
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Ηλία Μαγκλίνη «Δεν βλέπω όνειρα συνήθως – Γράμματα του Χάρρυ στη Ρετζίνα», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 10 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Παιδικές σκηνές
Είχε κάπου διαβάσει ότι ο Μένγκελε λάτρευε την Ονειροπόληση από τις Παιδικές σκηνές του Σούμαν. Τον έπιασε ναυτία. Με την πρώτη ευκαιρία, πήρε το παλιό του βινύλιο με τη Μάρτα Άργκεριχ στο πιάνο κι έβαλε να ακούσει το έβδομο μέρος από τις Παιδικές σκηνές. Την Ονειροπόληση.
Περίμενε για λίγο μαγκωμένος, κρατώντας σχεδόν την ανάσα του. Μετά τα πρώτα μέτρα της μουσικής όμως κάτι ξεπλύθηκε μέσα του. Ησύχασε. Κάπως.
Η μουσική έκανε λοιπόν θαύματα. Ακόμα και η ίδια αυτή μουσική που κάποτε θαύμαζε ο Γιόζεφ Μένγκελε, ο επονομαζόμενος Άγγελος του Θανάτου μέσα στο στρατόπεδο.
Πολλά χρόνια μετά του είπαν: ήταν γιατρός, όπως κι εσείς.
Όχι, απάντησε εκείνος, δεν ήταν γιατρός όπως εγώ. Δεν είμαστε συνάδελφοι με αυτόν τον άνθρωπο. Καταλαβαίνετε; Έπειτα τον ρώτησαν: Εσείς εκεί μέσα υποβληθήκατε σε ιατρικά πειράματα;
Εγώ, είπε με τον ξερό, ιατρικό του τρόπο, δεν υποβλήθηκα ποτέ σε ιατρικά πειράματα. Τόσο απλά; Μάλιστα, τόσο απλά. Είμαι γιατρός· δεν είμαι κλόουν.
Είχε συνηθίσει να βλέπει στρατιώτες να χτυπούν μέχρι θανάτου ή να πυροβολούν άλλους τρόφιμους του στρατοπέδου. Αυτό το έβλεπες σχεδόν κάθε μέρα εκεί μέσα. Ή το άκουγες: τον πυροβολισμό, την κραυγή.
Δεν έπαυε όμως να τον ταράζει ότι γιατροί εκεί μέσα –όσο κι αν αρνιόταν να το παραδεχτεί, ήταν και αυτοί συνάδελφοί του– έκαναν ακριβώς το ίδιο, με το πρόσχημα της επιστημονικής έρευνας.
Τη μοναδική φορά που μίλησε για όσα έζησε εκεί μέσα, τα λόγια του ήταν αυτά:
Υπήρχε ένα μπλοκ όπου κάνανε πειράματα. Για τους διδύμους, για τις εγκύους, για γενετικά… ήταν εκεί κάτι γιατροί, εγκληματίες –καθηγηταί πανεπιστημίου, πρυτάνεις Γερμανοί–, καθάρματα. Κάνανε φοβερά πειράματα εκεί. Κάνανε πειράματα πόσο αντέχει στο κρύο νερό ένας άνθρωπος. Αφαιρούσαν τα γεννητικά όργανα, κάνανε γενετικά πειράματα – φοβερά πράγματα. Ο αδερφός του Ρενέ Μόλχο πέρασε από τέτοια πειράματα. Του κάνανε πειράματα και πέθανε. Εκεί.
Οι Παιδικές σκηνές επέζησαν και αυτές του στρατοπέδου. Αλλά είχαν αυτό το δικαίωμα; Να επιζήσουν των ιατρικών πειραμάτων; Του Μένγκελε και των άλλων γιατρών; Ή μήπως όχι; Μήπως τις είχαν νοθεύσει με τρόπο ανεπανόρθωτο; Σκότωναν τη μουσική έτσι;
Και τη μουσική;
Καθώς περνούσαν τα χρόνια, του φαινόταν όλο και πιο αλλόκοτο που το σώμα του είχε ταξιδέψει τόσο πολύ, είχε φτάσει τόσο μακριά. Αυτό το γέρικο κορμί που περιφερόταν σε ένα διαμέρισμα επί της Ασκληπιού, στο κέντρο της Αθήνας, είχε περάσει από έναν κόσμο όπου ένας δολοφόνος δάκρυζε ακούγοντας Ρόμπερτ Σούμαν.
Το μυαλό του σταματούσε κάτι τέτοιες στιγμές. Όπως όταν δοκίμαζε να σκεφτεί το άπειρο.
Ήταν σαν να είχε βρεθεί σε μια άλλη διάσταση, σε ένα παράλληλο σύμπαν και να είχε επιστρέψει.
Τι είχε φέρει όμως μαζί του από εκεί;
Ο χρόνος
Σίγουρα είχε φέρει μαζί του έναν αριθμό.
Τον αριθμό.
Α15532.
Ήταν μπροστά του, πάνω του, μέσα του – και την ίδια στιγμή δεν ήταν πουθενά.
Κρατούσε το μπράτσο του σαν να είχε πάθει κάποιο οδυνηρό διάστρεμμα και κοιτούσε τους πίνακες που είχε συγκεντρώσει όλα αυτά τα χρόνια.
Είχαν πάψει πια να τον παρηγορούν.
Ο νους του έτρεχε ωστόσο σε δύο μικρά έργα, όχι του Παπαλουκά ή του Οικονόμου, έργα όχι ζωγράφων που τόσο είχε αγαπήσει κάποτε αλλά σε ένα ταπεινό έργο δικό του κι ένα της κόρης του. Και τα δύο απεικόνιζαν την ίδια παραλία, από ελαφρώς διαφορετική οπτική γωνία όμως.
Ο χρόνος, λένε, εκδικείται τους πάντες. Δεν λυπάται κανέναν. Γιατί να μην εκδικηθεί κι εκείνον; Σε τι ξεχώριζε απ’ όλους τους άλλους;
Ο χρόνος ήταν ο τάφος όλων. Το ήξερε καλά αυτό. Με ή χωρίς στρατόπεδα, με ή χωρίς πολέμους, ο χρόνος δεν είναι παρά ένα απέραντο στρατόπεδο χωρίς συρματοπλέγματα.
Ήταν τέλη της δεκαετίας του ’50, κάπου στο Καβούρι. Ήταν ακόμη νέος και η κόρη του μόλις είχε μπει στην εφηβεία. Ήταν καλοκαίρι. Όλα τα άσχημα τα είχε αφήσει πίσω του και όλα τα ωραία ήταν ακόμη μπροστά του.
Ο χρόνος, λένε, εκδικείται τους πάντες. Δεν λυπάται κανέναν. Γιατί να μην εκδικηθεί κι εκείνον; Σε τι ξεχώριζε απ’ όλους τους άλλους;
Ο χρόνος ήταν ο τάφος όλων. Το ήξερε καλά αυτό. Με ή χωρίς στρατόπεδα, με ή χωρίς πολέμους, ο χρόνος δεν είναι παρά ένα απέραντο στρατόπεδο χωρίς συρματοπλέγματα.
Απασιονάτα
Παλαιότερα, ορισμένα κυριακάτικα πρωινά, έβαζε κι άκουγε τα δαιμονισμένα τραγούδια του Ζακ Μπρελ. Τα τραγουδούσε κι ο ίδιος, συχνά σκεπάζοντας τη μουσική από τα ηχεία. Ήταν κάτι σαν θυμός. Μα από πού ερχόταν αυτός ο θυμός; Δεν τον ενδιέφερε να δώσει καμία απάντηση.
Γιατί μόνο τις Κυριακές ο Μπρελ; Συνταξιούχος ήταν πια – όλες οι μέρες ήταν ίδιες για εκείνον.
Του είχε μείνει όμως από την εποχή που δούλευε ακόμη.
Κι όταν δεν τραγουδούσε ο ίδιος δυνατά, ψιθύριζε γεμάτος ηδονή τους γαλλικούς στίχους με την απαράμιλλη προφορά του, για τους ναύτες και τις πόρνες στο λιμάνι του Άμστερνταμ.
Είχε ωραία φωνή· φωνή τενόρου. Ecco ridente in ciello, τραγουδούσε μερικά κυριακάτικα πρωινά, πάνω από τη φωνή του Λουίτζι Άλβα, το μαντολίνο και την ορχήστρα της Σκάλας, κι έλεγε πως τα πόδια του δεν πατούν πια στη γη.
Τον τελευταίο αυτό χρόνο όμως είχε ξεχάσει και τον Ροσίνι και τον Μπρελ. Άκουγε μόνο Γερμανούς. Ένα παράξενο πράγμα πάλι αυτό. Σαν να ήθελε να εκδικηθεί – αλλά ποιον ακριβώς; Και πώς; Άκουγε τους Γερμανούς για να κάμψει τις κραυγές μέσα στη νύχτα; Τους Γερμανούς;
Καθισμένος στην αγαπημένη του πολυθρόνα, παρακολουθώντας μέσα από τις κουρτίνες του μεγάλου παραθύρου στο σαλόνι τον ήλιο να διαγράφει την τροχιά του από την Ανατολή στη Δύση, κάτω από τη μουσική μπορούσε ν’ ακούσει τα ψελλίσματα της γυναίκας του.
Σηκωνόταν τότε και δυνάμωνε την ένταση του ήχου, διακριτικά να μην τον δει, λες και θα καταλάβαινε τι έκανε ακόμα κι αν τον έβλεπε. Για εκείνον αυτό μετρούσε, είχε ακόμη σημασία.
Ακούγοντας τους δίσκους του, προσπαθούσε να καθυστερήσει τη στιγμή του ύπνου τη νύχτα. Αλλά δεν είχε πια αντοχές. Με το που έγερνε στο μαξιλάρι κοιμόταν σαν κούτσουρο.
Στην αρχή.
Έπειτα από λίγη ώρα, το υποσυνείδητο έπιανε δουλειά. Πολύ σύντομα, οι φωνές του έφταναν ως τον διάδρομο, έξω από την κρεβατοκάμαρα.
Στο βουβό τώρα πικάπ του σαλονιού, είχε απομείνει γυμνός ο δίσκος που άκουγε το απόγευμα: ο Βίλχελμ Κεμπφ στο τρίτο μέρος της Απασιονάτας – αυτό τον ίλιγγο, τον στρόβιλο, την καταιγίδα.
Ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, με το μαξιλάρι ιδρωμένο κάτω απ’ τον αυχένα του, άκουγε τώρα κάποιον να τον φωνάζει. Επιτακτικά, με μια αγωνία στο κάλεσμά του. Αλλά δεν ήταν από το στρατόπεδο. Ήταν μια φωνή που τον καλούσε στα ελληνικά. Και του έρχονταν μυρωδιές. Μυρωδιές της άνοιξης στο βουνό: Πρίμουλα, το λεγόμενο Λουλούδι του Δαρβίνου· τσάι του βουνού, ρίγανη, θυμάρι και φασκόμηλο· άγρια μέντα και δυόσμος. Άγριοι νάρκισσοι. Ήταν όλα εκεί και πάλι και μοσχομύριζαν μέσα στ’ όνειρο.
Τα βουνά
Χάρη, έλα, σε ζητάνε.
Αλλά όχι, δεν ήταν μόνο το όνομά του. Μια φωνή, γνώριμη, οικεία, τον καλούσε και με την ιδιότητά του.
Γιατρέ, γιατρέ, έλα, τρέχα, τρέχα.
Μέσα στο αντίσκηνό του βρισκόταν και πάλι το ράντζο εκστρατείας και το άδειο, αναποδογυρισμένο κιβώτιο πυρομαχικών που χρησιμοποιούσε για τραπέζι.
Η περίπολος έπεσε σε ναρκοπέδιο, γιατρέ. Πρέπει να τρέξεις.
Α, τα ελληνικά βουνά την άνοιξη. Όλη η φύση να βρίσκεται σε οίστρο. Σε αυτό το ερωτικό μάδημα που μπορεί να σε εξοντώσει με τον πιο υπέροχο τρόπο.
Γιατρέ, έλα γρήγορα, η νάρκη του θέρισε το υπογάστριο.
Από κάπου μακριά έρχονταν τα ουρλιαχτά του παιδιού που είχε απομείνει χωρίς υπογάστριο. Πήρε μαζί του μπόλικες μορφίνες κι έτρεξε. Από μακριά είδε το τσούρμο από χακί στολές. Στο χώμα, ένα ματωμένο, νεανικό σώμα να συσπάται.
Πόσους ανθρώπους είχε δει στη ζωή του να πεθαίνουν μπροστά του; Δεν είχε κλείσει τα τριάντα και δεν μπορούσε να τους μετρήσει όλους αυτούς που σωριάστηκαν νεκροί μπροστά του. Πρώτα στο στρατόπεδο στην Πολωνία, έπειτα εδώ, σε αυτό το ψηλό βουνό της Ηπείρου.
Πλησίασε διστακτικά σφίγγοντας τα φιαλίδια με τις μορφίνες στις ιδρωμένες του παλάμες. Άκουσε μέσα στ’ όνειρο μια κραυγή. Μακρόσυρτη, παρατεταμένη, άναρθρη.
Ποιος φωνάζει; Αναρωτήθηκε.
Ήταν όμως μονάχα η δική του φωνή.
Οι μυρωδιές του ανοιξιάτικου Γράμμου πλανιούνται ακόμη μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Ο Χάρης Περέζ σπάνια ονειρεύεται τις νύχτες. Την τελευταία χρονιά της ζωής του όμως παραμιλάει από τους εφιάλτες και πετάγεται από το κρεβάτι. Στο πλάι του, η γυναίκα του, η Ρετζίνα, κοιμάται βαθιά. Όταν χρόνια μετά τον θάνατό τους, η κόρη τους Έττυ εντοπίζει, εντελώς τυχαία και αναπάντεχα, επιστολές των γονιών της από τότε που ήταν ερωτευμένοι, θα ανακαλύψει πλευρές και εμπειρίες του πατέρα της που αγνοούσε. Από τη ζωή του γνώριζε μονάχα επικεφαλίδες. Ο πατέρας της δεν μίλησε ποτέ για το πώς ένιωσε όταν με φρέσκο ακόμη τον αριθμό του Άουσβιτς στο αριστερό του μπράτσο, κι έχοντας δει τους γονείς του να χάνονται στους θαλάμους αερίων, αναγκάστηκε να βρεθεί στον εμπόλεμο Γράμμο ως γιατρός μάχιμου τάγματος. Και ενώ τα ελληνικά βουνά ποτίζονται με αίμα, ο Χάρης και η Ρετζίνα βομβαρδίζουν ο ένας τον άλλο με γράμματα, τρελαμένοι από τη μοναξιά και την αγωνία. Μήπως τον ξέχασε; Μήπως την ξέχασε; Μήπως σκοτώθηκε; Μαζί με τα όνειρα για μια νέα ζωή στην Αθήνα και τις αναμνήσεις από την κοσμοπολίτικη προπολεμική Θεσσαλονίκη, οι επιστολές αναβιώνουν την αγριότητα μιας ταραγμένης εποχής, μαζί όμως και την αθωότητα της νιότης. Όταν η Έττυ Περέζ εμπιστευτεί τα γράμματα αυτά στον Ηλία Μαγκλίνη θα του θέσει ένα ερώτημα: Μπορούν να γίνουν βιβλίο;
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Ηλίας Μαγκλίνης (1970, Κινσάσα-Λαϊκή Δημοκρατία Κονγκό, πρώην Ζαΐρ) έχει εκδώσει έξι βιβλία μυθοπλασίας και ένα αφήγημα εκλαϊκευμένης ιστορίας. Το πρώτο του βιβλίο, το μυθιστόρημα Σώµα µε σώµα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις το 2015. Η νουβέλα του Η ανάκριση (Κέδρος 2008, Μεταίχμιο 2019) μεταφράστηκε στα αγγλικά και τα σερβικά, ενώ μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο (2019) με τους Γιώργο Κέντρο και Πηνελόπη Τσιλίκα στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, σε σκηνοθεσία του Παναγιώτη Πορτοκαλάκη. Το μυθιστόρημα Πρωινή γαλήνη (2015) τιμήθηκε με το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών, το Βραβείο Μυθιστορήματος της βιβλιολογικής ιστοσελίδας «Ο Αναγνώστης» και το Βραβείο Μυθιστορήματος του λογοτεχνικού περιοδικού Η Κλεψύδρα. Το μη-μυθοπλαστικό του μυθιστόρημα Είµαι όσα έχω ξεχάσει, Μια αληθινή ιστορία (2019) τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος και με το Βραβείο Βιβλιοπωλών Public, ενώ έχει μεταφραστεί στα αλβανικά. Από το 1999 γράφει στην εφηµερίδα Καθηµερινή. Ζει στο Μετς με τη γυναίκα του, τις δυο τους κόρες και τη γάτα τους.




















