
Για τη γαλλική ταινία «Παράλληλες ιστορίες» του Ιρανού Ασγκάρ Φαραντί, την καλλιτεχνική δημιουργία και τις επιπτώσεις της.
Γράφει ο Θόδωρος Σούμας
Ο Ασγκάρ Φαραντί έφυγε από το Ιράν το 2023, ερχόμενος σε διάσταση και σύγκρουση με το ιρανικό, θεοκρατικό κι απολυταρχικό καθεστώς. Γύρισε τρεις καλές ταινίες στην Ευρώπη. Το «Παρελθόν» στη Γαλλία, το 2013. Το «Το ξέρουν όλοι» στην Ισπανία, το 2018. Και τις «Παράλληλες ιστορίες» πρόσφατα στη Γαλλία, όπου πλέον κατοικεί μόνιμα.
Στις «Παράλληλες ιστορίες», ο Ασγκάρ Φαραντί ξεκινά από μια φαινομενικά απλή πράξη: Η Σιλβί (Ιζαμπέλ Ιπέρ), διάσημη συγγραφέας σε αναζήτηση έμπνευσης για το νέο της βιβλίο, παρατηρεί με τηλεσκόπιο τους γείτονές της στο απέναντι κτίριο.
Με βάση αυτά που βλέπει, δύο άντρες (Βενσάν Κασέλ και Πιερ Νινέ) και μια γυναίκα (Βιρζινί Εφιρά) να εργάζονται στην ηχοληψία σε ένα διαμέρισμα, πλάθει μια ιστορία με μπόλικη φαντασία, ένα ερωτικό τρίγωνο.

Η κρυφή αυτή παρακολούθηση γίνεται στις «Παράλληλες ιστορίες» η αφετηρία μιας σύνθετης διερεύνησης της σχέσης ανάμεσα στην πραγματικότητα, τη φαντασία και την καλλιτεχνική δημιουργία. Η συγγραφέας μετατρέπει τους πραγματικούς ανθρώπους που παρατηρεί σε πρόσωπα μιας ερωτικής μυθοπλασίας. Έτσι, το τυχαίο και αποσπασματικό υλικό της ζωής μετασχηματίζεται σε οργανωμένη ιστορία.
Ο Φαραντί, ωστόσο, δεν αντιμετωπίζει αυτή τη διαδικασία μόνο ως μηχανισμό έμπνευσης, αλλά την υποβάλλει σε ηθικό έλεγχο. Μέχρι πού μπορεί να φτάσει η καλλιτεχνική ελευθερία και πότε η χρήση της ζωής των άλλων μετατρέπεται σε ιδιοποίηση και εκμετάλλευση; Τα μυστικά, οι επιθυμίες και οι αδυναμίες των ανθρώπων αποτελούν συχνά την πρώτη ύλη της τέχνης, όμως εδώ η «κλοπή» της πραγματικότητας αποκτά συγκεκριμένες ηθικές συνέπειες. Προκύπτει κατά συνέπεια μια σύγκρουση όλων των προσώπων μεταξύ τους. Καταλυτικό ρόλο παίζει η συνεργασία με τη συγγραφέα ενός εικοσάχρονου, φτωχού νεαρού ως βοηθού της, ο οποίος τελικά, επηρεασμένος από την όλη ιστορία θέλει να γίνει κι αυτός συγγραφέας. Ο νεαρός παρεισφρέει μάλιστα στη ζωή των απέναντι, ιδιαίτερα της νέας και ωραίας γυναίκας. Η ταινία θέτει κατά συνέπεια και το ζήτημα γιατί και πώς ένας άνθρωπος θέλει να περάσει στη μυθοπλαστική, καλλιτεχνική δημιουργία…
Η απόσταση, το κρυφό βλέμμα και το μυστήριο τροφοδοτούν τη φαντασία και λειτουργούν ως καταλύτες.
Ο σκηνοθέτης υπονομεύει σταδιακά τα όρια ανάμεσα σε αυτό που συμβαίνει και σε αυτό που φαντάζεται η Σιλβί. Η επινοημένη ιστορία αρχίζει να αποκτά αυτονομία, να επηρεάζει την πραγματικότητα και τις συμπεριφορές των απέναντι ανθρώπων, ώσπου η μυθοπλασία και το βίωμα γίνονται σχεδόν αδιαχώριστα.
Γενικά, η ηδονοβλεψία έχει ιδιαίτερη σημασία. Η απόσταση, το κρυφό βλέμμα και το μυστήριο τροφοδοτούν τη φαντασία και λειτουργούν ως καταλύτες. Η Σιλβί δεν παρατηρεί απλώς μια ξένη ζωή. Πάνω σε αυτή προβάλλει επιθυμίες, φόβους, φαντασιώσεις και το οικογενειακό παρελθόν της, αποδεικνύοντας πόσο εύκολα το βλέμμα του παρατηρητή μετασχηματίζει το αντικείμενό του.

Από θεατές, συμμέτοχοι
Έτσι, οι «Παράλληλες Ιστορίες» καταλήγουν σε ένα μετα-καλλιτεχνικό σχόλιο για την ίδια τη λειτουργία της τέχνης. Η τέχνη δεν περιορίζεται να αναπαράγει τη ζωή, αλλά επιστρέφει σε αυτήν και μπορεί να την επηρεάσει, να την αναδιαμορφώσει ή ακόμη και να την υποκαταστήσει. Ο Φαραντί μεταφέρει αυτή την προβληματική και στον κινηματογράφο, όπως η συγγραφέας κατασκευάζει μια ιστορία από τα θραύσματα της ζωής των άλλων, έτσι και ο κινηματογράφος οργανώνει την εξωτερική πραγματικότητα σε αφήγηση, ενώ ο θεατής καλείται να συμπληρώσει τα κενά και να κατασκευάσει τη δική του εκδοχή των γεγονότων. Με τις συνεχείς μετατοπίσεις από το πραγματικό στο φανταστικό και αντιστρόφως, τις πολλές ανατροπές και τις αμφισημίες του, το φιλμ μετατρέπει την ίδια την πράξη της θέασης σε μια διαδικασία ερμηνείας και μυθοπλαστικής συμμετοχής.

Η ταινία είναι δύσκολη, πολύπλοκη, πλούσια, σύνθετη και σίγουρα ενδιαφέρουσα. Αλλά δεν είναι το φιλμ στο οποίο θα πας για να ψυχαγωγηθείς. Οι δύο σεναριογράφοι, τα αδέλφια Φαραντί, ο Ασγκάρ και ο Σαέντ, είχαν σαν αφετηρία τους την «Μικρή ερωτική ιστορία» του Κισλόφσκι, φιλμ του 1988, που εξερευνά τη λεπτή γραμμή μεταξύ ηδονοβλεψίας και αληθινής αγάπης και την ηθική τους διάσταση. Μάλλον θα ήταν καλό για το φιλμ του Φαραντί να είχε κάπως μικρότερη διάρκεια γιατί ενίοτε αποβαίνει δύσκολο στην παρακολούθηση, μακρύ και μπερδεμένο. Εν τούτοις το εγχείρημα του Φαραντί και του αδελφού του συν-σεναριογράφου, είναι πολύ ενδιαφέρον και διερευνά πολλά σημαντικά θέματα, ψυχολογικά, ερωτικά, καλλιτεχνικά, κινηματογραφικά, συγγραφικά, ηθικά και γνωσιολογικά.
* Ο ΘΟΔΩΡΟΣ ΣΟΥΜΑΣ είναι συγγραφέας και κριτικός κινηματογράφου. Τελευταίο του βιβλίο, «Ο έρωτας στο σινεμά» (εκδ. Αιγόκερως).
Σκηνοθεσία: Ασγκάρ Φαραντί
Σενάριο: Ασγκάρ Φαραντί, Μασουμέχ Λαχιτζί
Ηθοποιοί: Ιζαμπέλ Ιπέρ, Βιρζινί Εφιρά, Βενσάν Κασέλ, Πιερ Νινέ, Αντάμ Μπεσά
Διάρκεια: 140
Έτος παραγωγής: 2026






















