
Ποιήματα που συνομιλούν με αναμνήσεις, βιώματα, μύθους, κινηματογραφικά πλάνα. Τέσσερις προτάσεις λίγο πριν από το τέλος του καλοκαιριού. Εικόνα: «Οι Λουόμενοι της Ανιέρ» (1884) του Ζορζ Σερά.
Επιλογή-παρουσίαση: Γιώργος Δρίτσας
Τζίνα Ρουμπέα, Νερό στις σκάλες (Κάπα εκδοτική)
Το νερό στάζει και μας προσκαλεί κάθε καλοκαίρι. Προσδοκά την άμεση ανάγκη μας για ενυδάτωση και επιβίωση. Κατρακυλάει, έτσι, μέσα στα σπλάχνα μας, στα σπλάχνα του ίδιου του πολιτισμού μας και προδικάζει τη μοίρα μας. Είναι κατά κάποιον τρόπο ένα κριτής και ένας οδοδείκτης του μέλλοντός μας, καθότι συνδέεται με τη ζωή μας και αποτελεί βασικό στοιχείο της επιβίωσής μας.
Όχι τυχαία, λοιπόν, με τίτλο που παραπέμπει στο νερό, η ποιήτρια Τζίνα Ρουμπέα κάνει την πρώτη της επίσημη εκδοτική εμφάνιση με τη συλλογή Νερό στις σκάλες (εκδ. Κάπα Εκδοτική, Αθήνα 2026). Μια συλλογή γεμάτη ευαισθησία και έντονο το προσωπικό βίωμα, πάντα εκφρασμένο με τον ιδιαίτερο τρόπο γραφής της ποιήτριας που είναι ανοιχτός σε ερμηνείες, αλλά και στην πρόκληση συναισθημάτων στους αναγνώστες της.
Πιο συγκεκριμένα, ήδη από το πρώτο ποίημα της συλλογής, «Είμαι ένα κορίτσι και κατεβαίνω ανάποδα», μέσα από μια ιδιαίτερη περιγραφή η ποιήτρια μας οδηγεί στο μονοπάτι της, που κυλάει σαν ρυάκι, έναν ανάποδο κόσμο που καλείται να διαχειριστεί χωρίς εξωραϊσμούς και τον οποίο δεν διαχωρίζει σε κομμάτια – δεν διάγει απλά τμήματά του (όπως μας «διηγείται» και στο ομώνυμο ποίημα της συλλογής). Εξάλλου, όπως διαφαίνεται στο ποίημα «Κρυφτό», η πορεία της δεν βασίζεται στο κρύψιμο του πόνου αλλά στην αντιμετώπισή του, η ελευθερία είναι, στην τελική, το επιζητούμενο στο τέλος του «παιχνιδιού» τη ζωής.
Η φθορά των σωμάτων στηρίζεται και αυτή στην ίδια λογική, είναι μια πορεία προς τις πραγματικές ρίζες, τόσο του μυαλού και της καρδιάς όσο και του σώματος ως ολότητας και ως φάσματος-ιδέας. Λόγω αυτού, οι ρίζες αναζητούνται στο σπίτι, στη χαμένη εστία (ποίημα «Υπόσχεση») και η ποιήτρια γίνεται άνθρωπος ξανά μέσω των αναμνήσεων και του νόστου. Η λύπη και οι μνήμες ανάγονται σε ιδέες αρχέγονες. Τα δάκρυα των ανθρώπων, εξάλλου, είναι αυτά που ενώνονται ακόμη και σήμερα στους υπονόμους και στα σοκάκια των πόλεων (ποίημα «Τουλάχιστον απόψε»).
Κλείνοντας, στη σύντομη αυτή ανάλυση με επιλεγμένα ποιήματα, προσπαθήσαμε να αναδείξουμε κάποιους εμφανείς προσανατολισμούς της συλλογής. Ο αναγνώστης θα δει και ο ίδιος, όμως, τα σπάργανα της ποιητικής αυτής συλλογής, καθώς θα νιώθει τις λέξεις να ποτίζουν τα μάτια του κατά την πορεία της ανάγνωσης.
Μέχρι τον ουρανό
η μνήμη των ανθρώπων
όσο μεγαλώνουν
μοιάζει με πουτίγκα
που τόσο πολύ θέλουν να γευτούν
όμως δεν βρίσκουν κουτάλι
η γιαγιά μέχρι το τέλος μ’ αναγνώριζε
καυχιόταν πάντα
«το κορίτσι αυτό δεν το ’μαθε το τσιγάρο»
και τα μάτια της έλαμπαν
ύστερα μια Καθαρά Δευτέρα
πέταξε σαν χαρταετός στον ουρανό
ο καιρός ήταν αίθριος
κι ο καπνός απ’ τα τσιγάρα μου
την αποχαιρετούσε.
Ελένη Ν. Γαλάνη, Η κόρη του Μινώταυρου (εκδ. Σμίλη)
Ο άνθρωπος βρίσκει νόημα σε παρελθοντικά σύμβολα. Τα αναβαπτίζει μέσα στα δικά του ουσιαστικά βάθη και τότε πλάθει νέες ερμηνείες και εικόνες για τον κόσμο, ως είναι ή όπως θα έπρεπε να είναι. Πάντα προσωπικά και ταυτόχρονα τόσο συλλογικά. Είναι οι μύθοι οι φωνές αυτών των συμβόλων, είτε παλιοί είτε νέοι, που δίνουν εξάλλου σχήμα στα πιο έντονα αλλά και τα πιο απλά οράματα.
Δίνοντας μια δική της εικόνα στον αρχέγονο αυτό ανθρωπομορφισμό του αγνώστου, και ερχόμενη σε επικοινωνία με σύγχρονες λογοτεχνικές φωνές και φόρμες (συγκεκριμένα με τη Λεονόρα Κάρινγκτον), η ποιήτρια Ελένη Ν. Γαλάνη στη νέα της ποιητική συλλογή Η κόρη του Μινώταυρου (εκδ. Σμίλη, Αθήνα 2025) μας παραχωρεί μια ματιά μέσα από τα δικά της μάτια. Μια ενόραση μέσα από τη γραφή της για την ίδια και τον κόσμο, καθώς μόνο έτσι πλάθεται μια καινούρια μυθολογία, έστω προσωπική.
Πιο συγκεκριμένα, ήδη στο ομώνυμο ποίημα της συλλογής, ο Μινώταυρος και οι λαβύρινθοί του μετατρέπονται σε μια οικεία εικόνα. Η «άγνωστη» μέχρι τώρα κόρη του μιλάει, και μέσα από αυτή η ποιήτρια. Εν τέλει, όλα αλλάζουν στη ροή, τα «τέρατα» παύουν να υπάρχουν, οι αφηγήσεις δεν είναι αυτές που λέμε στους εαυτούς μας και έτσι όλα μεταβάλλονται σε ένα μυστήριο που βυθίζεται βαθιά μέσα μας και μας αγγίζει. Αυτό το μυστήριο είναι το ίδιο το Είναι μας, ο εαυτός μας και κατ’ επέκταση ο κόσμος.
Μια υπαρξιακή αντίληψη, μια αρχέγονη θέαση της ζωής, που επανέρχεται στο ποίημα «Αυτοπροσωπογραφία». Εκεί η ποιήτρια, βαπτίζεται ξανά θηλαστικό, δεν χάνεται στις λογικές της υπέρβασης της ανθρώπινής της φύσης, αλλά αντιθέτως την εκλαμβάνει, ως ολότητα, μέσα στην τραγική της διάσταση, μέσα στη διάσταση της ζωής και του θανάτου. Ο λαβύρινθος της ζωής, με εμάς μέσα ως «τέρατα» επανέρχεται στο φως. Εξάλλου, στο τέλος της ημέρας, εμείς γεννάμε τους εαυτούς μας, μέσα από τους πόνους, μέσα από τους τοκετούς της ατόφιας πραγματικότητας (ποίημα «The house opposite»).
Κλείνοντας, έχουμε να κάνουμε μια πολύ ενδιαφέρουσα ποιητική συλλογή, έναν διάλογο με το αρχέγονο αλλά και το σύγχρονο. Μια συλλογή για τους προσωπικούς αλλά και τους συλλογικούς μύθους.
The house opposite
Σε αυτό το σπίτι ξερίζωσα τη μήτρα
από την καρδιά
απ’ το μυαλό
απ’ τη ζωή
απ’ τι κορμί μου
κι έτσι όπως έμεινα μόνη
-στείρα πια-
στο σπίτι απέναντι
γέννησα
πρώτη φορά
τον εαυτό μου
Φωτεινή Καπελλάκη, Πρόχειρα θαμμένο (εκδ. Ενύπνιο)
Κρατάμε, πολλές φορές, μυστικά βαθιά θαμμένα μέσα μας. Μυστικά για τη ζωή μας, για την πορεία μας μέσα στον κόσμο. Μυστικά για τη ζωή και τα μυστήρια των άλλων ανθρώπων που πέρασαν, περνάνε ή πρόκειται να περάσουν από τη ζωή μας και αφήνουν, άφησαν και θα αφήσουν τα δικά τους στίγματα στον τρόπο μας, στο τρόπο του «ανήκειν» στον κόσμο και στο «συνανήκειν» στο ευρύτερο πολιτισμικό επιστέγασμα της κοινωνίας, μέσα στην οποία ζούμε.
Όλα αυτά τα θαμμένα μυστικά, τα τόσο υπαρξιακά και ταυτόχρονα τόσο άμεσα προσβάσιμα στο ασυνείδητό μας, αναδεικνύει η ποιήτρια Φωτεινή Καπελλάκη στη νέα της ποιητική της Πρόχειρα θαμμένο (εκδ. Ενύπνιο, Αθήνα 2025). Μια συλλογή με χρώματα ανοιχτά αλλά και κλειστά, ένα παιχνίδι με τις σκιές όλων αυτών που καταγράφουμε μέσα στον μεγάλο -και ακούραστο- μηχανισμό της μνήμης ως ξεχασμένα, τα οποία, όμως, επανέρχονται ακούραστα με την πρώτη αφορμή. Όχι ως μια βασανιστική διαδικασία αλλά ως μια βαθιά συνειδητότητα της περατότητας των εμπειριών.
Πιο συγκεκριμένα, ήδη από το πρώτο ποίημα της συλλογής, «Disidegration», φανερώνεται και στα δύο μέρη του, η πορεία αυτή προς όλα τα ξεχασμένα αλλά πάντα φανερά και ανασκαλισμένα στο τώρα. Εξάλλου, ο χρόνος είναι σπόρος και ρίζα, κατά την ποιήτρια, οπότε και οι μνήμες του δεν σταματούν να αιωρούνται στις σκέψεις μας, ακόμη και αν δεν το θέλουμε, ακόμη και αν δεν το αναζητάμε.
Και πάνω εκεί έρχεται η συνειδητοποίηση της κατάστασης, της ανθρώπινης κατάστασης της ίδιας την ανθρωπινότητάς μας, που συντρέχει απλά σε μια διαδοχή γενιών και αιώνων, μια πορεία από την αρχέγονη φύση στα σημερινά πολιτισμένα σκοτάδια της ανθρωπότητας (ποίημα «Χωρίς διάρκεια»). Ο ρυθμός, όμως, παραμένει, όπως παραμένουν και οι στίχοι ενός σκοπού που ευωδιάζει μέσα στις καρδιές μας και μας θυμίζει τους άλλους και ταυτόχρονα εμάς (ποίημα «Εξοχική κατοικία»).
Κλείνοντας, αυτό που έχει μεγάλο ενδιαφέρον στη νέα συλλογή της ποιήτριας είναι η διαχείριση της απώλειας και των μνημών. Το δρασκέλισμα των αναμνήσεων και η προσπάθεια της διαχείρισής τους.
Υπόσχεση
Την ανάσα μου θα δώσω στον αυτόχειρα
που διάλεξε να πεθάνει με τη μέθοδο του πνιγμού.
Όχι επειδή το κλάμα του
μέσ’ από βάθη λυγμικά
προδίδει μια γλώσσα ανίατη από ένοχες λέξεις,
όπως αναγκαία υποταγή
αλλιώς ικρίωμα αλλιώς ομηρία
αλλιώς πρόσκληση στο τραύμα ή κυνισμός
αλλά επειδή σαν δερβίσης,
άλλοτε παραδομένος στους κύκλους των προσευχών,
ασκήθηκε στην αθωότητα πάνω στη γη
γενόμενος ο ίδιος σφάλμα
εντός ενός κόσμου τέλειων αναλογιών
που ασφυκτικά τίποτα δεν σήμαινε.
Μαρία Δάτσικα, Εικόνες ψυχής [Δεύτερο πλάνο] (εκδ. Ιωλκός)
Είναι κινηματογραφικά πλάνα οι στιγμές, ή κάτι σαν πλάνα που είτε επέρχονται σαν αναμνήσεις από μια καλή ταινία ή σβήνουν σιγά σιγά γιατί εξασθενεί η ανάμνησή τους. Εξάλλου, η ζωή είναι σαν μια μεγάλη ταινία, αν τα σκεφτεί κανείς. Δεν είναι δομημένη πάντα με τυχαιότητες και η πορεία της ακολουθεί τον πειραματισμό του μυαλού, που όλο συντρέχει αλλά και όλο πιέζει την καρδιά να βρει το μονοπάτι της μέσα από τον χειρισμό του συλλογισμού.
Τα δικά της πλάνα της ζωής δίνει η ποιήτρια Μαρία Δάτσικα στη δεύτερη ποιητική της συλλογή Εικόνες ψυχής (εκδ. Ιωλκός Αθήνα 2025), με υπότιτλο «δεύτερο πλάνο». Κάτι που μας προδιαθέτει για την πορεία της ποιητικής αφήγησης και την ταυτόχρονη ερμηνεία των στιγμών που περιγράφει με λέξεις και στίχους. Λέξεις και στίχοι εν είδει πλάνων με στιγμές από τη ζωή της, τα περασμένα και ξεχασμένα, αλλά και παροντικά και τα τρόπον τινά μελλούμενα.
Πιο συγκεκριμένα, ήδη από το πρώτο ποίημα, «Παράλληλο σύμπαν», της συλλογής η ποιήτρια μας δείχνει την οπτική της, μεταφέροντας μας μια μελαγχολική εικόνα-πλάνο αναπόλησης και δη καλοκαιρινό πλάνο, το οποίο αποκτάει μια ελαφριά υπαρξιακή διάσταση, που δεν το βαραίνει. Ούτως ή άλλως, στο τέλος μένει η διάφανη ανάμνηση και όχι η βαριά, αγχωτική εικόνα της ασφυκτικής ζωής στην πόλη, η οποία λειτουργεί σαν μια αντίθεση, όπως φανερώνεται στο ποίημα «Γράμματα και αριθμοί».
• Διαβάστε επίσης: «Εικόνες ψυχής [Δεύτερο πλάνο]» της Μαρίας Δάτσικα (κριτική) – Ποίηση με συνταξιδιώτη τον Ήλιο
Στην τελική αυτό μας διδάσκει η απλή περατότητα των στιγμών και των πλάνων τους, την ανάγκη δηλαδή για σύνδεση με τη φύση με έναν τρόπο ολιστικό και όχι επιφανειακό (ποίημα «Οι νόμοι της φύσης»). Εκεί έγκειται και η ανάγκη της ποίησης, ως μια συμφιλίωση με αυτή τη φυσική πραγματικότητα (ποίημα «Ποιητής»).
Κλείνοντας, μέσα από τα πλάνα της και τους ποιητικούς σχολιασμούς της η ποιήτρια μας δείχνει την αντίληψή της για το σήμερα. Μια αντίληψη που επιθυμεί να μας γυρίσει στο παρόν και στην αναπόληση όσων, καλώς, έχουν βιωθεί.
Αγκαλιά τρόπον τινά
Μην υποτιμάτε τις πόρτες·
όταν ανοίγουν
είναι σαν τις αγκαλιές.
Τρυπώνεις μέσα τους
και παίρνεις λίγη απ’ τη ζεστασιά τους.
Ανοίξτε ταυτόχρονα
όλες τις πόρτες, παρακαλώ!
Θέλω να ζωγραφίσω
μια μεγάλη αγκαλιά.
*Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΡΙΤΣΑΣ είναι ποιητής και Υποψήφιος Διδάκτορας στο Τμήμα Φιλοσοφίας του ΕΚΠΑ. Τελευταίο του βιβλίο, η ποιητική συλλογή Το ματωμένο όνειρο (εκδ. Οδός Πανός).
























