικές προτιμήσεις χωρίς βαθύτερη σημασία.

Κρίσιμο σημείο αποτελεί η ίδια η σύνθεση της επιτροπής, καθώς ένα σώμα συγκροτημένο αποκλειστικά από ακαδημαϊκούς και συγγραφείς αναπαράγει απλώς, με πιο καλλιεργημένο τρόπο, τις αγκυλώσεις του ίδιου περιεκτικού κύκλου. Η απόσταση πέντε ή έξι ετών, ώστε το 2027 να κρίνονται βιβλία του 2021 ή του 2022, προσφέρει εδώ ένα πλεονέκτημα που στερείται το βραβείο της χρονιάς, καθότι επιτρέπει την ενεργή συμμετοχή ενός ευρύτερου αναγνωστικού σώματος που έχει προλάβει να δοκιμάσει τα κείμενα στον χρόνο, ενσωματώνοντας βιβλιοπώλες που αφουγκράζονται τι κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα όταν κοπάσει ο θόρυβος της προβολής, αναγνώστες απαλλαγμένους από δεσμεύσεις, λογοτεχνικούς αρθρογράφους αλλά και νεότερους δημιουργούς που είναι σε θέση να αναγνωρίσουν αν ένα βιβλίο τούς άνοιξε πραγματικά δρόμους.

Η ιδέα της καθυστερημένης κρίσης, εξάλλου, έχει δοκιμαστεί στην πράξη, έστω ως γόνιμη εξαίρεση. Το 2010 το Μπούκερ απένειμε το Lost Man Booker Prize σε βιβλία της παραλειφθείσας σοδειάς του 1970, χρονιάς που είχε μείνει χωρίς βράβευση εξαιτίας αλλαγής στους κανονισμούς, με το κοινό να αναδεικνύει νικητή το Troubles του Τζ. Γκ. Φάρελ (σε ελεύθερη απόδοση «Ταραχές»). Το 2018, με αφορμή την πεντηκονταετηρίδα του θεσμού, το «Golden Man Booker» προέκρινε ένα αντιπροσωπευτικό βιβλίο ανά δεκαετία, για να βραβεύσει τελικά κατόπιν καθολικής ψηφοφορίας τον Άγγλο ασθενή του Μάικλ Όνταατζε, ενώ τα Retro Hugo στον χώρο του φανταστικού και της επιστημονικής φαντασίας τιμούν συστηματικά έργα περασμένων εποχών που δεν είχαν την ευκαιρία να κριθούν στην ώρα τους. Όλες αυτές οι πρωτοβουλίες παραμένουν ωστόσο ειδικές περιπτώσεις, επετειακές χειρονομίες ενός μηχανισμού που εξακολουθεί να τρέφεται από την εφήμερη φετινή ανακοίνωση, ενώ μια συγκροτημένη πρόταση οφείλει να παραλάβει αυτό που εκείνες οι δοκιμές απέδειξαν, ότι δηλαδή η μεταγενέστερη ματιά διαθέτει τη δύναμη να διορθώνει τον κανόνα, και να το μετατρέψει από εξαίρεση σε θεμελιώδη κανόνα.

Ο χρόνος, όμως, που επικαλούμαστε σαν τον μόνο κριτή που στερείται εκδότη, παραμένει κι αυτός φορτισμένος, και η πιο βολική αυταπάτη του επιχειρήματος θα ήταν η παρουσίασή του ως αδέκαστου δικαστή, γιατί ξεχνά κι αυτός με τρόπο συστηματικό, καθότι ό,τι φτάνει ως «επιβίωση» έχει περάσει ήδη από τα φίλτρα του ίδιου οικοσυστήματος, από τους κριτικούς που επέλεγαν, τους εκδότες που επανεκδίδαν και τους ακαδημαϊκούς που όριζαν τι διδάσκεται. Η Τζοάνα Ρας περιέγραψε στο How to suppress women’s writing (σε ελεύθερη απόδοση «Πώς να φιμώσεις τη γυναικεία γραφή») τις μεθόδους με τις οποίες ένας πολιτισμός εκπαιδεύεται να προσπερνά τα έργα των γυναικών, από το «αδυνατεί να τα έχει γράψει εκείνη» ως το «τα έγραψε, πλην όμως παραμένουν ήσσονα», και η Ζόρα Νιλ Χέρστον πέθανε το 1960 φτωχή και σχεδόν ξεχασμένη, ώσπου η Άλις Γουόκερ αναζήτησε τον άγνωστο τάφο της και την επανέφερε στο προσκήνιο με το δοκίμιό της του 1975, ενώ ο Μόμπι Ντικ πούλησε ελάχιστα αντίτυπα στον καιρό του για να ανακαλυφθεί ως αριστούργημα εβδομήντα χρόνια αργότερα, στη δεκαετία του 1920.

Ένα βραβείο της βραδύτητας που προσπερνά την πραγματικότητα αυτή θα βραβεύει απλώς τους ήδη βραβευμένους της ιστορίας, με καθυστέρηση πέντε ετών και χωρίς καμία διορθωτική πρόθεση. Η μόνη ουσιαστική απάντηση είναι ένας θεσμός που θα τιμά την απουσία ως τεκμήριο, θα διερωτάται συστηματικά τι λείπει από τη λίστα των επιζώντων, θα δέχεται υποδείξεις από όσους διατηρούν τη μνήμη των λανθανόντων έργων, και θα υποχρεώνει τον εαυτό του να αιτιολογεί δημόσια γιατί ένα βιβλίο που έμεινε εκτός ακαδημαϊκών κανόνων παραμένει, ωστόσο, δραστικό και ζωντανό μέσα στον χρόνο.

Το βραβείο μέσα στη μνήμη

Υπάρχει όμως και μια πιο σκοτεινή λειτουργία, που το επιχείρημα για τον χρόνο οφείλει να κοιτάξει κατάματα, καθώς το βραβείο αποφασίζει ποια βιβλία θα είναι διαθέσιμα στη μελλοντική μνήμη ως παραδείγματα του καλού. Ένα βραβευμένο βιβλίο κερδίζει αναγνώστες που θα το συναντήσουν ήδη ερμηνευμένο, μέσα σε ανθολογίες, πανεπιστημιακές βιβλιογραφίες, αφιερώματα, επετείους, επανεκδόσεις και λίστες σημαντικών βιβλίων, και όποιος το ανοίξει το 2045 δεν θα το διαβάσει με την άγνοια εκείνου που το διάβασε το 2026, γιατί θα ξέρει ότι κάποτε βραβεύτηκε και θα το δει αναπόφευκτα μέσα από αυτή τη γνώση. Η αντίφαση με την πενταετή καθυστέρηση παραμένει σχεδόν κομψή. Η αναβολή επιδιώκει να αφήσει τον χρόνο να καθαρίσει την κρίση, όμως από τη στιγμή της απονομής ο ίδιος ο θεσμός εγγράφεται μέσα στον χρόνο που ισχυρίζεται ότι εμπιστεύεται, καθιστώντας τη μεταγενέστερη κρίση εξαρτημένη, αφού η ίδια δημιουργεί το τεκμήριο που θα επικαλεστούν οι επόμενοι. Το βραβείο μπαίνει μέσα στη μνήμη και την οργανώνει, και το κακό αρχίζει τη στιγμή που μια παλιά απόφαση παίρνει θέση τεκμηρίου για μια καινούργια.

Εδώ ανήκει και το ζήτημα της συναίνεσης, το οποίο κανένα βραβείο δεν θέτει. Ο Σαρτρ αρνήθηκε το Νόμπελ το 1964 για να μην καταλήξει σε θεσμό, και ένας ζωντανός συγγραφέας διατηρεί τη δυνατότητα να αρνηθεί μια βράβευση που θα αλλάξει την πρόσληψη του βιβλίου του, όπως έδειξε η μελέτη για το Goodreads. Ο νεκρός συγγραφέας, τον οποίο ο θεσμός της βραδύτητας τιμά με ιδιαίτερη προτίμηση, στερείται αυτή τη δυνατότητα, και η μνήμη τον οργανώνει χωρίς τη δική του συγκατάθεση.

Αν η κρίση γίνεται μετά την πενταετία, το ερώτημα αλλάζει, γιατί η αρτιότητα είναι τυπική και την έχουν και βιβλία ανούσια. Αυτό που μένει να ρωτηθεί είναι τι άφησε το βιβλίο πίσω του, αν ξαναδιαβάζεται και από ποιους, αν γράφτηκαν ύστερα από αυτό πράγματα που δεν θα γράφονταν χωρίς αυτό, αν έγινε ρωγμή ή απλώς ντεκόρ, πράγμα που ο χρόνος μόνο μπορεί να το πει και δεν υποκύπτει σε κανέναν εκδοτικό μηχανισμό, επειδή η ζωή ενός βιβλίου μέσα σε ξένες κεφαλές δεν προγραμματίζεται. Η βράβευση μέσα στη χρονιά της έκδοσης μοιάζει πολύ περισσότερο με καταναλωτική συνήθεια παρά με αισθητική κρίση, ενώ η πενταετής απόσταση προσφέρει μια εγγύηση που δεν διαθέτει κανένα επιτελείο, γιατί ένας θεσμός που βραβεύει σήμερα βιβλία του 2020 δεν πουλά αντίτυπα και δεν προωθεί τον φετινό κατάλογο κανενός οίκου, και είναι δύσκολο να τον εξαγοράσεις, αφού δεν έχει τι να σου πουλήσει.

Υπάρχει και η υλική πλευρά, που η συζήτηση για το κύρος συνήθως παραλείπει. Ένα βιβλίο πέντε ετών μπορεί να είναι εξαντλημένο, και το βραβείο που δηλώνει ότι ανασύρει έργα από τη λήθη και τους αποδίδει τη θέση που τους ανήκει, χωρίς να τα κάνει ξανά διαθέσιμα, μένει απλή χειρονομία. 

Απαιτείται ωστόσο μια διευκρίνιση για τον ίδιο τον αριθμό, γιατί η πενταετία είναι προς το παρόν περισσότερο πολιτική πρόταση παρά θεμελιωμένο όριο, γιατί όχι τρία χρόνια, γιατί όχι δέκα ή είκοσι, και ένα επιχείρημα που εμπιστεύεται τον χρόνο ως το μόνο φίλτρο απέναντι στη στιγμιαία δημοσιότητα δεν μπορεί να του δίνει ύστερα μια αυθαίρετη αριθμητική χωρίς να προδίδει τον εαυτό του. Η πιο έντιμη λύση ίσως δεν είναι να δικαιολογηθεί το πέντε αλλά να εγκαταλειφθεί η ιδέα ότι υπάρχει μία σωστή απόσταση, και να υπάρξουν δύο χρόνοι, ένα βραβείο της πρώτης ανάγνωσης, που θα λέει «αυτό συμβαίνει τώρα», και ένα βραβείο της επιστροφής, που θα λέει «αυτό άντεξε», οπότε η αντίθεση παύει να είναι ζωντανός συγγραφέας εναντίον μεταγενέστερης αξιολόγησης και γίνεται παρόν εναντίον διάρκειας, με το δεύτερο να δοκιμάζει την αντοχή του πρώτου. Η πενταετία αποτελεί μια πρακτική επιλογή, της οποίας η χρησιμότητα θα φανεί στην πορεία, μέσα από τα αποτελέσματα και τις δυσκολίες που θα αναδείξει η λειτουργία του ίδιου του θεσμού.

Υπάρχει και η υλική πλευρά, που η συζήτηση για το κύρος συνήθως παραλείπει. Ένα βιβλίο πέντε ετών μπορεί να είναι εξαντλημένο, και το βραβείο που δηλώνει ότι ανασύρει έργα από τη λήθη και τους αποδίδει τη θέση που τους ανήκει, χωρίς να τα κάνει ξανά διαθέσιμα, μένει απλή χειρονομία. Ένας θεσμός που εννοεί αυτό που λέει θα χρηματοδοτούσε την επανέκδοση, τη μετάφραση και τη διανομή, και εκεί θα δενόταν και η γεωπολιτική φιλοδοξία για τη Μεσόγειο και τα Βαλκάνια, αφού κανένα κέντρο επικύρωσης δεν επικυρώνει όσα δεν μπορεί να διαβάσει.

Το βραβείο της επιστροφής, επομένως, δεν μπορεί να υποκαταστήσει εκείνο της πρώτης ανάγνωσης, αλλά οφείλει να συνυπάρξει μαζί του

Και υπάρχει το ποσό, που οι θεσμοί αποφεύγουν να συζητούν επειδή φαίνεται χυδαίο, ενώ καθορίζει τη συμπεριφορά όλων. Ένα μεγάλο ποσό μετατρέπει το βραβείο σε λαχείο, βάζει τους οίκους σε πόλεμο, τους κριτές υπό πίεση και τους υποψηφίους σε στρατηγική, και ένα μικρό το κάνει αόρατο για την αγορά και ανώφελο για τον συγγραφέα που το έχει ανάγκη. Δέκα ευρώ δίνει το Γκονκούρ στον νικητή, με επιταγή, από τα πέντε χιλιάδες χρυσά φράγκα που προέβλεπε στην αρχή, και η παράδοση αυτή θεωρείται απόδειξη ότι το κύρος δεν χρειάζεται χρήμα. Στην πραγματικότητα το χρήμα του Γκονκούρ έρχεται από αλλού, από τις πωλήσεις που ακολουθούν την ανακοίνωση, ενώ ένας θεσμός που κρίνει μετά από πέντε χρόνια δεν παράγει τέτοια παράπλευρα οφέλη και καλείται να προσφέρει ο ίδιος την υλική αξία του βραβείου. Το ποσό αρκεί λοιπόν να μετρά και όχι να εξοργίζει, και να δαπανάται πρώτα σε όσα κάνουν το βιβλίο διαθέσιμο, επανέκδοση, μετάφραση, χρόνο για τον συγγραφέα.

Η ένσταση, ωστόσο, παραμένει βάσιμη, αφού ο συγγραφέας που έγραψε φέτος το καλύτερο βιβλίο του χρειάζεται το «ναι, υπάρχεις» της αναγνώρισης τη στιγμή που το έργο του διεκδικεί τη θέση του στον δημόσιο χώρο, μαζί με την υλική επιβεβαίωση που μπορεί να του επιτρέψει να συνεχίσει, και δεν είναι εύλογο να του ζητηθεί να περιμένει πέντε χρόνια για μια κρίση που ενδέχεται να φτάσει όταν η ανάγκη του θα έχει ήδη αλλάξει μορφή. Το βραβείο της επιστροφής, επομένως, δεν μπορεί να υποκαταστήσει εκείνο της πρώτης ανάγνωσης, αλλά οφείλει να συνυπάρξει μαζί του, διακρίνοντας την αναγνώριση που αποδίδεται στη στιγμή της έκδοσης από την αποτίμηση που επιχειρεί να σταθμίσει όσα ένα βιβλίο διατήρησε ή προκάλεσε στον χρόνο. Η συνύπαρξη αυτή δεν εξαλείφει τις αδικίες που γεννά κάθε απονομή, περιορίζει ωστόσο την αξίωσή της να μιλά εξ ονόματος της λογοτεχνικής αξίας στο σύνολό της.

Η ανάγκη του νικητή και η υστεροφημία

Και τότε φτάνει κανείς στην πιο επικίνδυνη υποψία, εκείνη που το κείμενο ως εδώ απέφυγε επικαλούμενο την οικονομία, μήπως η ρίζα του προβλήματος βρίσκεται πέρα από τα λάθος κριτήρια των βραβείων, στην ίδια την ανάγκη ενός νικητή, μια βαθιά προβληματική λογοτεχνική ιδέα. Η λογοτεχνία είναι αχανής και το βραβείο βάζει πάνω της μια πινακίδα, γιατί θέλουμε το βιβλίο να αποκτήσει πρόσωπο, τιμή, κορυφή, θέλουμε να μπορούμε να πούμε «αυτό» και να το δείξουμε με το δάχτυλο, και η ανάγκη αυτή δεν είναι μόνο αισθητική αλλά κοινωνική, οικονομική, εκδοτική, ψυχολογική, ανάγκη του αναγνώστη που πνίγεται, του εκδότη που πουλά, του συγγραφέα που θέλει να υπάρξει και του θεσμού που θέλει να υπάρχει. Ένα κείμενο που γράφει εναντίον της κατασκευής της λογοτεχνικής αξίας και επιχειρεί ταυτόχρονα να κατασκευάσει έναν καλύτερο μηχανισμό αξίας οφείλει να παραδεχτεί ότι ο έντιμος θεσμός που περιγράφεται εδώ παραμένει μηχανή παραγωγής νικητών, και ότι το πολύ που μπορεί να κάνει είναι να το γνωρίζει και να το δηλώνει, να θυμάται ότι κάθε βραβείο είναι μια πινακίδα που κρύβει κάτι από το τοπίο που υπόσχεται να δείξει, και γι’ αυτό να δίνει στη λίστα και στη συζήτηση γύρω της το ίδιο βάρος με το όνομα που θα εκφωνηθεί.

Η πιο ενοχλητική παραδοχή, αυτή που οφείλει να χαραχτεί στο ιδρυτικό καταστατικό ενός τέτοιου εγχειρήματος, είναι ότι ο θεσμός της βραδύτητας θα γεράσει αναπόδραστα και αυτός, θα αποκτήσει στολές, προθήκες και καθιερωμένα επισκεπτήρια, οπότε σε τριάντα χρόνια οι επιλογές του θα διδάσκονται, θα σχολιάζονται και θα αναπαράγονται από μια κριτική που θα τρέφεται από την ίδια της την αυθεντία, ώσπου ο κανόνας που γεννήθηκε ως ρωγμή να κλείσει στον επόμενο θάλαμο αντήχησης.

Η μόνη άμυνα που απομένει είναι να διατηρήσει ο θεσμός ανοιχτό το δικαίωμα στο δημόσιο σφάλμα, προβλέποντας την επανεξέταση των παλιών αποφάσεών του από μια αναθεωρητική επιτροπή που θα δημοσιεύει ανά δεκαετία τα πορίσματά της, χωρίς να δεσμεύεται από τις αρχικές επιλογές, και να αποδεχτεί ότι η καθυστερημένη κρίση αποκτά νόημα μόνο εφόσον διατηρεί ακέραιη τη δυνατότητα της αναίρεσης. Ένα βραβείο που αδυνατεί να αναγνωρίσει την πλάνη του έχει ήδη αφομοιωθεί από τον μηχανισμό που επιχείρησε να αμφισβητήσει, αφού η αυθεντία του εξαρτάται πλέον από τη διατήρηση των αποφάσεών του και όχι από την προθυμία του να τις επανεξετάσει. Η υστεροφημία, ωστόσο, εξακολουθεί να διαφεύγει από κάθε θεσμική επικύρωση και να κατοικεί στην αθόρυβη, απρόβλεπτη αντοχή μιας φωνής, σε ό,τι επιμένει να ακούγεται όταν έχουν σβήσει όλα τα φώτα της εποχής της.

* Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗΣ σπούδασε Γερμανική Γλώσσα και Φιλολογία στο ΕΚΠΑ. To 2021 δημιουργήθηκαν υπό την αιγίδα του οι εκδόσεις Περικείμενο Βιβλία. Έχει εκδώσει τις συλλογές πεζογραφίας Είδωλα (2021) και Επικράτειες (2024).


Πηγές – βιβλιογραφία

Bourdieu, Pierre, Οι κανόνες της τέχνης: Γένεση και δομή του λογοτεχνικού πεδίου, μτφρ. Έφη Γιαννοπούλου, Αθήνα: Πατάκης, 2006.
Casanova, Pascale, Η Παγκόσμια Πολιτεία των Γραμμάτων, μτφρ. Έφη Γιαννοπούλου, Αθήνα: Πατάκης, 2011.
English, James F., The Economy of Prestige: Prizes, Awards, and the Circulation of Cultural Value, Cambridge, Mass.: Harvard University Press, 2005.
Kovács, Balázs – Sharkey, Amanda J., «The Paradox of Publicity: How Awards Can Negatively Affect the Evaluation of Quality», Administrative Science Quarterly, τόμ. 59, τχ. 1, 2014, σσ. 1–33.
Russ, Joanna, How to Suppress Women’s Writing, Austin: University of Texas Press, 1983.
Walker, Alice, «In Search of Zora Neale Hurston», Ms. Magazine, Μάρτιος 1975, σσ. 74–89 [αναδημοσίευση ως «Looking for Zora» στο In Search of Our Mothers’ Gardens: Womanist Prose, Νέα Υόρκη: Harcourt Brace Jovanovich, 1983].

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Για τη «Φανταστική περιπέτεια» του Αλέξανδρου Κοτζιά και τον αναξιόπιστο κύριο Καπάνταη

Για τη «Φανταστική περιπέτεια» του Αλέξανδρου Κοτζιά και τον αναξιόπιστο κύριο Καπάνταη

Κείμενο που βασίστηκε στην ομιλία που εκφωνήθηκε στην Ημερίδα «Αλέξανδρος Κοτζιάς: ένας σύγχρονός μας» (16 Οκτωβρίου 2026), που διοργανώθηκε από την Εταιρία Συγγραφέων και το Μορφωτικό Ίδρυμα της ΕΣΗΕΑ.

Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης

Ο ήρωας της Φ...

Ρυού Μουρακάμι (1952 - 2026): Ο άλλος Μουρακάμι που έγραψε για τη σκοτεινή όψη του ιαπωνικού θαύματος

Ρυού Μουρακάμι (1952 - 2026): Ο άλλος Μουρακάμι που έγραψε για τη σκοτεινή όψη του ιαπωνικού θαύματος

Για τον Ιάπωνα συγγραφέα Ρυού Μουρακάμι που πέθανε στις 17 Οκτωβρίου 2026, σε ηλικία 74 ετών, και τη σκοτεινή όψη του οικονομικού θαύματος της Ιαπωνίας. 

Γράφει ο Μιχάλης Μοδινός

Δεν υπήρξε εξ ίσου διάσημος με τον συνονόματό του Χαρούκι, όμως κατάφερε ...

Πρέπει να συμφωνούμε με έναν συγγραφέα για να τον διαβάζουμε; – Σκέψεις με αφορμή την υπόθεση της Σάλι Ρούνεϊ

Πρέπει να συμφωνούμε με έναν συγγραφέα για να τον διαβάζουμε; – Σκέψεις με αφορμή την υπόθεση της Σάλι Ρούνεϊ

Πρέπει να συμφωνούμε με έναν συγγραφέα για να τον διαβάζουμε; Σκέψεις με αφορμή την πρόσφατη απόσυρση του έργου της Σάλι Ρούνεϊ (Sally Rooney) στο Ηνωμένο Βασίλειο. © Faber

Γράφει η Ελένη Γερούση

Η ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Η Λατινική Αμερική, το ποδόσφαιρο, οι γυναίκες: Μεγάλη εκδήλωση για το έργο του Εδουάρδο Γκαλεάνο στον Πολυχώρο Μεταίχμιο

Η Λατινική Αμερική, το ποδόσφαιρο, οι γυναίκες: Μεγάλη εκδήλωση για το έργο του Εδουάρδο Γκαλεάνο στον Πολυχώρο Μεταίχμιο

Την Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2026, στις 7 μ.μ., οι εκδόσεις Μεταίχμιο και η διαδικτυακή πύλη για το βιβλίο Book Press διοργανώνουν εκδήλωση αφιερωμένη στον σπουδαίο συγγραφέα Εδουάρδο Γκαλεάνο στον Πολυχώρο Μεταίχμιο. © Mariela De Marchi Moyano / Flickr

Επιμέλεια: Book Press ...

Βιβλιοφαγίες #5: Ο Βλακοχορτοφάγος (ξανα)ζει, η Σίλβια κι ο Φίλιπ (ξανα)συναντιούνται, οι Γάλλοι δείχνουν τον δρόμο (ξανά)

Βιβλιοφαγίες #5: Ο Βλακοχορτοφάγος (ξανα)ζει, η Σίλβια κι ο Φίλιπ (ξανα)συναντιούνται, οι Γάλλοι δείχνουν τον δρόμο (ξανά)

Ειδήσεις και ειδησάρια από τον χώρο του βιβλίου, σχόλια, τάσεις και συρμοί και, πού και πού, κάποιες σκέψεις... βιβλιοφαγικές.

Γράφει ο Βιβλιοφάγος

Σίλβια και Φίλιπ 

Γεννημένη το 1932, η ...

Δύο μεγάλες γιορτές του βιβλίου κάτω από την ίδια στέγη: 5ο Bazaar Βιβλίου του ΜΙΕΤ & Βιβλιοφιλικό Παζάρι του ΕΛΙΑ

Δύο μεγάλες γιορτές του βιβλίου κάτω από την ίδια στέγη: 5ο Bazaar Βιβλίου του ΜΙΕΤ & Βιβλιοφιλικό Παζάρι του ΕΛΙΑ

Δύο μεγάλες γιορτές του βιβλίου κάτω από την ίδια στέγη: Στο κτίριο του Παλαιού Χρηματιστηρίου, Σοφοκλέους 8–10, το 5ο Bazaar Βιβλίου του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ) συναντιέται με το Βιβλιοφιλικό Παζάρι του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου (ΕΛΙΑ),...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Πατρότητα» του Μιχάλη Σπέγγου (προδημοσίευση)

«Πατρότητα» του Μιχάλη Σπέγγου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Μιχάλη Σπέγγου «Πατρότητα», το οποίο θα κυκλοφορήσει το επόμενο διάστημα από τις εκδόσεις Επίμετρο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Είμαι ο Αχιλλέας Χάριγκτον. Γεννήθηκα και ζω στην Κέρκυρα, αλλά έζησα ένα ...

«Η Ευρώπη γεννήθηκε τον Μεσαίωνα;» του Ζακ Λε Γκοφ (προδημοσίευση)

«Η Ευρώπη γεννήθηκε τον Μεσαίωνα;» του Ζακ Λε Γκοφ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Ζακ Λε Γκοφ [Jacques Le Goff] «Η Ευρώπη γεννήθηκε τον Μεσαίωνα;» (μτφρ. Ελευθερία Ζέη), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 4 Νοεμβρίου, από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Πόλη και δημοκρατία;

...
«αλλά|ΖΩ» του Κωνσταντίνου Χαραντινιώτη (προδημοσίευση)

«αλλά|ΖΩ» του Κωνσταντίνου Χαραντινιώτη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Κωνσταντίνου Χαραντινιώτη «αλλά|ΖΩ – από την λέξη στην πράξη», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 29 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Key Books.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Πόσες φορές έχεις πει στον εαυτό σου ότι θέλε...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τι διαβάζουμε τώρα; Βιβλία φεμινιστικής και κουίρ θεωρίας

Τι διαβάζουμε τώρα; Βιβλία φεμινιστικής και κουίρ θεωρίας

Σημαντικά βιβλία που διευρύνουν τη συζήτηση για τον φεμινισμό, τη σχέση της γλώσσας με το φύλο και τη σεξουαλικότητα αλλά και το πόσο [δεν θα έπρεπε να] μας αλλάζει το γήρας.

Επιλογή-παρουσίαση: Φανή Χατζή

...

Από τον μπαμπούλα στον Μεσημερά, από τον Δράκουλα στους βουρκόλακες: Πέντε καλά βιβλία ελληνικού λαογραφικού τρόμου

Από τον μπαμπούλα στον Μεσημερά, από τον Δράκουλα στους βουρκόλακες: Πέντε καλά βιβλία ελληνικού λαογραφικού τρόμου

Φαντάσματα, μπαμπούλες και βρικόλακες της ελληνικής επαρχίας: Πέντε καλά λογοτεχνικά βιβλία λαογραφικού τρόμου που κυκλοφόρησαν πρόσφατα. Εικόνα: Από τη συλλογή «Η χτυπημένη και άλλες ιστορίες με φαντάσματα» (εκδ. Ροές), παραλλαγή της κεντρικής εικόνας.

Επιλογή-παρουσίαση: ...

Η διαρκής γοητεία του Έντγκαρ Άλαν Πόε: Γιατί τον διαβάζουμε σήμερα, ποιους συγγραφείς επηρέασε – 3 πρόσφατες εκδόσεις

Η διαρκής γοητεία του Έντγκαρ Άλαν Πόε: Γιατί τον διαβάζουμε σήμερα, ποιους συγγραφείς επηρέασε – 3 πρόσφατες εκδόσεις

Μια ημέρα σαν σήμερα, στις 7 Οκτωβρίου 1849, πέθανε στη Βαλτιμόρη ο Έντγκαρ Άλαν Πόε (Edgar Allan Poe). Γιατί, περισσότερα από εκατόν εβδομήντα χρόνια μετά, συνεχίζουμε να διαβάζουμε το έργο του και τρία καλά βιβλία του που κυκλοφόρησαν πρόσφατα.

Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωρ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

ΦΑΚΕΛΟΙ