
Τρία καλά πρόσφατα αστυνομικά μυθιστορήματα: Χόρχε Ροντρίγκες Γκόμες, Κάιλ Ντέκερ, Γιώργος Κ. Θεοχάρης. Πολιτικό θρίλερ στην ταραγμένη Βενεζουέλα, hardboiled αστυνομικό με έναν νέο, αναπάντεχο ήρωα και μία νέα φωνή στο ελληνικό αστυνομικό που «τα λέει όλα σε 200 σελίδες». Εικόνα: Vonderauvisuals, CC BY-NC-ND 2.0
Επιλογή-παρουσίαση: Χίλντα Παπαδημητρίου
Χόρχε Ροντρίγκες Γκόμες, Η θάλασσα που μου χάρισες (μετάφραση: Νάννα Παπανικολάου, εκδόσεις Τόπος)
«Καράκας, δεκαετία του ’90: Η ιστορία αρχίζει με την απαγωγή ενός γκρίνγκο, του Αμερικανού Πολ Γουάιτ, στελέχους φαρμακευτικής εταιρείας. Πρόκειται για μια φαινομενικά απλή και καθαρή δουλειά που εξελίσσεται όμως σε μια δίνη προδοσιών, αντικρουόμενων συμφερόντων, κατασκοπείας, σε ένα περιβάλλον οργής, επιθυμίας και θεσμικής σήψης. Στο φόντο η Βενεζουέλα του παρελθόντος, αληθινή όσο και φανταστική, την οποία κυβερνά ένας δικτάτορας-ανδρείκελο που θα έδινε τα πάντα για να βρεθεί μακριά από τα προβλήματα μιας αχάριστης χώρας. Αν και έχει τη μορφή αστυνομικού μυθιστορήματος, Η θάλασσα που μου χάρισες είναι ταυτόχρονα ένα μυθιστόρημα πολιτικό και ερωτικό, που ξεδιπλώνει το χρονικό του αγωνιώδους 20ού αιώνα, όπου πρωταγωνιστούν ο τρόμος και η γελοιότητα. Ο «βρόμικος ρεαλισμός» του Χόρχε Ροντρίγκες Γκόμες αναγνωρίζει ότι το κακό είναι ίδιον του ανθρώπου, όπως η μούργα κάτω απ’ το νύχι, και κατορθώνει να το ξεγυμνώσει και να το φέρει στο προσκήνιο. Ένα σκοτεινό και ανησυχητικό μυθιστόρημα, λαμπερό και φιλόδοξο, σαν την άγρια θάλασσα που πληγώνει τα μάτια και μόνο που την κοιτάζεις».
Για μια φορά ακόμα διαπιστώνουμε ότι η πιο ουσιώδης και καλογραμμένη σύγχρονη λογοτεχνία έρχεται από τη Λατινική Αμερική. Είτε αναφερόμαστε σε αστυνομικά, είτε σε πολιτικά/κοινωνικά ή νουάρ, ανακαλύπτουμε με καθυστέρηση τους σπουδαίους σύγχρονους συγγραφείς του κεντρικού και νότιου τμήματος της πολύπαθης Αμερικανικής ηπείρου, χάρη στις εκδόσεις Τόπος, Carnivora, Angelus Novus, Καστανιώτης -όπως παλιότερα από τις εκδόσεις Opera. Για να είμαστε ακριβείς, πολλά από τα βιβλία που γράφουν οι ισπανόφωνοι και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού είναι εξαιρετικά (Αλέξις Ραβέλο, Κλαούδια Πινιέιρο, Ραμόν Δίας Ετερόβιτς).
Το αληθινό ενδιαφέρον του βιβλίου βρίσκεται στη ρεαλιστική περιγραφή της Βενεζουέλας τη δεκαετία του 1990, η οποία υπήρξε τρανταχτό παράδειγμα της διαφθοράς που προκάλεσε στη χώρα η διείσδυση των Αμερικανών επιχειρηματιών/ πρακτόρων της CIA.
Ο Χόρχε Ροντρίγκες Γκόμες είναι ψυχίατρος, πολιτικός και συγγραφέας. Έχει διατελέσει υπουργός του Τσάβες, δήμαρχος του Καράκας και πρόεδρος της εθνοσυνέλευσης της Βενεζουέλας, είναι μάλιστα αδερφός της τωρινής προέδρου που αντικατέστησε τον Νικολάς Μαδούρο μετά την απαγωγή του. Η υπόθεση του βιβλίου βασίζεται σε μια οικογενειακή ιστορία του Γκόμες, αφού ο πατέρας του είχε συμμετάσχει στην απαγωγή ενός Αμερικανού επιχειρηματία και πράκτορα της CIA το 1976. Ο πατέρας Γκόμες πέθανε από τα βασανιστήρια μετά τη σύλληψή του, ενώ η απαγωγή του Αμερικανού διήρκεσε τρία χρόνια και τέσσερις μήνες.
Το αληθινό ενδιαφέρον του βιβλίου βρίσκεται στη ρεαλιστική περιγραφή της Βενεζουέλας τη δεκαετία του 1990, η οποία υπήρξε τρανταχτό παράδειγμα της διαφθοράς που προκάλεσε στη χώρα η διείσδυση των Αμερικανών επιχειρηματιών/ πρακτόρων της CIA. Η πλοκή μοιάζει να ακολουθεί τους κανόνες του γουέστερν σπαγγέτι, όπου όλα τελειώνουν με ένα ολοκαύτωμα των ηρώων. Για όποιον αναρωτιέται, την εξέλιξη της Βενεζουέλας τον 21ο αιώνα βρίσκουμε στη Wikipedia.
Πικρό βιβλίο, αλλά δεν περιμένουμε κάτι λιγότερο από ένα καλό αστυνομικό μυθιστόρημα.
Κάιλ Ντέκερ, Θα σπείρουμε τον όλεθρο (μετάφραση: Όλγα Καρυώτη, Έρμα)
«Ο Άλεξ Ντάματζ είναι ένας νεαρός πάνκης με μπλε μοϊκάνα και κουρελιασμένο δερμάτινο μπουφάν, που βγάζει τα προς το ζην παριστάνοντας τον ιδιωτικό ντετέκτιβ και αναλαμβάνοντας μικροδουλειές για φίλους και ομοϊδεάτες. Όταν ο χαρισματικός Τζέρι Ρας, τραγουδιστής του δημοφιλούς πανκ συγκροτήματος Bad Chemicals, βρίσκεται νεκρός στα καμαρίνια μετά από μια εκρηκτική συναυλία, η αστυνομία σπεύδει να αποδώσει τον θάνατό του σε υπερβολική δόση ναρκωτικών και να κλείσει βιαστικά την υπόθεση. Μια μυστηριώδης γυναίκα, όμως, δεν πείθεται από την επίσημη εκδοχή και ζητά από τον Άλεξ να ανακαλύψει τι πραγματικά συνέβη εκείνο το βράδυ. Η έρευνα για τα ίχνη του νεκρού μουσικού θα οδηγήσει τον Άλεξ σε μια επικίνδυνη διαδρομή στα σκοτεινά στέκια της πόλης. Ποιος ήταν πραγματικά ο Τζέρι Ρας και γιατί ο θάνατός του φαίνεται να απασχολεί ανθρώπους που δεν θα έπρεπε να έχουν καμία σχέση μαζί του; Καθώς τα ερωτήματα πληθαίνουν, η υπόθεση παίρνει απροσδόκητη τροπή και ο Άλεξ παρασύρεται στη δίνη ενός συστήματος βίας και εξουσίας, όπου νεοναζί σκίνχεντ, διεφθαρμένοι αστυνομικοί, σκληροί μαφιόζοι και αδίστακτοι πολιτικοί αποτελούν κρίκους της ίδιας αλυσίδας.»
Ο Κάιλ Ντέκερ είναι συγγραφέας, καθηγητής λογοτεχνίας, δημοσιογράφος και μέλος της spoken word/art punk μπάντας των The Head Caution. Γεννημένος στο Σικάγο, ο Ντέκερ γνωρίζει από πρώτο χέρι τη σκηνή του hardcore punk της πόλης, αλλά στο βιβλίο μεταφέρει τη δράση στην πρώτη σκηνή του punk των ΗΠΑ, στο Λος Άντζελες των αρχών της δεκαετίας του ’80.
Με χαρά διαβάζω ότι ο συγγραφέας γράφει τη συνέχεια των περιπετειών του Άλεξ Ντάματζ, του ντετέκτιβ που δεν μοιάζει με ντετέκτιβ αλλά είναι πιο αποτελεσματικός από τους συνήθεις ήρωες των noir βιβλίων.
Έχοντας μελετήσει σοβαρά το hardboiled αστυνομικό είδος, χρησιμοποιεί όλους τους κώδικές του (ιδιωτικός ερευνητής με το δικό του ιδιόμορφο αλλά σκληρό ηθικό αξιακό σύστημα, μοιραίες γυναίκες, εμπλοκή των εκπροσώπων του νόμου και της εξουσίας με τις εγκληματικές συμμορίες) για να στήσει ένα αμιγώς πολιτικό μυθιστόρημα. Διότι ανάμεσα στα στοιχεία της πλοκής, εισάγει πληροφορίες για την πολιτική συγκυρία των ‘80ς (τη νίκη των Σαντινίστας στη Νικαράγουα, την εμφάνιση νεοναζί σκίνχεντ στον μικρόκοσμο του punk, την τάση των straight edge, της υποκουλτούρας των punk που δεν έπιναν, δεν έπαιρναν ναρκωτικά και συχνά ήταν βίγκαν), αλλά και για τις ιδεολογικές εξελίξεις του 21ου αιώνα, με κυρίαρχο το me, too. Είναι ευπρόσδεκτη και πρωτόγνωρη η απομυθοποίηση των μουσικών της εποχής, των συνηθειών τους και των σχέσεων τους με το κοινό τους.
Με χαρά διαβάζω ότι ο συγγραφέας γράφει τη συνέχεια των περιπετειών του Άλεξ Ντάματζ, του ντετέκτιβ που δεν μοιάζει με ντετέκτιβ αλλά είναι πιο αποτελεσματικός από τους συνήθεις ήρωες των noir βιβλίων.
Γιώργος Κ. Θεοχάρης, Φτηνή ζωή (εκδόσεις Ars Animal Libri)
«Είναι η πιο παράξενη σκηνή εγκλήματος που έχω δει. Όχι μόνο εγώ, όλοι μας. Τρεις νεκροί, αλλά αυτό είναι το λιγότερο - αν και όχι για τους ίδιους». Έτσι ξεκινάει η αφήγηση ενός αστυνόμου που έχει αναλάβει, μαζί με την ομάδα του, να εξιχνιάσει ένα ειδεχθές τριπλό φονικό. Στην πορεία της έρευνας αναδεικνύονται παθογένειες, οι οποίες, παρότι ταλανίζουν διαχρονικά την ανθρωπότητα, στις μέρες της παγκοσμιοποίησης αποκτούν άλλο ηθικό και αισθητικό βάρος: σεξουαλική εκμετάλλευση, εκπόρνευση ανηλίκων, εμπορία ανθρώπων, εμμονικές διαστροφές, παραβατικότητα, αλόγιστη βία, αποκτήνωση. Ο αστυνόμος δεν αμφιβάλει στιγμή για την έκβαση της υπόθεσης: θα διαλευκανθεί. Άλλο είναι αυτό που τον προβληματίζει: πού βρίσκονται τα δικά του όρια σε σχέση με τις πιο ζοφερές εκφάνσεις της ανθρώπινης συνθήκης; Για να απαντήσει στα εσωτερικά του διλήμματα, θα αναγκαστεί εκ των πραγμάτων να πάρει, τόσο εν θερμώ όσο και εν ψυχρώ, αποφάσεις που θα επηρεάσουν ανεπανόρθωτα τον ψυχισμό του. Η κάθαρση δεν χαρίζεται, έχει το τίμημά της. Ένα σκοτεινό αστυνομικό μυθιστόρημα για το κακό που εκτυλίσσεται πίσω από τη διπλανή πόρτα».
Σ’ αυτό, το πρώτο του αστυνομικό μυθιστόρημα, ο Γιώργος Κ. Θεοχάρης πιάνει το τζακ ποτ. Στήνει μια πειστική αστυνομική πλοκή, δημιουργεί έναν αυθεντικό Έλληνα αστυνομικό, πλάθει αξιομνημόνευτους δευτερεύοντες χαρακτήρες (οι βοηθοί του αστυνομικού, οι συγγενείς των νεκρών, οι Κακοί) που έχουν λόγο ύπαρξης και ζουν στη διπλανή πόρτα, δεν το έχουν σκάσει από αμερικανική ή σκανδιναβική αστυνομική σειρά. Τέλος, οι φόνοι αιτιολογούνται, επεξηγείται το modus operandi τους, έχουν αληθοφάνεια.
Τα λέει όλα σε 200 σελίδες, «μα τα πασουμάκια του όσιου Πασίφικου!»
Το βιβλίο ανατέμνει μια αναγνωρίσιμη σύγχρονη διάσταση της εγκληματικότητας, την εκμετάλλευση αλλοδαπών γυναικών-θυμάτων του τράφικινγκ, και επεξηγεί λογικά τα κίνητρα των δολοφόνων. Αν τώρα αυτά όλα τα θεωρείτε εκ των ουκ άνευ σε κάθε καλογραμμένο αστυνομικό μυθιστόρημα, πέφτετε έξω. Ο συγγραφέας ξέρει πώς να αφηγηθεί μια ιστορία φρίκης και κακοποίησης, χωρίς να ξεχνάει το χιούμορ και τον αυτοσαρκασμό που είναι αναγκαίος για να τα βγάλουμε πέρα με την καθημερινότητα. Συγχρόνως, ο ήρωάς του έχει επαρκές τσαγανό για να επιζητά τη δικαιοσύνη και την ανάλογη κάθαρση που φέρνει αυτή.
Τη γραμμική αφήγηση διασπούν κάθε τόσο τα αποσπάσματα ενός πόντκαστ που ξεδιαλύνουν ακόμα περισσότερο την υπόθεση. Και στα οποία υπάρχει ένα ενδιαφέρον σάουντρακ που δεν αποτελεί χαλί για την αφήγηση, αλλά έχει λόγο ύπαρξης.
Κι ένα μικρό σχόλιο: αποκλείεται αυτό να είναι το πρώτο βιβλίο του συγγραφέα. Η γραφή του δείχνει ότι έχει διανύσει αμέτρητα αφηγηματικά χιλιόμετρα κι έχει εντρυφήσει στους κανόνες του αστυνομικού, ώστε η πλοκή να μην πλατειάζει αναίτια. Τα λέει όλα σε 200 σελίδες, «μα τα πασουμάκια του όσιου Πασίφικου!»
- Διαβάστε επίσης: «Χωρίς δείκτη προστασίας» – 26 αστυνομικά, νουάρ και θρίλερ για ένα μακρύ αναγνωστικό καλοκαίρι
* Η ΧΙΛΝΤΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ είναι συγγραφέας και μεταφράστρια. Το νέο της αστυνομικό μυθιστόρημα έχει τίτλο «Κομπολόι στο χώμα» (εκδ. Μεταίχμιο).






















