«Δεν μπορείς να βάζεις τα ύδατα της Ερυθράς Θάλασσας να ανοίγουν με ειδικά εφέ, γιατί ο Μωϋσής σου θα προκαλέσει τον γέλωτα! Δεν μπορείς να αναστήσεις τον Λάζαρο με άμπρα-κατάμπρα!». Μια κριτική θέαση της ταινίας του Κρίστοφερ Νόλαν.  

Γράφει ο Νίκος Ξένιος

Κάθε εποχή και κάθε δημιουργός (έως και ο Καζαντζάκης και ένα σωρό άλλοι) εξουσιοδοτείται να ξαναγράψει την «Οδύσσεια» σύμφωνα με τα δικά της/του κολλήματα: έτσι καλύφθηκε το θεματολόγιο των περισσότερων τραγωδιών στην κλασική εποχή, έτσι προέκυψε η Τηλεμάχεια του Φενελόν, έτσι ο Οδυσσέας του Τζέιμς Τζόις, έτσι μια ατελείωτη σειρά από θεατρικές δημιουργίες. Το ίδιο ισχύει και για τις μεταφράσεις της «Οδύσσειας». Ωραία ιδέα να μεταφράσεις τον «πολύτροπον» ως «πολύπλοκο», δεν λέω, συγχαρητήρια στην αγγλίδα φιλόλογο Έμιλυ Γουίλσον που πρωτοτύπησε αγνοώντας την παράμετρο του «μηχανεύματος» και της πανουργίας/επινοητικότητος. Μια τέτοια παράφραση είναι και ωραίο πάτημα για έναν ευφάνταστο και άξιο σκηνοθέτη σαν τον Νόλαν για να φτιάξει το δικό του σενάριο με την «Οδύσσεια». Δικαίωμά του, φυσικά. Αλλά και δικό μας δικαίωμα να υπογραμμίσουμε τις αστοχίες και τα απαράδεκτα μηχανεύματα της ταινίας του.

Το αυτονόητο συμπεριληπτικό cast που ενόχλησε τους ρατσιστές, τους φυλετιστές ελληνοπρεπείς μακεδονομάχους, τους εθνικιστές και τους φασίστες σαν τον Ήλον Μασκ και τους εμπόδισε να δουν πόσο πραγματικά κουκλάρα είναι η Λουπίτα Νιόνγκ’ο και πόσο ταιριαστός στον ρόλο του Σίνωνα είναι ο Έλιοτ Πέιτζ. Μακάρι το πρόβλημα να ήταν το casting!

Και με τον όρο «αστοχίες» δεν εννοώ, βεβαίως, τους υποτιθέμενους «αναχρονισμούς» που προσήψαν στην ταινία όσοι αδιάβαστοι και ημιμαθείς πιστεύουν ακόμη ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με ιστορικά γεγονότα: ανοίξτε και διαβάστε ό,τι σώζεται από τα έπη όλων των λαών, την Ιλιάδα, τη Μαχαμπχαράτα, το Γκιλγκαμές, τους Νιμπελούγκεν, τον Ρολάνδο, τον Αρθούρο, τον Σιντ και την Παλαιά Διαθήκη, και δείτε πόσα ωραία κόμικς μπορούν να προκύψουν από αυτά! Μυθολογία είναι, δεν είναι Ιστορία! Να μου πεις ότι ήταν αστεία τα κοστούμια της ταινίας, να το δεχτώ! Ήταν όντως αστεία και εκεί λήγει το ενδυματολογικό debate. Ως εκ τούτου, δεν αντιλαμβάνομαι ως μειονέκτημα της ταινίας του Νόλαν ούτε τη χρήση του «Draken Harald Hårfagre», αυτού του τύπου καραβιού σύγχρονης κατασκευής που παραπέμπει σε longship των Βίκινγκ, ούτε τη ρέουσα χρήση της Αγγλικής με τα «Dad» και «fuck» και όλα τα σχετικά. Μια χαρά θα λειτουργούσαν όλα αυτά εάν η «Οδύσσεια» ήταν ένα ρεαλιστικό αφήγημα. Έλα όμως που δεν είναι (και θα δείτε στην κατακλείδα αυτού του άρθρου γιατί αυτό είναι μείζον ζήτημα)! Τέλος, επ’ ουδενί σχολιάζω την πολυεθνική επιλογή του cast: αυτό το αυτονόητο συμπεριληπτικό cast που ενόχλησε τους ρατσιστές, τους φυλετιστές ελληνοπρεπείς μακεδονομάχους, τους εθνικιστές και τους φασίστες σαν τον Ήλον Μασκ και τους εμπόδισε να δουν πόσο πραγματικά κουκλάρα είναι η Λουπίτα Νιόνγκ’ο και πόσο ταιριαστός στον ρόλο του Σίνωνα είναι ο Έλιοτ Πέιτζ. Μακάρι το πρόβλημα να ήταν το casting!

Δεν με ενοχλεί που οι ψυχές των νεκρών: η μητέρα του Οδυσσέα, η Αλκμήνη, η Ιοκάστη, η Φαίδρα, η Αριάδνη, ο Μίνωας, ο Τάνταλος, ο Σίσυφος, ο Ηρακλής, όλες συγκεφαλαιώνονται σε έναν εσμό από ζόμπι νεκρών στρατιωτών που διώκουν με φαιδρό τρόπο τους ζωντανούς...

Δεν με ενοχλεί, επίσης, το γεγονός ότι όλα γίνονται για το κέρδος και για το box office. Που η ταινία είναι απλώς ένα μπλοκμπάστερ πιο πετυχημένο από τα άλλα του είδους. Δεν με ενοχλεί η «απορρόφηση» των Λωτοφάγων από τον παραισθητικό λωτό της Καλυψούς. Δεν με ενοχλεί η απουσία της σύστασης «ούτις» στο νησί του κυκλωπίσκου. Δεν με ενοχλεί η αντιπαθητική παρουσία του Ρόμπερτ Πάτινσον (που ανέκαθεν θεωρούσα ξενέρωτο σταρ της νεολαίας), γιατί παρά την ασχήμια του είναι ένας εξαιρετικός ηθοποιός, ούτε η χλιαρή εμφάνιση, εξαφάνιση κι επανεμφάνιση της Ζεντάγια στον ρόλο μιας θεότητας που τρέχει πίσω από τον Οδυσσέα κάνοντας αφελείς θυμοσοφικές διαπιστώσεις. Δεν με ενοχλεί η ανένταχτη σκηνή με τον Τηλέμαχο να δακρύζει βλακωδώς στο τραπέζι που του παραθέτει ο Μενέλαος, γιατί γοητεύτηκα από την ερμηνεία του Τζον Μπέρνταλ. Δεν με ενοχλεί η ουλή στο πρόσωπο της Λουπίτα Νιόνγκ’ο που δεν προκάλεσε το παραμικρό σχόλιο περί γυναικείας κακοποίησης, ούτε η μεταμέλειά της που είναι εκβιασμένη με βασανιστήρια και που επίσης δεν ενόχλησε κανέναν. Δεν με ενοχλεί ο προοιωνισμός της «Ορέστειας» του Αισχύλου με μιαν Ιφιγένεια σε νηπιακή ηλικία που αντιφάσκει προς όποιο γαμήλιο κάλεσμα στην Αυλίδα, ούτε η αγριότητα της δολοφονίας του Αγαμέμνονα από την ίδια ηθοποιό/Κλυταιμνήστρα «εκτός μπανιέρας», για να μην παραπέμπει στον Marat και την Charlotte Cordet! Δεν με ενόχλησε το σαχλό βουλοκέρι και το μαρτύριο της σιωπής ενόσω τραγουδούσαν οι Σειρήνες, που απέκλειε τον θεατή από την υποτιθέμενη «υπαρξιακή αποκάλυψη» που βίωσε ο τυχεράκιας ο Οδυσσέας! Δεν με ενοχλεί που ο Τζον Λεγκιζάμο ως Εύμαιος τρώει κλωτσιές διαρκώς χωρίς ο Τηλέμαχος να τον υπερασπίζεται, ούτε ότι σφαγιάζεται όλο του το σόι και όλο του το κοπάδι χωρίς αυτό να ανακινεί την παραμικρή συγκίνηση του Οδυσσέα. Δεν με ενοχλεί που ο τυφλός πλέον χοιροβοσκός είναι ικανός δια της ακοής να καταλάβει λεπτές κινήσεις ξιφασκίας, ούτε το ότι παρουσιάζεται σαν ένα είδος Ζεντάι ή δασκάλου Κουνγκ Φου, ενώ παραμένει ένας απλός χοιροβοσκός! Δεν με ενοχλεί η απουσία του μαντηλιού της νύμφης Λευκοθέας, ούτε η απάλειψη του ασκού του Αιόλου. Δεν με ενοχλεί που το σεξ και το γυμνό απουσιάζουν τελείως από την ταινία, πολύ συντηρητική στο βάθος της. Δεν με ενοχλεί η απόλυτη γουρουνοποίηση των (ακόμη ανθρωπόμορφων) συντρόφων του Οδυσσέα στο τραπέζι της Κίρκης, ούτε η αηδιαστική, απροσδιορίστου υφής τροφική μάζα που καταβροχθίζουν! Δεν με ενοχλεί που αλληλοαπορροφώνται ο Δημόδοκος με τον Φήμιο όταν φτάνει το νόστιμον ἦμαρ (ο Δημόδοκος γίνεται ανεπιφύλακτα δεκτός στο νησί της Σχερίας από τον δήμο των Φαιάκων, ενώ ο Φήμιος της ταινίας είναι υποταγμένος στην αυθαιρεσία των μνηστήρων). Δεν με ενοχλεί που οι ψυχές των νεκρών: η μητέρα του Οδυσσέα, η Αλκμήνη, η Ιοκάστη, η Φαίδρα, η Αριάδνη, ο Μίνωας, ο Τάνταλος, ο Σίσυφος, ο Ηρακλής, όλες συγκεφαλαιώνονται σε έναν εσμό από ζόμπι νεκρών στρατιωτών που διώκουν με φαιδρό τρόπο τους ζωντανούς...

Τα πραγματικά μειονεκτήματα της ταινίας

Όταν μιλώ για πραγματικά μειονεκτήματα μιας ταινίας, εννοώ αυτά που αφορούν την ουσία της σε σεναριακό και αισθητικό επίπεδο. Aυτά είναι που βαθύτατα με ενοχλούν, και τα παραθέτω ένα-ένα:

Αλήθεια, ποιος είναι αυτός ο πολλάκις εξαπατημένος Σίνων, που στην original αφήγηση είπε τα περισσότερα ψέματα στους Έλληνες και που στάθηκε η αφορμή της άλωσης της Τροίας; Μια πληροφορία από την «Αινειάδα» του Βιργίλιου οδηγεί στην υποτιθέμενη δόλια στρατολόγηση του Σίνωνα πριν από την Τρωϊκή εκστρατεία, συνδέοντας τον Αντίνοο με αυτόν τον δόλο, προσθέτοντας ένα raccord αντικειμένου ενοχοποίησης και διευρύνοντας το σενάριο της «Οδύσσειας» κατά βούλησιν, αφήνοντας απέξω το νησί των Φαιάκων, για να εμφανισθεί ο Οδυσσέας ως εκδικητής και απονεμητής δικαιοσύνης.

Σ’ αυτήν την αυθαιρεσία θα προσέθετα το χάλκινο αγαλματίδιο της Θεάς Αθηνάς που συνοδεύει ως token τον Οδυσσέα σε όλη την επίγεια ταλαιπωρία του: ειρήσθω εν παρόδω, ουδεμία γυμνότης του Οδυσσέα σε καμιά ακτή με Καλυψώ και άλλες έφηβες που σοκάρονται ενώ παίζουν βόλεϋ, γιατί έτσι θα χανόταν το χάλκινο αγαλματίδιο.

Όλα αυτά, σε συνδυασμό με απαράδεκτα εσωτερικά σκηνικά ανακτόρων σαιξπηρικής επιρροής με φωτισμούς κεριών, με γλέντια παζολινικών απηχήσεων και ανατολίτικα ήθη, με μια Σπάρτη (για μιαν ακόμη φορά!) «παραθαλάσσια», με μιαν ανύπαρκτη συνωμοσία εξόντωσης του Τηλέμαχου στη Σπάρτη, με μια Σαρλίζ Θερόν που από νύμφη Καλυψώ μετατρέπεται σε ερωτευμένη (αλλά μεγαλόψυχη) οδαλίσκη, με ετοιματζίδικες ιστορικές ερμηνείες της ιμπεριαλιστικής άλωσης της Τροίας ως ανάγκης διάνοιξης εμπορικών οδών πολλούς αιώνες πριν από το laissez faire.

Μια μη γραμμική («νολανική;») οδός αφήγησης που σνομπάρει τον ομηρικό εγκιβωτισμό και κατασκευάζει έναν νέο, «δικού της τύπου» εγκιβωτισμό! Πάει λοιπόν περίπατο ο προς Φαιάκων απόπλους, για να πει ο Οδυσσέας την ιστορία του, αφού ανακτήσει τη μνήμη του, στην Ιθάκη. Και, στο τέλος (give us a break!) αναχωρούν α-λα-μπρατσέτα Οδυσσέας και Πηνελόπη για τη χώρα των Υπερβορείων για να... ζητήσουν συγγνώμη για το μακελειό!

Μέχρι εδώ πάει πάσο, δεν έχω φτάσει στην ουδό της ανοχής μου.

Από εδώ και πέρα όμως αρχίζουν οι πραγματικές γελοιότητες: το μεγαλύτερο δε ατόπημα όλων, ο Κάτω Κόσμος (κάπου σε μιαν ισλανδική ακτή, αν δεν κάνω λάθος)! Ένας τυφλός Τειρεσίας παραγγέλνει σφαγή δυο αρνιών και ο Οδυσσέας γίνεται αυτόπτης μιας τρομακτικής σκηνής που μιμείται με αμηχανία τον Κουροσάβα και όπου στρατιές παραμελημένων και άταφων νεκρών βγαίνουν από τη γη και διώκουν τους εναπομείναντες συντρόφους μέχρι την παραλία (σ’ αυτήν την ταινία οι σύντροφοι του Οδυσσέα διαρκώς τρέχουν προς τα καράβια τους, σαν ήρωες του Disney: είναι το κωμικό αμερικανικό σύνδρομο καταδίωξης!). Τάχατές μου οι τύψεις του Οδυσσέα σε σχέση με το πώς μεταχειρίστηκε τους άνδρες που σκοτώθηκαν, ο φόβος για τη μετά θάνατον ζωή και η εικόνα του Αγαμέμνονα που δίνει ο Αισχύλος, δανεική κι αυτή και παραποιημένη.

Όμως εγώ βίωσα μια ταινία για τη σύγχρονη Δύση: θες ο παραισθησιογόνος λωτός σε κάποιαν ακτή μιας Maghreb Ωγυγίας, θες το περίφημο ματατραυματικό στρες του Οδυσσέα, θες κάποιοι αστείοι διάλογοι που μιλούν για το «τέλος ενός πολιτισμού», το σύνολο με πετούσε διαρκώς εκτός πλαισίου αρχαιότητας και με έφερνε στο σήμερα.

Επίσης, η επιλογή των σκηνικών στα εξωτερικά γυρίσματα ήταν ό,τι χειρότερο: η Ιταλία, η Ελλάδα (Μεσσηνία, αναβάσεις στη σπηλιά του Νέστορα, ελαιώνες και Βοϊδοκοιλιά), το Μαρόκο, η Ισλανδία και η Σκωτία στην ταινία επιχειρούν να συνθέσουν το πολύμορφο τοπίο της μυθολογούμενης ελληνόφωνης Μεσογείου, με όσον βαθμό αυθαιρεσίας επιτρέπεται σ’ έναν δημιουργό. Όμως εγώ βίωσα μια ταινία για τη σύγχρονη Δύση: θες ο παραισθησιογόνος λωτός σε κάποιαν ακτή μιας Maghreb Ωγυγίας, θες το περίφημο ματατραυματικό στρες του Οδυσσέα, θες κάποιοι αστείοι διάλογοι που μιλούν για το «τέλος ενός πολιτισμού», το σύνολο με πετούσε διαρκώς εκτός πλαισίου αρχαιότητας και με έφερνε στο σήμερα. Δεν πεταγόταν τουλάχιστον ο Νόλαν μέχρι το νησί Jerba της Τυνησίας, που ως τουρίστας το επισκέφθηκα ως «νησί των λωτοφάγων»;

Δεν συζητώ για τον αξιοθρήνητο Κύκλωπα “my precious” που μιμείται (ως κουκλάκι που είναι) τον Κρόνο του Γκόγια με oblique λήψη ανθρωποφαγίας και ασαφή χαρακτηριστικά προσώπου, ούτε για τα ματωμένα κουκλάκια/ομοιώματα συντρόφων των οποίων φτύνει πρώτα τα κεφάλια και μετά τις πανοπλίες σαν να τρώει αθερίνα, ούτε για τα φτηνιάρικα πλοκάμια της Σκύλλας, ούτε για τους καταγέλαστους Λαιστρυγόνες που έρχονται από μιαν άλλη κινηματογραφική αισθητική σαν εμβόλιμη μουντζούρα.

Επίσης, δεν θέλω να σχολιάσω την αξιοθρήνητη σκηνή όπου ο αγαπημένος μου Γιάννης Κοκκιασμένος ομιλεί τη μητρική μας γλώσσα και μας κάνει περήφανους, όταν έρχεται ο Νόλαν και βάζει τον άλλον «Έλληνα» να ζητά μετάφραση: «What did he say?», σαν να επρόκειτο για μια βαρβαρική διάλεκτο! Αποφάσισε, ρε φίλε, τι γλώσσα θα μιλούν οι ήρωές σου! Οι ραψωδοί της Ιωνίας έβαλαν τους Τρώες να μιλούν απταίστως την Ελληνική για να συνεννοηθούν με τους ακροατές τους! Βάλτους κι εσύ όλους να μιλάνε ενιαία γλώσσα και μην μας ζαλίζεις με τις πρωτοτυπίες!

Είναι τόσο κρίμα που αυτό το ψυχωσικό φεμινιστικό μανιφέστο περί επικινδυνότητας των ανδρών είναι το κείμενο στο οποίο καλείται να βασιστεί ένα πραγματικό ρεσιτάλ ερμηνείας, η υποβλητικότατη και τρομακτική παρουσία της έξοχης Σαμάνθα Μόρτον.

Και πάμε στο ακόμη εξωφρενικότερο: ο Φήμιος ήταν ο Ιθακιώτης αοιδός στο παλάτι του Οδυσσέα στην Ιθάκη, που παρέμεινε κοντά στη Πηνελόπη καθ' όλη την αφηγηματική διάρκεια του έπους, ψάλλοντας με «θεϊκή φωνή» τα άθλα και τα πάθη του κεντρικού ήρωα που δεν τα κατάφερε να επαναπατρισθεί (ραψωδία α). Μια μορφή υπόδουλου αγγλόφωνου αοιδού που στην ταινία τον υποδύεται ο Τράβις Σκοτ με ένα ξεκίνημα κι ένα κλείσιμο αντλημένο από το κλασικό «άνδρα μοι έννεπε», τοποθετημένο όμως αποκλειστικά στην Ιθάκη, ενώπιον των μνηστήρων. Αυτή είναι η επικοινωνιακή τεχνική αφήγησης του Νόλαν, που πρωθιεραρχεί τους Νόμους του Δία, τους Λαούς της Θάλασσας, τον Δούρειο Ίππο και το ηρωικό τραγούδι του Φήμιου με τον επαναλαμβανόμενο στίχο: “Ένα Πρόσωπο, ένα Όνομα, ένα Τέχνασμα.” Ευφάνταστο, αποτελεσματικός σεναριακός ελιγμός, όμως τελείως επίπεδο διαφημιστικό σλόγκαν που ουσιαστικά είναι ξεκάρφωτο, εφόσον ο αοιδός δεν ψάλλει τα πάθη του υπερήρωα μποντιμπιλντερά Οδυσσέα, αλλά παραμένει διακοσμητικό στοιχείο.

Δεν σχολιάζω καν το γεγονός ότι ο Ματ Ντέιμον, μετά την κουραστικά εκτεταμένη σκηνή της μνηστηροφονίας, περπατά κουρασμένος προς την αγκαλιά της Πηνελόπης διάτρητος από βέλη, χωρίς να τρέχει μία!

Η απογοήτευση κορυφώνεται στη σκηνή της Κίρκης με τα ειδικά εφφέ και την επιστράτευση μιας γλύπτριας για τα προπλάσματα της σταδιακής μεταμόρφωσης των συντρόφων σε χοίρους: είναι τόσο κρίμα που αυτό το ψυχωσικό φεμινιστικό μανιφέστο περί επικινδυνότητας των ανδρών είναι το κείμενο στο οποίο καλείται να βασιστεί ένα πραγματικό ρεσιτάλ ερμηνείας, η υποβλητικότατη και τρομακτική παρουσία της έξοχης Σαμάνθα Μόρτον.

Δούρειος Ίππος 

Ο Δούρειος Ίππος πρώτη φορά γνωρίζει τέτοιες δόξες, ως γιγαντιαίο ξύλινο άλογο που στέκεται στα πισινά του πόδια μισοβυθισμένο στην παλίρροια και με τους μισούς Δαναούς να πνίγονται κατά φαιδρό τρόπο στο εσωτερικό του, ενόσω δεκάδες δούλων το σέρνουν στην άμμο σε μια σαδιστική απαίτηση του Νόλαν όλα αυτά να γίνονται κανονικά στα γυρίσματα (μου θύμισε τους ιθαγενείς που θυσίασε ο Χέρτζογκ στο «Φιτζκαράλντο» χάριν της αληθοφάνειας). Αισθητικά καλή η σκηνή με το άλογο στην παραλία, δεν αρκεί για να δημιουργήσει την ελλειπτική αίσθηση εξαπάτησης που απαιτεί ένα τέτοιο αφήγημα.

Εννοείται πως οι ιστορικοί Τρώες δεν ήταν καθυστερημένοι, αλλά θύματα μιας απροσμέτρητης βίας. Ε, λοιπόν, ούτε αυτήν τη βία καταφέρνει να αποδώσει η ταινία του Νόλαν: βιασμοί, εξανδραποδισμοί, πετάγματα από τα τείχη, αποκεφαλισμοί άμαχων γυναικών, και παρ’ όλα αυτά δεν συγκινείται κανείς: η Τροία της ταινίας είναι ένα ευτελές, αδιάφορο πτολίεθρον του οποίου οι πύργοι καταρρέουν στις πρώτες φλόγες σαν χάρτινη κατασκευή της Σινετσιτά.

Εδώ μιλάμε για έναν κυνικό Οδυσσέα, που θυσιάζει ανενδοίαστα συντρόφους στον Κύκλωπα, στη Σκύλλα και στη Χάρυβδη με αποκλειστικό και ιδιοτελέστατο στόχο να εξιλεωθεί ο ίδιος, ως μόνος εναπομείνας, έναντι όλων αυτών των νεκρών που αδίκησε. 

Προχωρώ με την παντελή απουσία συναισθηματικής αντίδρασης του Μάτ Ντέιμον/Οδυσσέα όταν ο αφοσιωμένος σκυλάκος του, ο Άργος, κακοποιείται συστηματικά από τους χυδαίους μνηστήρες και, κυρίως, όταν το ζώο ξεψυχά γιατί τον αναγνωρίζει και κλείνει ο κύκλος της ιώβειας αναμονής του. Εδώ μιλάμε για έναν κυνικό Οδυσσέα, που θυσιάζει ανενδοίαστα συντρόφους στον Κύκλωπα, στη Σκύλλα και στη Χάρυβδη με αποκλειστικό και ιδιοτελέστατο στόχο να εξιλεωθεί ο ίδιος, ως μόνος εναπομείνας, έναντι όλων αυτών των νεκρών που αδίκησε. Απορώ ειλικρινά πού βρήκαν οι κριτικοί την ευαισθησία για την οποία μιλούν αναφερόμενοι σε αυτόν τον κινηματογραφικό χαρακτήρα!

Απόλυτα διδακτικά, βαρετά και προβλέψιμα τα τσιτάτα περί απανθρωποποίησης που επιφέρει ο πόλεμος, περί «τέλους εποχής» και όλα τα σχετικά. Απόλυτα βαρετό και προβλέψιμο και το σχόλιο περί ενωμένης οικογένειας: ο Tηλέμαχος (ενσαρκωμένος από τον βαρετό και άχρωμο Τομ Χόλαντ) είναι ένας γιος που γνωρίζει τη μυθολογία του πατέρα του αλλά δεν τον θυμάται, και η Πηνελόπη (ενσαρκωμένη από την πανέμορφη και συγκινητική Ανν Χάθαγουεϊ) είναι μια μητέρα και σύζυγος, που εξακολουθεί να είναι ερωτευμένη με τον Οδυσσέα με τον τρόπο μιας γυναίκας διαισθητικής - κι εκεί εξαφανίζεται ολοσχερώς η υπέροχη αναγνώριση του ζεύγους που φιλοτέχνησε η ομηρική αφήγηση, συμπαρασυρόμενη κι αυτή από τη σεναριακή «πρωτοτυπία» του Χόλαντ.

Ρεαλισμός

Και φτάνω στην κατακλείδα: όλα αυτά τα επιμέρους μειονεκτήματα ωχριούν μπροστά στο κατεξοχήν προβληματικό στοιχείο της ταινίας του Νόλαν. Με πρόλαβαν ήδη άλλοι και το επεσήμαναν, αλλά θα συμπαραταχθώ κι εγώ, τελευταίος και καταϊδρωμένος, σε μια χορεία στηλιτευτικής κριτικής κατά του απαράδεκτου ρεαλισμού που διαπνέει την ταινία:

Όταν έχεις ένα μυθολογικό υλικό να διαχειριστείς τότε έχεις δύο επιλογές: είτε το ανεβάζεις στο θέατρο, όπου δια του λόγου αφήνεις τη φαντασία του θεατή να αναπλάσει τα μυθικά τέρατα, τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες «που κουβανεί μες στην ψυχή του», είτε δημιουργείς μιαν αφαιρετική ταινία, χωρίς εφέ. Αλλιώς γελοιοποιείς και το κείμενο και τον εαυτό σου ενώπιον όλων.

Δεν μπορείς να βάζεις τα ύδατα της Ερυθράς Θάλασσας να ανοίγουν με ειδικά εφέ, γιατί ο Μωϋσής σου θα προκαλέσει τον γέλωτα! Δεν μπορείς να αναστήσεις τον Λάζαρο με άμπρα-κατάμπρα! Δεν μπορείς να βάλεις την Κούντι να γεννά μια κρεάτινη μάζα στη «Μαχαμπχαράτα» χωρίς να προκαλέσεις ιλαρότητα! Δεν μπορείς να ανοιγοκλείνεις χαρτονένια βράχια στο στούντιο για να αποδώσεις ρεαλιστικά τις Συμπληγάδες πέτρες της αργοναυτικής εκστρατείας! Δεν σε παίρνει να αποδώσεις ρεαλιστικά τις μεταμορφώσεις του Γκαουντάμα Σιντάρτα, ούτε τον Κατακλυσμό του Νώε και τα ζωϊκά είδη που περιείχε η Κιβωτός, ούτε τον Δευκαλίωνα και την Πύρρα να πετούν κοτρώνες για να φυτρώσουν άνθρωποι, ούτε την Ανάσταση του Ιησού Χριστού, ούτε βέβαια τον κήπο της Εδέμ! Αυτά όλα αποτελούν λογοτεχνικές κατασκευές, που εξάπτουν τη δημιουργική φαντασία ακροατών (στην περίπτωση των ραψωδιών) και πιστών (στην περίπτωση των μυθικών αφηγημάτων των θρησκειών) και επ’ουδενί μπορούν να παραγάγουν αντάξιές τους ρεαλιστικές αναπαραστάσεις!

Το σινεμά δεν είναι λογοτεχνία, είναι εικόνα, και την imago πρέπει να τη φροντίσεις πολύ, ώστε να γίνει σεβαστό απείκασμα μιας οιασδήποτε αφήγησης τέτοιου βεληνεκούς χωρίς να ολισθήσεις σε κωμικό αποτέλεσμα.

Όσο λιγότερο ρεαλιστικά αποδίδεις το μεταφυσικό και το παράλογο, τόσο πιο πιστευτό γίνεται! Όσο πιο καρτουνίστικα και σχηματικά αποδίδεις το υπερβατικό, τόσο πιο θελκτικό και υποβλητικό αποτέλεσμα έχεις: ας θυμηθούμε τον Θεό/μαριονέττα στο έξοχο «Φάννυ και Αλέξανδρος» του Μπέργκμαν! Το σινεμά δεν είναι λογοτεχνία, είναι εικόνα, και την imago πρέπει να τη φροντίσεις πολύ, ώστε να γίνει σεβαστό απείκασμα μιας οιασδήποτε αφήγησης τέτοιου βεληνεκούς χωρίς να ολισθήσεις σε κωμικό αποτέλεσμα.

Εφόσον, λοιπόν, έχεις την παρρησία και την αυτοπεποίθηση να τα βάλεις με ένα κείμενο σαν την «Οδύσσεια» του Ομήρου, οφείλεις να σεβαστείς την επίκληση προς τη Μούσα και το «άνδρα μοι έννεπε» και να παραγάγεις τη δική σου εκδοχή (βεβαίως) του έπους, που θα γίνει σεβαστή μόνον με μια προϋπόθεση: να τη διαπνέει η αισθητική επιλογή του να αποδοθούν εσωτερικά, υπαινικτικά, λιτά και αφαιρετικά οι υπερβολικές, υπερρεαλιστικής δομής σκηνές της. Οφείλεις να αφήσεις το έπος (το όποιο έπος) να εκφωνηθεί, όποιο και αν είναι το θέμα σου: η νοσταλγία, η συγκίνηση της οικογενειακής εστίας ενός καπνού αποθρώσκοντος, το μιλιταριστικό αίσχος των σύγχρονων ιμπεριαλιστών, η βία ως αντικείμενο ψυχολογικής μελέτης, ή ακόμη και η υπέροχη επιλογή του θέματος της μελαγχολίας του πολύπλαγκτου Οδυσσέα/Ρέιφ Φάινς στην έξοχη ταινία του 2024 «Η επιστροφή» του Ουμπέρτο Παζολίνι...

* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου και χορού.

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Για το βιβλίο του Νίκου Χριστοδουλάκη «Δεν είν' εύκολες οι θύρες – Κρίσεις και χρεοκοπίες στην Ελλάδα του 19ου αιώνα»

Για το βιβλίο του Νίκου Χριστοδουλάκη «Δεν είν' εύκολες οι θύρες – Κρίσεις και χρεοκοπίες στην Ελλάδα του 19ου αιώνα»

Η ομιλία του Ομότιμου καθηγητή ΕΚΠΑ Θεόδωρου Φορτσάκη στην πρόσφατη παρουσίαση του βιβλίου του πρώην υπουργού Οικονομίας και βουλευτή Χανίων Νίκου Χριστοδουλάκη «Δεν είν' εύκολες οι θύρες – Κρίσεις και χρεοκοπίες στην Ελλάδα του 19ου αιώνα» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κριτική. 

...
«Θρήνος για την Τζούλια» & «Διαζύγιο» – Γνωστικισμός, αποξένωση και βία στο έργο της Σούζαν Τάουμπες

«Θρήνος για την Τζούλια» & «Διαζύγιο» – Γνωστικισμός, αποξένωση και βία στο έργο της Σούζαν Τάουμπες

Για τα μυθιστορήματα της Σούζαν Τάουμπες (Susan Taubes) «Θρήνος για την Τζούλια» (μτφρ. Αντωνία Γουναροπούλου, εκδ. Αλεξάνδρεια) και «Διαζύγιο». © Ethan και Tania Taubes

Γράφει η Αντιγόνη Σαμέλα

Στην αυτοβιογρα...

«Επινοώντας γέφυρες» – Η ισπανόφωνη ποίηση πέρα από τα σύνορα

«Επινοώντας γέφυρες» – Η ισπανόφωνη ποίηση πέρα από τα σύνορα

Για τη δίγλωσση ανθολογία ισπανόφωνης ποίησης «Επινοώντας γέφυρες» (εκδ. Άνω τελεία, σε συνεργασία με το Φεστιβάλ ΛΕΑ). Εικόνα: Ο επιμελητής της έκδοσης, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. 

Γράφει η Μαρία Αθανασιάδου

...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Πέθανε ο Θεσσαλονικιός πεζογράφος Γιάννης Γρηγοράκης

Πέθανε ο Θεσσαλονικιός πεζογράφος Γιάννης Γρηγοράκης

Σε ηλικία 76 ετών πέθανε ο Θεσσαλονικιός πεζογράφος Γιάννης Γρηγοράκης. 

Επιμέλεια: Book Press

Ο Γιάννης Γρηγοράκης (1950-1976) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε νομικά και για περισσότερο από τριάντα χρόνια άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου.

...
Βιβλία για την Τέχνη της Γραφής: 15 οδηγοί συγγραφής που μας μαθαίνουν να γράφουμε

Βιβλία για την Τέχνη της Γραφής: 15 οδηγοί συγγραφής που μας μαθαίνουν να γράφουμε

Δεκαπέντε βιβλία, από καταξιωμένους συγγραφείς, σημαντικούς κριτικούς και ειδικούς της δημιουργικής γραφής, που μας μαθαίνουν πώς να γράφουμε τις δικές μας ιστορίες καλύτερα αλλά και πώς να γίνουμε πιο προσεκτικοί αναγνώστες. 

Επιλογή-επιμέλεια: Ελένη Κορόβηλα ...

«Ένας μύθος» του Ουίλιαμ Φόκνερ (κριτική) – Ο Γολγοθάς της Ιστορίας, ως αλληγορία κι ως γεγονός

«Ένας μύθος» του Ουίλιαμ Φόκνερ (κριτική) – Ο Γολγοθάς της Ιστορίας, ως αλληγορία κι ως γεγονός

Για το μυθιστόρημα του Ουίλιαμ Φόκνερ «Ένας μύθος» (μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Gutenberg). Εικόνα: Πίνακας του Ότο Ντιξ. 

Γράφει ο Φώτης Καραμπεσίνης

Με τι μέτρα κρίνεται ένας σύγχρονος συγγραφέας που έχει εκδώσει ένα...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Γεωργίας Α. Ανδριώτου «Οι κόρες του Αϊβαλιού», το οποίο κυκλοφορεί στις 18 Ιουλίου από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Παναγής Αφεντέλλης ρούφηξε νωχελικά τον καφέ του κι άφησε απαλά τ...

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το πεζογραφικό έργο της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς [Marie Luise Kaschnitz] «Περιγραφή ενός χωριού» (Μετάφραση – Επίμετρο – Σημειώσεις: Αλέξανδρος Κυπριώτης), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 10 Ιουλίου από τις εκδόσεις η βαλίτσα.

Επιμέλεια: Κ...

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη συλλογή διηγημάτων του Σέρινταν Λε Φανού (Sheridan Le Fanu) «Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» (ανθολόγηση, μτφρ., εισαγωγικό σημείωμα: Γιώργος Θάνος, επιμέλεια: Γιάννης Μπαρτσώκας), η οποία θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Printa.

Επιμέλεια: ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Βιβλία για την Τέχνη της Γραφής: 15 οδηγοί συγγραφής που μας μαθαίνουν να γράφουμε

Βιβλία για την Τέχνη της Γραφής: 15 οδηγοί συγγραφής που μας μαθαίνουν να γράφουμε

Δεκαπέντε βιβλία, από καταξιωμένους συγγραφείς, σημαντικούς κριτικούς και ειδικούς της δημιουργικής γραφής, που μας μαθαίνουν πώς να γράφουμε τις δικές μας ιστορίες καλύτερα αλλά και πώς να γίνουμε πιο προσεκτικοί αναγνώστες. 

Επιλογή-επιμέλεια: Ελένη Κορόβηλα ...

Βιοηθική & λογοτεχνία: Μυθοπλασία που μιλά για την επιστήμη και τα ανθρώπινα δικαιώματα

Βιοηθική & λογοτεχνία: Μυθοπλασία που μιλά για την επιστήμη και τα ανθρώπινα δικαιώματα

Έξι βιβλία μυθοπλασίας που θίγουν ζητήματα που ερευνά η βιοηθική στη σύγχρονη εποχή. Η ευθύνη των επιστημόνων, τα όρια των παρεμβάσεων, ο άνθρωπος ως πειραματόζωο, η τεχνητή νοημοσύνη. Εικόνα: Από την ταινία «Poor things» του Γ. Λάνθιμου. 

Γράφει η Αγγελική Σπηλιοπούλου ...

«Μια τελευταία ματιά» & «Οι ωραιότερες συναντήσεις μου με ζώα» – Δύο βιβλία για τη ζωή μας με τα (άλλα) ζώα

«Μια τελευταία ματιά» & «Οι ωραιότερες συναντήσεις μου με ζώα» – Δύο βιβλία για τη ζωή μας με τα (άλλα) ζώα

Συναντήσεις με απειλούμενα είδη, καθώς και με άλλα ζώα που μας θυμίζουν τον εαυτό μας. Δύο βιβλία από τις εκδόσεις ΕΠΟΨ μας αποκαλύπτουν τα μυστικά του ζωικού βασιλείου. © Duke Lemur Center

Επιλογή-παρουσίαση: Σόλωνας Παπαγεωργίου

Η κλιματ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ