
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Κωνσταντίνας Κατρακάζου «Από τον πόλεμο βγαίνεις ζωντανός μόνο από τύχη», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 10 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Βρέθηκε τεσσεράμισι χρόνια μακριά από τον τόπο του και τόσο κοντά στον πόλεμο. Κυριολεκτικά στην καρδιά του πολέμου!
Οι δικοί του δεν τον αναζήτησαν. Τον είχαν για χαμένο. Το παιδί φανταζόταν πως η οικογένειά του θα μαράζωνε από την απουσία του. Κι όμως, τίποτα τέτοιο δεν συνέβη. Συνέχισαν να ζουν σαν να μην έλειψε ποτέ. Εκεί που πήγε, δούλεψε σκληρά από την πρώτη στιγμή. Η δουλειά δεν τον φόβιζε. Από την ηλικία της ανεμελιάς κιόλας, είχε μάθει να δουλεύει σαν ενήλικας. Τον είχαν εξωθήσει σε μια ωριμότητα που αποτέλεσμα μιας φυσικής εξέλιξης δεν ήταν. Μεγάλωνε δίχως το δικαίωμα του λάθους, συνεχίζοντας να παίζει τον ίδιο ρόλο και όταν μεγάλωσε. Να είναι αυτός που «ξέρει», που «αντέχει», που «όλα τα προλαβαίνει», που «άξιζε μόνο όταν υπερέβαινε τον εαυτό του».
Τέλος, μαζί και με άλλους Έλληνες, εντάχθηκε στον ελληνικό στρατό στη Μέση Ανατολή. Μετά τη στρατιωτική του εκπαίδευση, βρέθηκε στο μέτωπο, στην πρώτη γραμμή του πολέμου. Παρά τις ακραία αντίξοες συνθήκες, αυτός ένιωθε μια αλλόκοτη ικανοποίηση. Οι πρωτόγνωρες εμπειρίες τον γοήτευαν. Διανοίγονταν μπροστά του προοπτικές για μια ζωή πιο ενδιαφέρουσα απ’ αυτή που είχε ζήσει μέχρι τότε. Ο πόλεμος, που για άλλους ήταν η φρίκη, γι’ αυτόν ήταν το σχολείο που δεν είχε τελειώσει. Εκεί έζησε τη συντροφικότητα. Συναναστράφηκε ανθρώπους και έμαθε για άλλους κόσμους. Εκεί διευρύνθηκε η σκέψη του. Για πρώτη φορά αισθάνθηκε ότι δεν ήταν περιττός.
Εκεί απόκτησε και το πρώτο του βιβλίο. «Όταν τελειώσω το βιβλίο, θέλεις να σου το χαρίσω;» τον ρώτησε αυτός που κοιμόταν στο διπλανό ράντζο, ο οποίος έβλεπε συχνά τον γιο να συλλαβίζει τις λέξεις από τυχαία σημεία του βιβλίου. Και μόνο αυτό φανέρωνε το πόσο πολύ ο γιος επιθυμούσε να μάθει να διαβάζει με ευχέρεια.
Μετά τη στρατιωτική του εκπαίδευση, βρέθηκε στο μέτωπο, στην πρώτη γραμμή του πολέμου. Παρά τις ακραία αντίξοες συνθήκες, αυτός ένιωθε μια αλλόκοτη ικανοποίηση. Οι πρωτόγνωρες εμπειρίες τον γοήτευαν. Διανοίγονταν μπροστά του προοπτικές για μια ζωή πιο ενδιαφέρουσα απ’ αυτή που είχε ζήσει μέχρι τότε. Ο πόλεμος, που για άλλους ήταν η φρίκη, γι’ αυτόν ήταν το σχολείο που δεν είχε τελειώσει.
Η κατανόηση του κειμένου, λίγο λίγο, θα ερχόταν αργότερα. Τελικά, το βιβλίο άλλαξε χέρια. Του το χάρισε. Το πήρε. Το επιπλέον βάρος στο στρατιωτικό σακίδιο δεν του δημιουργούσε πρόβλημα. Ήταν τόση η χαρά του, που αισθανόταν το σακίδιο ελαφρύτερο απ’ ό,τι ήταν πριν.
Τον υπολόγιζαν λοιπόν, δεν ήταν αόρατος. Μολονότι βρισκόταν στο περιοριστικό περιβάλλον του στρατού, ο γιος ένιωθε ελεύθερος. Η ζωή εκεί τον ενθουσίαζε σε τέτοιο βαθμό, που ανταποκρινόταν πρόθυμα σε κάθε παράτολμη αποστολή. Συχνά μάλιστα ορμούσε στον κίνδυνο με δική του πρωτοβουλία, δίχως καν να του το ζητήσουν, με σκοπό να κερδίσει την εκτίμηση και την αποδοχή των άλλων. Τα είχε στερηθεί και τα δύο όταν ζούσε με την οικογένειά του. Τώρα, με δίψα, τα αναζητούσε σε ό,τι έκανε, λαχταρώντας να τον αγαπούν. Παραλήπτης όμως όλων των κατορθωμάτων του ήταν κυρίως ο πατέρας. Ό,τι έκανε γινόταν για εκείνον, προσδοκώντας την αναγνώρισή του. Κατά κάποιον τρόπο όμως, ένιωθε και πως τον εκδικούνταν, διαψεύδοντας εμπράκτως όσα εκείνος του καταλόγιζε.
❡
Την άλλη μέρα το πρωί, αναχωρήσαμε με προορισμό το Κουσάντασι. Τα γυναικόπαιδα, τους ηλικιωμένους και γενικά όσους νομίζανε ότι δεν θα μπορούσαν να περπατήσουν μέχρι το Κουσάντασι τους βάλανε σε καΐκια. Εμείς οι υπόλοιποι, κάπου εβδομήντα άτομα, με οδηγούς δύο Τούρκους στρατιώτες, θα πηγαίναμε με τα πόδια. Οι περισσότεροι ήμασταν ξυπόλυτοι.
Πηγαίνοντας στο Κουσάντασι, ένα περιστατικό μάς τρόμαξε.
Περπατάγαμε μέσα σε πυκνό δάσος, σ’ ένα στενό μονοπάτι, ο ένας πίσω από τον άλλο. Ξαφνικά, ακούμε τον Τούρκο να μας λέει ντουρ. Καταλάβαμε ότι έπρεπε να σταματήσουμε. Μπροστά μας ήταν απλωμένο ένα καραϊλάνι, ένα τεράστιο φίδι. Μας εμπόδιζε να προχωρήσουμε. Από τα λίγα τούρκικα που ήξερα από τη μάνα μου αυτό κατάλαβα να μας λέει ο οδηγός και πως ήταν ένα φίδι δέκα μέτρα μήκος. Φυσικά, ούτε να σκεφτούμε να το δρασκελίσουμε. Λίγο να το ακουμπούσες, θα ταρασσόταν και απάνω στην ταραχή του θα τα έκανε όλα λίμπα. Η αντάρα του θα έσπαγε δέντρα, θάμνους, θα χτύπαγε κι εμάς. Κατάλαβα ακόμα ότι το φίδι περίμενε να σταματήσει ο καβγάς που γινόταν στην κατηφόρα, ανάμεσα σε ένα μικρό αγριογούρουνο και σε ένα καπλάνι. Τελικά, νίκησε το καπλάνι. Το φίδι, σαν είδε σκοτωμένο το αγριογούρουνο, σύρθηκε προς αυτό, το δε καπλάνι από φόβο υποχώρησε. Ανενόχλητο, το φίδι άρχισε λίγο λίγο να καταπίνει το αγριογούρουνο. Εγώ δεν το είδα με τα μάτια μου, ήμουν από τους τελευταίους στη σειρά. Αλλά όσα μπόρεσα να καταλάβω από αυτά που έλεγε ο Τούρκος τα πίστεψα όλα.
Ύστερα απ’ αυτό μπορέσαμε να συνεχίσουμε τον δρόμο μας και να φτάσουμε στο Τσαγκλί.
Στο Τσαγκλί μένανε κυρίως Έλληνες.
Μας περιμένανε. Είχαν βράσει γάλα σε ένα καζάνι και μας δώσανε να πιούμε. Μας δώσανε ακόμα ψωμί, σταφίδες, σύκα, χαλβά. Μας λυπόντουσαν μάλλον, επειδή είχε διαρρεύσει η είδηση ότι μας πηγαίνανε να μας ντύσουν φαντάρους. Εμείς όμως δεν το ξέραμε. Συγκεκριμένα εγώ, πού να το φανταστώ! Εγώ ήξερα ότι βρισκόμουν εκεί για να βρω δουλειά.
Μας ρωτάγανε από πού ήμασταν. Μία γυναίκα με πλησιάζει και με ρωτάει κι εμένα στα ελληνικά. Της λέω. Ύστερα με ρωτάει για τους δικούς μου, το όνομα του πατέρα μου, το επώνυμο. «Το όνομα της μάνας σου;» μου λέει. «Γιουρέλαινα» απαντώ. «Κατερίνα;» ξαναρωτάει. «Ναι, Κατερίνα». Την είδα να βουρκώνει.
Η μάνα μου ήταν από το Τσαγκλί. Οι δικοί της μέσα στην αναμπουμπούλα έφυγαν με άλλη βάρκα, μόνοι τους. Δεν έμαθε κανείς τι απέγιναν. Η μάνα μου κι άλλα παιδιά έμειναν πίσω στην Τουρκία. Λίγο αργότερα μπόρεσε και η μάνα μου να φύγει. Πέρασε απέναντι. Αρκετοί παρέμειναν πίσω, αλλά έκρυβαν την καταγωγή τους.
Τη ρώτησα ποια ήταν και μου απάντησε ότι αυτό δεν είχε καμία σημασία. Μου πρότεινε να πάω σπίτι της, που ήταν λίγο πιο κάτω. Εκεί τύλιξε σ’ ένα πεσκίρι περίπου δύο οκάδες σταφίδες, ψωμί, τυρί, κεφτέδες και μου τα έδωσε. Μου έδωσε και δύο μπακανότες. Η μπακανότα ήταν χάρτινη τούρκικη λίρα που είχε εκατό γρόσια. Όταν επέστρεψα στο νησί μου, περίπου τέσσερα χρόνια αργότερα, ανέφερα το γεγονός στη μητέρα μου. Έβαλε κι εκείνη τα κλάματα. Κατάλαβε από μερικές ακόμα λεπτομέρειες που της είπα ότι πρέπει να ήταν η ξαδέλφη της.
Φύγαμε από το Τσαγκλί και λίγο πιο πάνω περάσαμε από το Τουρκοτσάγκλι. Εκεί μένανε μόνο Τούρκοι. Αρκετοί τρέξανε να μας δουν. Δεν σταματήσαμε, συνεχίσαμε για το Κουσάντασι.
Στη διαδρομή, περίπου μία ώρα ακόμα, περάσαμε από τα Λίτζα, τις θερμές πηγές, που πίσω τους βρισκόταν το Κουσάντασι.
Φτάσαμε στο Κουσάντασι. Υπήρχαν πολλοί πρόσφυγες που καταφτάνανε κι απ’ άλλα μέρη. Στο διάστημα που μείναμε εκεί μαζεύτηκαν περίπου δύο χιλιάδες πρόσφυγες. Εμείς μείναμε σ’ ένα σχολείο για δύο εβδομάδες, ίσως είκοσι μέρες, δεν θυμάμαι καλά.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Καμία ανθρώπινη πράξη δεν είναι απολύτως αθώα. Πάντα κάτι κρύβει. Αντιζηλίες, κρυφά συμφέροντα, δεισιδαιμονίες, ανταγωνισμούς, οι οποίοι μπορούν να γεννήσουν τέρατα. Ακόμα και όταν γίνονται στο όνομα της γονεϊκής αγάπης, οι συγκεκριμένες πράξεις μπορούν να δημιουργήσουν ανεπούλωτα τραύματα.
Ανάμεσα σε πατέρα και γιο υπήρχε μια περίεργη σχέση. Ο πατέρας απαιτούσε από τον γιο να τον ακολουθεί σε όλες τις δουλειές, έχοντάς τον όμως υπό τον απόλυτο έλεγχό του, δίχως να του παραχωρεί καμία πρωτοβουλία. Αν δεν γίνονταν τα πράγματα όπως τα ήθελε, ξεσπούσε τον θυμό του βίαια επάνω στον γιο. Για όλα αυτά, ο γιος τον μισούσε. Ευχόταν τον θάνατο του πατέρα του, αλλά ταυτόχρονα λαχταρούσε να είναι συνέχεια μαζί του. Ικέτευε για λίγη πατρική τρυφερότητα που δεν την απόλαυσε ποτέ.
Και όμως, ό,τι έκανε ο ένας στον άλλο, έλεγαν πως από αγάπη το έκαναν.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Κωνσταντίνα Κατρακάζου γεννήθηκε το 1953. Είναι εικαστικός και σκηνογράφος. Έχει παρουσιάσει τη δουλειά της σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και σε θέατρα στην Ελλάδα. Δίδαξε και στις τρεις βαθμίδες της εκπαίδευσης το μάθημα των εικαστικών. Το πρώτο της βιβλίο Λέξεις που δεν έζησε… κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αρμός το 2023.




















