
Ποια είναι τα όρια ανάμεσα στην ερμηνευτική ελευθερία της κριτικής και την ανάγκη τεκμηρίωσης όταν μια κρίση μετατρέπεται σε ιστορικό ισχυρισμό; Σκέψεις με αφορμή την πρόσφατη συζήτηση για την έννοια της «πρωτοπορίας». Εικόνα: Ο Νικόλαος Κάλας.
Γράφει ο Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης
Η κριτική αντλεί την ελευθερία της από την ίδια τη φύση του στοχαστικού λόγου, από την ερμηνευτική πειθώ και την οξύνοια που τη συγκροτούν. Η αξία της μετριέται στην ακρίβεια του βλέμματος, στην ικανότητα να συλλαμβάνει εσωτερικές συνδέσεις που μια βιαστική ανάγνωση θα προσπερνούσε αδιάφορα. Ωστόσο, αυτή η άνεση σκοντάφτει τη στιγμή που ο λόγος περνά από την αισθητική αποτίμηση στην ιστορική τεκμηρίωση. Μια εύστοχη διάγνωση για το πώς ένας δημιουργός ενεργοποιεί τις μορφολογικές δυνατότητες της γλώσσας παραμένει ερμηνευτική πρόταση που υπόκειται στη διάψευση, όμως ο ισχυρισμός ότι ήταν ο πρώτος που εισηγήθηκε μια καινοτομία μεταθέτει το αίτημα προς κάτι εντελώς άλλο, προς χρονολογίες, ίχνη, πρωτογενές υλικό.
Η λέξη «πρωτοπόρος» στέκεται πάνω σε αυτό ακριβώς το μεταίχμιο. Ως αισθητική αποτίμηση καταγράφει μια ερμηνευτική έκπληξη, όταν όμως χρησιμοποιείται για να δηλώσει ιστορική πρωιμότητα, αποκτά έναν χρονικό προσδιορισμό που μπορεί να ελεγχθεί ανεξάρτητα από την πειστικότητα της γραφής. Ο έλεγχος αυτός δεν περιορίζει την ελευθερία του κριτικού να αποτιμήσει το έργο, αφορά μόνο την ακρίβεια του ιστορικού ισχυρισμού. Ο κίνδυνος αναδύεται όταν μια εντύπωση ενδύεται τη βεβαιότητα ενός γεγονότος, όταν η ρητορική πεποίθηση προσπαθεί να καλύψει την απουσία τεκμηρίου. Μέσα σε μια φαινομενικά αθώα «άποψη» λανθάνει συχνά ιστορικός ισχυρισμός που ζητά τεκμηρίωση, ανεξάρτητα από το πόσο προστατευμένος είναι από την ελευθερία της κριτικής δοκιμής.
Η λογοτεχνική καινοτομία σπάνια συμπίπτει με την ιστορική προτεραιότητα. Ένα έργο μπορεί να παίρνει μια φόρμα που ήδη κυκλοφορεί και να της δίνει τέτοια ένταση ώστε να αλλάζει την πρόσληψή της, χωρίς να στέκεται στην αφετηρία της.
Ο κριτικός διατηρεί το δικαίωμα να διακινδυνεύει μια ερμηνευτική ανάγνωση, οφείλει όμως να ξέρει πότε το ρίσκο αφορά τη νοηματοδότηση ενός έργου και πότε συνιστά πρόταση για την ίδια τη λογοτεχνική ιστορία. Ένα σφάλμα στην πρώτη περίπτωση διαψεύδεται ή αναπλάθεται από άλλη ανάγνωση, στη δεύτερη είναι πραγματολογική αστοχία. Όροι όπως «πρωτοπόρος», «εισηγητής», «θεμελιωτής» μοιάζουν αθώοι και περιγραφικοί, στην πραγματικότητα όμως οργανώνουν μια αφήγηση, καθορίζουν τη θέση ενός έργου μέσα σε μια ιστορική αλληλουχία και μετακινούν τη σημασία όσων το περιβάλλουν.
Συμπίπτει η καινοτομία με την ιστορική προτεραιότητα;
Η λογοτεχνική καινοτομία σπάνια συμπίπτει με την ιστορική προτεραιότητα. Ένα έργο μπορεί να παίρνει μια φόρμα που ήδη κυκλοφορεί και να της δίνει τέτοια ένταση ώστε να αλλάζει την πρόσληψή της, χωρίς να στέκεται στην αφετηρία της. Η λογοτεχνική ιστορία γράφεται εκ των υστέρων. Η μεταγενέστερη αναγνώριση αναδιατάσσει το παρελθόν με τη δική της λογική και επιτρέπει σε ένα βιβλίο με μεγάλη επιρροή να επισκιάζει προγενέστερες απόπειρες, έτσι ώστε η αισθητική δικαίωση μιας φόρμας να λογίζεται ως η αφετηρία της εκεί που απλώς κατέκτησε τη μεγαλύτερη ορατότητα. Το πέρασμα από την αισθητική αναγνώριση στην ιστορική προτεραιότητα απαιτεί επίπονη επιστροφή στο αρχείο, στις πρώτες δημοσιεύσεις, σε έντυπα χαμηλής ορατότητας, σε χρονολογίες που ζητούν εκ νέου διερεύνηση.
Και επειδή η ιστοριογραφία οργανώνεται γύρω από τα κέντρα με τη μεγαλύτερη εκδοτική ισχύ, ένα εγχείρημα μπορεί να προηγείται σε ένα περιφερειακό πεδίο και να αποκτά ιστορική υπόσταση στο κέντρο, με κίνδυνο η καθυστερημένη αυτή ορατότητα να περάσει για χρονολογική προτεραιότητα.
Το κέντρο ανακαλύπτει την περιφέρεια
Το ζήτημα περιπλέκεται όταν η μορφή που προκαλεί την έκπληξη έρχεται από την περιφέρεια. Η χρήση μιας ντοπιολαλιάς μπορεί να είναι στοιχείο πρακτικής καλλιεργημένης επί χρόνια σε έναν τόπο, ώστε όταν φτάνει στο κέντρο να μοιάζει ξαφνικά ρήξη. Η έκπληξη του κέντρου είναι πραγματική, η στιγμή όμως που ένα ιδίωμα γίνεται θεσμικά ορατό σπάνια συμπίπτει με τη στιγμή της γέννησής του. Μια πρόσφατη αντιπαράθεση ανάμεσα σε μία αρθρογράφο και έναν συγγραφέα το έδειξε καθαρά. Μια πρακτική παρουσιάστηκε ως πρωτοποριακή τη στιγμή που προγενέστερα έργα την είχαν ήδη αξιοποιήσει συστηματικά, οπότε η διαφωνία βγήκε από τα όρια της υποκειμενικής αρέσκειας, χωρίς κανείς από τους δύο να το παραδεχτεί εύκολα, γιατί η παραδοχή ενός τέτοιου λάθους κοστίζει σε ένα πεδίο τόσο μικρό όσο το ελληνικό, όπου η μνήμη είναι μακριά και οι σχέσεις στενές.
Η «Γενιά του ΄30» υπήρξε καθοριστική, ο ελεύθερος στίχος, ο μοντερνισμός και ο υπερρεαλισμός όμως διέθεταν αυτόνομες προϊστορίες, με δημιουργούς που δύσκολα εντάσσονται στη δεσπόζουσα αφήγηση της θεσμικής καθιέρωσης.
Ένα έντυπο με ισχυρή παρουσία πολλαπλασιάζει την εμβέλεια κάθε κριτικής διατύπωσης και συμμετέχει στη διαμόρφωση του λεξιλογίου με το οποίο θα συζητηθεί ένα έργο. Όταν ένα μέσο με τέτοια εμβέλεια αποδίδει τον χαρακτηρισμό «πρωτοποριακός», η λέξη υπερβαίνει τη στιγμιαία υποκειμενική εκτίμηση και αποκτά αθόρυβα, μέσω της απλής επανάληψης, τη διάρκεια μιας καθιερωμένης κρίσης. Το έργο που αναγνωρίστηκε από το κέντρο γίνεται σημείο αναφοράς, ενώ προγενέστερα εγχειρήματα, ιδίως όσα εκδόθηκαν σε πιο περιφερειακά περιβάλλοντα, υποχωρούν από το δημόσιο οπτικό πεδίο.
Εμπειρίκος, Κάλας: δύο ονόματα, μία αφετηρία
Στη νεοελληνική γραμματεία το φαινόμενο δεν είναι σπάνιο. Η «Γενιά του ΄30» υπήρξε καθοριστική, ο ελεύθερος στίχος, ο μοντερνισμός και ο υπερρεαλισμός όμως διέθεταν αυτόνομες προϊστορίες, με δημιουργούς που δύσκολα εντάσσονται στη δεσπόζουσα αφήγηση της θεσμικής καθιέρωσης. Ο Γιώργος Σαραντάρης είναι τέτοια περίπτωση. Η μορφολογική του οξύνοια παραμένει σταθερή, ανεξάρτητα από το ότι δεν κατέλαβε εξαρχής την κεντρική θέση που απέκτησαν άλλοι.
Ο ελληνικός υπερρεαλισμός προσφέρει το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα. Η Υψικάμινος του Ανδρέα Εμπειρίκου, που κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 1935, συνδέθηκε με τη δημόσια εκδήλωση του κινήματος και με τη διάλεξη «Περί Σουρρεαλισμού» που είχε δώσει τον Ιανουάριο στη Λέσχη Καλλιτεχνών, αποκτώντας το κύρος του συμβόλου γύρω από το οποίο το ρεύμα οργάνωσε τη θεσμική του υπόσταση. Δύο χρόνια νωρίτερα όμως, το 1933, ο Νικήτας Ράντος, ψευδώνυμο του μετέπειτα Νικόλα Κάλας, είχε ήδη επιχειρήσει μια ποίηση που συνομιλούσε με τις αναζητήσεις του υπερρεαλισμού, χωρίς να καταλάβει την ίδια κεντρική θέση στη μεταγενέστερη αφήγησή του. Η αφετηρία του ελληνικού υπερρεαλισμού δεν βρίσκεται επομένως σε μία μόνο στιγμή, διαμορφώνεται ήδη νωρίτερα μέσα από παράλληλες διαδρομές, μία από τις οποίες έμεινε για χρόνια κρυμμένη πίσω από ένα άλλο όνομα.
Ένα έργο μπορεί να επιβάλει μια φόρμα στη συλλογική συνείδηση χωρίς να την εγκαινιάζει. Η αποκατάσταση μιας ιστορικής προτεραιότητας δεν αφαιρεί τίποτα από το μεταγενέστερο έργο.
Η διάκριση ανάμεσα στο «πρώτο» και στο «καθοριστικό» αποτυπώνει τα όρια ανάμεσα στην ιστορική πραγματολογία και την αισθητική αποτίμηση, και δεν χρειάζεται περισσότερη ανάλυση από αυτή τη μία πρόταση. Ένα έργο μπορεί να επιβάλει μια φόρμα στη συλλογική συνείδηση χωρίς να την εγκαινιάζει. Η αποκατάσταση μιας ιστορικής προτεραιότητας δεν αφαιρεί τίποτα από το μεταγενέστερο έργο. Για την ακρίβεια, του αφαιρεί μόνο έναν τίτλο που δεν του ανήκε, και σε αντάλλαγμα το αφήνει να κριθεί για την πραγματική, αυτόνομη δύναμή του. Δεν είναι πάντα εύκολο να πει κανείς, την ώρα που γράφει, πότε ακριβώς μια πρόταση διολισθαίνει από την αισθητική στην πραγματολογία. Η ίδια η ρευστότητα αυτού του ορίου είναι μέρος του προβλήματος, όχι κάτι που λύνεται μια για πάντα με έναν κανόνα.
Η κριτική ως μηχανισμός μνήμης
Η κριτική διαμορφώνει τη συλλογική μνήμη των έργων πέρα από την απλή αξιολόγησή τους. Μια κρίση που διατυπώνεται άπαξ μένει ενδιαφέρουσα ερμηνευτική άποψη, όταν όμως επαναλαμβάνεται σε άρθρα, παρουσιάσεις, εκδοτικά σημειώματα, αποσπάται από την πηγή της και επιστρέφει στο πεδίο ως εδραιωμένη γνώση. Εκεί όπου κανείς πια δεν θυμάται ποιος την πρότεινε πρώτος, η απόφανση έχει ήδη εγκατασταθεί, και φαίνεται η συμβολική εξουσία της κριτικής χωρίς καμία ανάγκη επιβολής. Αρκεί η ικανότητά της να κυκλοφορεί και να επαναλαμβάνεται.
Ο κριτικός ξεχνιέται, η κρίση του όμως μένει, και μια πρόταση που γράφτηκε ως ενθουσιώδης αισθητική αποτίμηση μπορεί χρόνια αργότερα να περάσει για ιστορικό δεδομένο.
Όταν η αρχική διατύπωση παραβλέπει εγχειρήματα εκτός του κυρίαρχου πεδίου, η λογοτεχνική μνήμη έχει ήδη κάνει μια επιλογή πολύ πριν αυτή γίνει αντιληπτή, και κάποιοι συγγραφείς αποκτούν την ορατότητα που τους επιτρέπει να μοιάζουν αφετηρίες, ενώ άλλοι μένουν στη σκιά μιας ιστοριογραφίας γραμμένης με βάση το τι έγινε θεσμικά γνωστό, όχι το τι είχε πραγματικά προηγηθεί. Χρειάζεται όμως προσοχή ώστε η αποκατάσταση να μην καταλήξει σε αντίστροφη απλούστευση, να μην βάλει έναν άλλον «πρώτο» στη θέση του προηγούμενου, γιατί η ιστορική πραγματικότητα δείχνει συχνά παράλληλες διαδρομές, αντί για έναν μοναδικό πρωτοπόρο, δημιουργούς που δουλεύουν αγνοώντας ο ένας τον άλλον. Ο κριτικός ξεχνιέται, η κρίση του όμως μένει, και μια πρόταση που γράφτηκε ως ενθουσιώδης αισθητική αποτίμηση μπορεί χρόνια αργότερα να περάσει για ιστορικό δεδομένο.
Το τίμημα της ακρίβειας
Η ελευθερία του κριτικού λόγου κουβαλάει μια ευθύνη μακριά από κάθε ακαδημαϊκή αποστείρωση, την πλήρη επίγνωση του είδους του ισχυρισμού που διατυπώνεται κάθε φορά. Ο κριτικός δικαιούται να είναι απόλυτος στην αισθητική του κρίση, να θεωρεί ένα έργο μείζον ή βαθιά προβληματικό, αφού η διαφωνία γύρω από τέτοιες αξιολογήσεις είναι ο πυρήνας της δουλειάς του. Όταν όμως μπουν χρονολογικοί δείκτες ή σχέσεις επιρροής, το πεδίο αλλάζει, και ο κριτικός πρέπει να ξέρει ότι πέρασε σε λόγο πραγματολογικά ελέγξιμο. Ένα άρθρο ή ένα δοκιμιακό κείμενο μπορεί να συνυφαίνει στην ίδια παράγραφο αισθητικές κρίσεις και πραγματολογικές διαπιστώσεις, που υπόκεινται ωστόσο σε εντελώς διαφορετικούς όρους εγκυρότητας.
Η υποκειμενική προέλευση μιας πρότασης δεν αναιρεί το πραγματολογικό της περιεχόμενο, γι’ αυτό η διόρθωσή της δεν είναι επίθεση στο πρόσωπο που τη διατύπωσε, όσο κι αν έτσι γίνεται συχνά αντιληπτή σε ένα πεδίο τόσο κλειστό. Ο κριτικός διάλογος κρατά την ακεραιότητά του ακριβώς επειδή περιορίζεται στο αντικείμενό του, ποιο έργο προηγήθηκε, πότε δημοσιεύτηκε, ποιο τεκμήριο το επιβεβαιώνει ή το διαψεύδει.
Η κριτική κρατά το δικαίωμα να βλέπει πέρα από το προφανές, πρέπει όμως να ξέρει πότε αυτό το «πέρα» είναι υπόθεση και πότε παρουσιάζεται λανθασμένα ως γνώση. Εκεί περνά η λεπτή γραμμή ανάμεσα στην αισθητική τόλμη και την ιστορική αυθαιρεσία.
Το πλέον δύσκολο σημείο του κριτικού λόγου είναι η ικανότητά του να αυτοδιορθώνεται. Η κριτική τρέφεται από τη διαφωνία, οφείλει όμως να αναγνωρίζει τη στιγμή που μια διατύπωσή της αποδεικνύεται πραγματολογικά ανεπαρκής και να την αναθεωρεί. Η διόρθωση δεν είναι έξω από την εγκυρότητά της, είναι ένας από τους όρους της. Όταν το αρχειακό τεκμήριο δείχνει ότι μια φόρμα είχε ήδη προηγηθεί, η ιστοριογραφία οφείλει να το ενσωματώσει, η αξία του μεταγενέστερου έργου μένει ανοιχτή σε επανεκτίμηση, και η θέση των προγενέστερων δημιουργών επιστρέφει στην αυθεντική της χρονικότητα. Αυτό ζητά μια στάση ταπεινότητας που δεν είναι παραίτηση, την επίγνωση ότι καμία ανάγνωση δεν εξαντλεί την ιστορία ενός έργου και καμία διατύπωση δεν σφετερίζεται μόνη της το κύρος ενός γεγονότος όσο πειστική κι αν ακούγεται.
Η κριτική κρατά το δικαίωμα να βλέπει πέρα από το προφανές, πρέπει όμως να ξέρει πότε αυτό το «πέρα» είναι υπόθεση και πότε παρουσιάζεται λανθασμένα ως γνώση. Εκεί περνά η λεπτή γραμμή ανάμεσα στην αισθητική τόλμη και την ιστορική αυθαιρεσία. Η πιο δίκαιη στάση απέναντι στη λογοτεχνία ίσως να μην είναι καν η ισορροπία ανάμεσα στις δύο, αλλά η αποδοχή ότι κάθε κριτικός θα βρεθεί, αργά ή γρήγορα, στη θέση να έχει περάσει τη γραμμή χωρίς να το καταλάβει, και το μόνο που μετράει τότε είναι αν θα δεχτεί να το παραδεχτεί δημόσια ή θα αφήσει έναν πραγματολογικά εσφαλμένο ισχυρισμό να επαναλαμβάνεται μέχρι να θεωρηθεί ιστορικό δεδομένο.
* Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗΣ σπούδασε Γερμανική Γλώσσα και Φιλολογία στο ΕΚΠΑ. To 2021 δημιουργήθηκαν υπό την αιγίδα του οι εκδόσεις Περικείμενο Βιβλία. Έχει εκδώσει τις συλλογές πεζογραφίας Είδωλα (2021) και Επικράτειες (2024).
Πηγές
Ίδρυμα Ωνάση, Αρχείο Καβάφη, «Νικήτας Ράντος, Ποιήματα, Αθήνα, Πυρσός, 1933».
Γενικά Αρχεία του Κράτους, «Αρχείο Νικολάου και Έλενας Κάλα».
Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής, Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων, λήμμα «Υπερρεαλισμός».






















