
Τρία καλά αστυνομικά μυθιστορήματα που κυκλοφόρησαν πρόσφατα: Φώτης Δούσος, Γιάννης Μαρής, Αντόνιο Μαντσίνι. Αντισυμβατικοί αστυνομικοί, αδικία και δωσιλογισμός σε λιτή αφήγηση και μεσογειακό νουάρ για το δικαίωμα στην αυτοδικία. ©istock
Επιλογή-παρουσίαση: Χίλντα Παπαδημητρίου
Τρία καλά αστυνομικά μυθιστορήματα που κυκλοφόρησαν πρόσφατα. Δύο ελληνικά, μια κλασική και μια καινούρια περιπέτεια, καθώς και ένα ιταλικό μυθιστόρημα που όμως θυμίζει… Ελλάδα.
Φώτης Δούσος, Χόρα (εκδ. Μεταίχμιο)
«Αθήνα, 2015. Μέσα στην ασφυχτική πραγματικότητα της οικονομικής κρίσης, δύο άνεργοι μουσικοί αποφασίζουν να χτυπήσουν τα ταμεία της συναυλίας που δίνει ένας φημισμένος λαϊκοέντεχνος τραγουδιστής. Το πρόβλημα είναι ότι την τελευταία φορά που έκλεψαν κάτι -πριν είκοσι χρόνια– το πράγμα πήγε στραβά. Τώρα όμως είναι έτοιμοι για όλα. Αδειάζουν τις θήκες των μουσικών οργάνων τους και βάζουν μέσα όπλα, αν και δεν ξέρουν καν πώς να τα κρατάνε. Πάντως είναι αισιόδοξοι…
Η Χόρα είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που ισορροπεί ανάμεσα στο βαλκανικό νουάρ και τη σουρεαλιστική κωμωδία. Η δομή του παραπέμπει στον ομώνυμο δεξιοτεχνικό σκοπό από τη Ρουμανία, ο οποίος σε κάθε του επανάληψη παίζεται όλο και πιο γρήγορα.»
Γνωρίσαμε τον Φώτη Δούσο το 2021 με τη Λίστα του Λεπορέλο (εκδ. Νεφέλη), ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που αναφερόταν σ’ έναν κατά συρροή δολοφόνο ο οποίος σκότωνε τους εκδότες που είχαν απορρίψει τα γραπτά του. Με το Χόρα επανέρχεται στο ύφος του σύγχρονου, καθαρά ελληνικού αστυνομικού μυθιστορήματος. Τονίζω το «καθαρά ελληνικού», γιατί από την αρχή ο αναγνώστης αναγνωρίζει πρόσωπα, περιστατικά και καταστάσεις που αφενός τού είναι οικεία, αφετέρου δεν προέρχονται από καμία τηλεοπτική πλατφόρμα, δεν είναι αντιγραφή αλλοδαπών ιδεών και εικόνων. Οι ήρωές του, ο Νικόλας και ο Λάμπρος, είναι τέκνα της απελπισίας και της ελληνικής οικονομικής κρίσης, βιώνουν όλα τα αδιέξοδα που ζούμε όλοι από την έλευση της νέας χιλιετία κι ένθεν.
Ωστόσο, όπως γράφει στο οπισθόφυλλο, το Χόρα ισορροπεί θαυμαστά ανάμεσα στο βαλκανικό νουάρ και στη σουρεαλιστική κωμωδία. Ο συγγραφέας πλάθει μια σειρά από αλησμόνητους δεύτερους και τρίτους χαρακτήρες, απολύτως ρεαλιστικούς, εκνευριστικούς και συγχρόνως ξεκαρδιστικούς. Και όλα αυτά, ενώ σ’ ένα δεύτερο επίπεδο διακρίνουμε πολλαπλές διακειμενικές αναφορές, όπως εκείνη στον Μακμπέθ και στο δάσος του Μπέρναμ, ή όσες αφορούν τη σύγχρονη τέχνη και τη γλυπτική. Η σουρεαλιστική εξέλιξη της υπόθεσης μιας αλλοπρόσαλλης ληστείας θυμίζει επίσης τις ταινίες των αδερφών Κοέν και του Τζιμ Τζάρμους, με περισσότερη ομοιότητα προς τους πρώτους λόγω της ειρωνικής ματιάς στον κόσμο της παρανομίας, αλλά και της ελαφριάς, σχεδόν ακίνδυνης παραβατικότητας.
Στα υπέρ του βιβλίου, η ενδελεχής έρευνα στα κάθε λογής πραγματολογικά στοιχεία, από τους καφενέδες των Εξαρχείων μέχρι τα πανηγύρια της βόρειας Ελλάδας, και η μετά γνώσεως αναφορά σε μουσικά είδη και συνήθειες των ντόπιων μουσικών.
Τέλος, θα επισημάνω την παρουσία στιβαρών γυναικείων χαρακτήρων, που ξεφεύγουν τελείως από τα κλισέ του είδους και ουσιαστικά δίνουν φόρα στον μίτο της υπόθεσης να ξετυλιχτεί. Όπως επίσης, ενός τελείως αντισυμβατικού αστυνομικού, που μακάρι να τον ξανάβλεπα σε κάποιο βιβλίο του Δούσου.
Γιάννης Μαρής, Έγκλημα στη Μύκονο (εκδ. Άγρα)
Τέλη της δεκαετίας του 1950, ο εφοπλιστής Ταξιάρχης φτάνει με το γιοτ του και την αλλοπρόσαλλη παρέα του στην Μύκονο για διακοπές. Η παρέα αποτελείται από την ερωμένη του, τη νεαρή ανιψιά και μοναδική κληρονόμο του, έναν ηλικιωμένο φίλο του κι έναν Ιταλό ζιγκολό. Σύντομα μαθαίνουμε ότι δύο νέοι άντρες, ο ένας εκ των οποίων μοιάζει με τον Γκρέγκορι Πεκ, παρακολουθούν τη συντροφιά του Ταξιάρχη, και πιο συγκεκριμένα τον ζιγκολό. Όταν στα μισά περίπου του βιβλίου ο ζιγκολό θα βρεθεί δολοφονημένος δίπλα στη θάλασσα, παλιές ιστορίες θα αποκαλυφθούν, πάθη και μίση θα φουντώσουν. Ιστορίες από την εποχή της Κατοχής, χρέη που πρέπει να εξοφληθούν, αδικίες να αποκατασταθούν.
Από τα πιο ξεχωριστά βιβλία του Μαρή, το Έγκλημα στη Μύκονο περιγράφει την Ελλάδα πριν την τουριστική λαίλαπα, ενώ συγχρόνως ανατέμνει, όσο ήταν δυνατόν εκείνη την εποχή, τα τραύματα της πολεμικής και μεταπολεμικής περιόδου, τις θυσίες και τα μαρτύρια πολλών αγνών ανθρώπων. Χωρίς να πλατειάζει, ο Μαρής περιγράφει το καρκίνωμα του δωσιλογισμού και της αίσθηση της αδικίας με την οποία στιγμάτισε ανεξίτηλα την ελληνική κοινωνία.
Όπως πάντοτε, ο συγγραφέας αφηγείται λιτά την ιστορία του, αλλά καταφέρνει να ζωντανέψει τους ήρωές του και το τοπίο, τόσο ώστε οι αναγνώστες νιώθουν σαν να παρακολούθησαν μια κινηματογραφική ταινία. Στο αναλυτικό επίμετρο του Ανδρέα Αποστολίδη βρίσκουμε ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες για όλα τα «μυκονιάτικα» μυθιστορήματα του Μαρή και τους αρχετυπικούς ήρωες που παρελαύνουν απ’ αυτά: τη μοιραία κι επικίνδυνη femme fatale, τη νεαρή κοπέλα με «το μεθοδικό μυαλό, απροσδόκητα τετράγωνο για την εμφάνισή της», το ευτραφή ηλικιωμένο που παριστάνει τον αφελή, αλλά προσέχει και αναλύει τα πάντα. Τέλος, εδώ εξηγείται και η δευτερεύουσα ρομαντική ιστορία που τρέχει παράλληλα και κάποια στιγμή δένεται με την πλοκή, αφού, όπως επισημαίνει ο Αποστολίδης, ο Μαρής έγραφε για έντυπα ποικίλης ύλης, προσπαθώντας να ικανοποιήσει τις προσδοκίες των αναγνωστών και των αναγνωστριών.
- Διαβάστε επίσης: Τι διαβάζουμε τώρα; Τρία καλά αστυνομικά, πρώτα φθινοπωρινά
Αντόνιο Μαντσίνι, Όλες οι λεπτομέρειες (μτφρ. Φωτεινή Ζερβού, εκδ. Πατάκη)
«Υπήρχαν άνθρωποι με σάρκα και οστά, άνθρωποι που δεν τους είχαν δείξει την πρέπουσα προσοχή, αυτήν που το ποινικό δικαστήριο θα έπρεπε να τους είχε εξασφαλίσει. Δεν είχε αποδοθεί δικαιοσύνη. Έτσι ανέλαβε αυτός. Ο Κάρλο Καππάι είναι η ενσάρκωση της μεθοδικότητας, της ρουτίνας, της μοναξιάς. Της συνήθειας. Κανείς δεν υποπτεύεται ότι στα μάτια του ο λαβύρινθος από ντοσιέ και φακέλους δεν ήταν ποτέ άψυχο χαρτί. Αντίθετα, οι φάκελοι μιλούσαν, μερικές φορές ψιθύριζαν την αλήθεια που δεν έχει εισακουστεί, το αίτημά τους για δικαιοσύνη. Ο Καππάι οδηγεί τη δικαιοσύνη εκεί που δεν κατάφερε να φτάσει ο νόμος, ενώ περιμένει πάντα, σαράντα χρόνια τώρα, να τιμωρήσει το έγκλημα που σημάδεψε τη ζωή του. Ο Βάλτερ Αντρέττι είναι δημοσιογράφος. Από το αθλητικό ρεπορτάζ, που αγαπούσε, βρέθηκε στο αστυνομικό, που θεωρεί απαράδεκτο. Αναλαμβάνοντας, όμως, εκών άκων, μια έρευνα για δυο δολοφονίες, ο Αντρέττι αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι κάτι παράξενο κρύβεται εκεί. Κάποια σύνδεση. Ίσως το ίδιο χέρι...»
Μόλις ο αναγνώστης ξεπεράσει την απογοήτευση βλέποντας ότι ο υποδιοικητής Ρόκκο Σκιαβόνε απουσιάζει από το καινούργιο βιβλίο του Αντόνιο Μαντσίνι, τον περιμένει ένα έξοχο αστυνομικό μυθιστόρημα με πολιτικό υπόβαθρο, αντάξιο του συγγραφέα. Η ιστορία εκτυλίσσεται πιθανότατα στην Μπολόνια και ο Μαντσίνι χρησιμοποιεί το κλασικό αλλά πάντοτε ενδιαφέρον εύρημα των δύο αταίριαστων ηρώων που η τύχη τα φέρνει να συναντηθούν οι δρόμοι τους. Και ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του βιβλίου είναι η σταδιακή αλλαγή και των δύο αυτών αντρών.
Κεντρική ιδέα του βιβλίου είναι η έννοια της δικαιοσύνης και αν αυτή, στην αφηρημένη της μορφή, μπορεί να αποδοθεί στην πράξη. Και όταν δεν αποδοθεί, έχει κάποιος το δικαίωμα της αυτοδικίας; Ο Μαντσίνι σκιαγραφεί μια εικόνα της ιταλικής κοινωνίας που θυμίζει πολύ την ελληνική: το πώς οι γνωριμίες, τα λεφτά και τα μέσα ελευθερώνουν ενίοτε τους αληθινούς εγκληματίες.
Ο δημοσιογράφος καταγράφει τις σκέψεις του σε ημερολόγιο, απ’ όπου τις μαθαίνουν οι αναγνώστες, ενώ ο ανεξιχνίαστος χαρακτήρας του Καππάι μάς γίνεται γνωστός από τα σχολαστικά αρχεία που κρατάει. Χωρίς διαρκείς και αχρείαστες ανατροπές, η πλοκή είναι πειστική και ρεαλιστική. Καλό δείγμα μεσογειακού νουάρ.
* Η ΧΙΛΝΤΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ είναι συγγραφέας και μεταφράστρια. Το νέο της αστυνομικό μυθιστόρημα έχει τίτλο «Κομπολόι στο χώμα» (εκδ. Μεταίχμιο).























