
Για το μυθιστόρημα της Ντόρις Λέσινγκ (Doris Lessing) «Το πέμπτο παιδί» (μτφρ. Έφη Τσιρώνη, εκδ. Διόπτρα). Εικόνα: Από την ταινία του Ρίτσαρντ Ντόνερ «Η προφητεία» (1976).
Γράφει η Φανή Χατζή
Μετά από αρκετά χρόνια που παρέμενε εξαντλημένο, το Πέμπτο παιδί της Ντόρις Λέσινγκ αναβιώνει χάρη στη νέα μετάφραση της Έφης Τσιρώνη από τις εκδόσεις Διόπτρα και γίνεται το τρίτο βιβλίο της νομπελίστριας συγγραφέα που επανακυκλοφορεί τα τελευταία χρόνια. Πολύσημο και πολυσήμαντο, το μεστό βιβλίο της Λέσινγκ γεννά ερωτήματα για τη διαφορετικότητα, την κοινωνική υποκρισία και τον καταπιεστικό ρόλο της μητρότητας. Αν και διαβάστηκε εκτενώς ως πολιτική ή φεμινιστική αλληγορία, η Λέσινγκ το χαρακτήρισε μια «κλασική ιστορία τρόμου», ένα βιβλίο, δηλαδή, που μας φέρνει σε αδιαμεσολάβητη επαφή με το ανοίκειο, χωρίς καμία εξήγηση.
Το μεγάλο φιλόξενο σπίτι των Λάβιτ
Λονδίνο, δεκαετία του 1960. Σε ένα πολύβουο εταιρικό πάρτι, ανάμεσα σε σώματα που χορεύουν και φλερτάρουν, ο Ντέιβιντ και η Χάριετ εντοπίζουν ο ένας την άλλη από τις δύο άκρες του δωματίου. Η μία ευπρεπής και συνεσταλμένη, ο άλλος εσωστρεφής και σοβαρός. Συντηρητικοί και παλιομοδίτες σε μια εποχή σεξουαλικής απελευθέρωσης, αποκτούν άμεσα οικειότητα μεταξύ τους και συνδέονται βαθιά. Δεν αργούν να παραδεχτούν φωναχτά τα αναχρονιστικά τους όνειρα, αυτά για τα οποία οι περισσότεροι συνομήλικοί τους απαξιούν: να παντρευτούν γρήγορα και να δημιουργήσουν μια πολυμελή οικογένεια.
Μετά τον γάμο τους αγοράζουν μια τριώροφη μονοκατοικία στα περίχωρα του Λονδίνου, με δωμάτια που χωρούν πολλούς απογόνους. Μολονότι δεν μπορούν να στηρίξουν μόνοι τους τα σχέδιά τους, βάζουν μπρος την οικογένειά τους, ενώ η Χάριετ από την πρώτη εγκυμοσύνη αφήνει τη δουλειά της και αφιερώνεται στον οικιακό ρόλο. Τα πρώτα χρόνια της συμβίωσής τους είναι ονειρικά. Το ένα υγιές παιδί γεννιέται μετά το άλλο και ταυτόχρονα το μεγάλο σπίτι τους φιλοξενεί ολόκληρη την οικογένεια, συγγενείς και συναδέλφους. Οι διακοπές των Χριστουγέννων, του Πάσχα και του καλοκαιριού κρατούν εβδομάδες. Όποιος επέκρινε τα αφελή σχέδια του ζεύγους, τώρα επιθυμεί να συμπεριληφθεί στην ειδυλλιακή, εορταστική ατμόσφαιρα των Λάβιτ.
Το πέμπτο παιδί
Τα πρώτα σύννεφα αρχίζουν να σκεπάζουν τη ζωή τους μετά το τέταρτο παιδί, οπότε αποφασίζουν να κάνουν ένα «διάλειμμα» από την τεκνοποιία. Οι γονείς του Ντέιβιντ, που τους στηρίζουν οικονομικά, αρχίζουν να θέτουν όρια, ενώ η γιαγιά Ντόροθι που τους βοηθά ασταμάτητα δηλώνει εξαντλημένη. Το σώμα της Χάριετ δεν έχει ανακάμψει από την κούραση, όταν το πέμπτο παιδί εισβάλλει επιθετικά στη ζωή τους, απρόσκλητα και απρόοπτα. Η πέμπτη εγκυμοσύνη είναι ανυπόφορη. Το μωρό σκίζει τα σπλάχνα της Χάριετ και αυτή αναγκάζεται να καταναλώνει ηρεμιστικά διαρκώς. Η ίδια δεν εκλαμβάνει τα συνήθως χαρμόσυνα κλωτσιματάκια ως σημάδια ζωής αλλά ως εκφάνσεις επιθετικότητας. Ένα είδος αποστροφής εκκινεί ήδη από την κύηση και κορυφώνεται μετά τη γέννα, όταν η Χάριετ αντικρίζει το ογκώδες τερατόμορφο μωρό της.
Ο Μπεν μεγαλώνει πολύ διαφορετικά από τα τέσσερα αδέρφια του. Δεν ανταποκρίνεται στα χάδια και τις αγκαλιές, έχει υπεράνθρωπη δύναμη για την ηλικία του και φωνάζει με μια στριγκή διαπεραστική φωνή. Η σωματική του διάπλαση εξελίσσεται κανονικά, αλλά δεν δείχνει σημάδια συναισθηματικής ωρίμανσης. Η συμπεριφορά του είναι μιμητική και ενστικτώδης, σαν ένα μη εξημερωμένο ζώο. Τα αταβιστικά χαρακτηριστικά και οι περίεργοι τρόποι του νηπίου φέρνει τους πάντες σε αμηχανία και σταδιακά το σπίτι αδειάζει. Οι συγγενείς βρίσκουν δικαιολογίες για να τους αποφύγουν, ενώ τα ίδια του τα αδέρφια αρχίζουν να προφυλάσσονται. Καθώς ο Μπεν θέτει τον εαυτό του και τους άλλους σε κίνδυνο, καταστρέφει την οικογένεια και απειλεί το οικοδόμημα που οι Λάβιτ έχτιζαν έως τώρα.
Ο εξοβελισμός της διαφορετικότητας
Ένας προφανής άξονας ερμηνείας του βιβλίου είναι ο εξοβελισμός του «Άλλου». Η διαφορετική μεταχείριση προοικονομείται και σε πρώιμο στάδιο του μυθιστορήματος. Όταν η αδερφή της Χάριετ γεννά την Έιμι, ένα κορίτσι με σύνδρομο Ντάουν, μια ατμόσφαιρα αμηχανίας και ντροπής διαχέεται στην οικογένεια. Το παιδί με την αναπηρία κρύβεται, «μπαμπουλωμένο για να μην ταράζει τους υπόλοιπους» (σελ. 36), αφού η ρομαντικοποιημένη έκφανση της οικογενειακής ζωής που επιδιώκουν στις μαζώξεις δεν επιτρέπει τις ατέλειες. Η Έιμι όμως σύντομα αφομοιώνεται, αφού η δική της αναπηρία είναι εξηγήσιμη. Ο Μπεν, αντιθέτως, είναι απροσδιόριστος «άλλος». Η συμπεριφορά, η όψη, η φωνή του δεν χωράει σε ιατρικές διαγνώσεις, το κοντινότερο γνωστό «είδος» στο οποίο τον κατηγοριοποιούν οι οικείοι του είναι το ξωτικό ή το τρολ.
Ο Μπεν βρίσκει καταφύγιο μόνο ανάμεσα σε απόκληρους και παρίες, συμμετέχοντας σε παρέες ταραχοποιών και αργότερα σε εγκληματικές συμμορίες που εντείνουν την περιθωριοποίησή του.
Για να μην προκαλεί τη φρίκη των παριστάμενων στις οικογενειακές γιορτές, εξοστρακίζεται από όλες τις δραστηριότητες. Όταν μάλιστα αποτυγχάνει να προσαρμοστεί, παραμένει στη φυλακή του, το «βρεφικό» δωμάτιο που σύντομα αμπαρώνεται με κάγκελα στο παράθυρο. Εκτός της οικογένειας, οι θεσμοί επιφυλάσσουν γι’ αυτόν ακόμα πιο απάνθρωπα κελιά. Η διαρκής απόρριψη που βιώνει ο Μπεν επιδεινώνει την κατάστασή του, αλλά καθώς η ιατρική και θεσμική βοήθεια απουσιάζει, οι περισσότεροι συγγενείς σύντομα παραιτούνται από την προσπάθεια αποδοχής. Ο Μπεν βρίσκει καταφύγιο μόνο ανάμεσα σε απόκληρους και παρίες, συμμετέχοντας σε παρέες ταραχοποιών και αργότερα σε εγκληματικές συμμορίες που εντείνουν την περιθωριοποίησή του.
- Διαβάστε επίσης: «Το χρυσό σημειωματάριο» της Ντόρις Λέσινγκ – Αλήθειες βαθιές κι επώδυνες, ενεργές και σήμερα
Η αποδόμηση της ευτυχισμένης οικογένειας
Η νουβέλα της Λέσινγκ, όμως, λειτουργεί συμβολικά και σε ένα ευρύτερο πολιτικό επίπεδο, καυτηριάζοντας τον συντηρητικό απομονωτισμό των Λάβιτ. Το σπίτι τους οχυρώνεται με τέτοιον τρόπο ώστε να περικλείει την οικογενειακή θαλπωρή, την ασφάλεια, τη φροντίδα και να αποκλείει την τοξικότητα της «άπληστης και εγωκεντρικής δεκαετίας του ΄60» (σελ. 31). Μακριά από τη βαβούρα του Λονδίνου, τις κακές ειδήσεις, την ανεργία, τις πολιτικές αναταραχές, οι Λάβιτ χτίζουν τον απομονωμένο παράδεισό τους αδιαφορώντας για τις κοινωνικές εξελίξεις. Ενώ φυλάνε τα νώτα τους για να μη προσβληθεί έξωθεν το φρούριό τους, δεν μπορούν να φανταστούν ότι αυτό θα αρχίσει να κλυδωνίζεται από μέσα.
Όσο η δηκτική αφήγηση εστιάζει ολοένα και περισσότερο στη Χάριετ, τόσο ευκρινέστερα αποδομείται το στερεότυπο της καλής μητέρας και της ευτυχισμένης ετεροκανονικής οικογένειας.
Ο Μπεν κλονίζει τη φαντασίωσή τους, αναγκάζοντας τους γονείς του να προσγειωθούν στην πραγματικότητα, να αντικρίσουν στο πρόσωπό του όλα όσα απωθούν επί χρόνια. Η Λέσινγκ δεν υπονοεί κάποιου είδους θεομηνία ή θεοδικία. Οι Λάβιτ δεν τιμωρούνται για το αμάρτημα της απληστίας, ούτε «πληρώνουν» για τα όνειρά τους, παρόλο που η σκέψη περνάει απ’ το μυαλό της Χάριετ. Κι όμως, η γραφή της Λέσινγκ σατιρίζει την ψευδαίσθησή τους ότι μπορούσαν να κατακτήσουν την απόλυτη ευτυχία αποκλείοντας το Κακό. Αρκεί ένα γονίδιο, κάτι τόσο βιολογικό και αρχέγονο, για να διαταράξει την υπέροχα πυρηνική οικογένειά τους, που βάσισε την ευτυχία της στη γονιμότητα. Η πηγή του μεγαλύτερου «δώρου» γίνεται γι’ αυτούς ξαφνικά ο μεγαλύτερος εφιάλτης.
Φεμινιστική ανάγνωση
Μπορεί η Ντόρις Λέσινγκ να αρνήθηκε πεισματικά όσο βρισκόταν στη ζωή να ταυτιστεί με το φεμινιστικό κίνημα, τα βιβλία της, όμως, απηχούν τις φεμινιστικές ιδέες της εποχής που γράφτηκαν, όπως γίνεται αντιληπτό και στα δύο εμβληματικά μυθιστορήματα που επανεκδόθηκαν νωρίτερα από τις εκδόσεις Διόπτρα σε μετάφραση Έφης Τσιρώνη (Το χρυσό σημειωματάριο και Η καλή τρομοκράτισσα). Στο Πέμπτο παιδί είναι πρόδηλη η απαξία ως προς τις κοινωνικές επιταγές που περιβάλλουν τη μητρότητα. Η συγγραφέας, πάντως, είχε δηλώσει κυνικά, σε σχέση με την απόφασή της να αφήσει τα μεγαλύτερα παιδιά της με τον πατέρα τους, ότι «δεν υπάρχει τίποτα πιο βαρετό για μια έξυπνη γυναίκα από το να περνάει ατελείωτες ώρες με μικρά παιδιά». Κι αυτό σε μια εποχή που η λογοτεχνία, πόσο μάλλον η κοινωνία, δεν είχε απενοχοποιήσει τις πιο ανομολόγητες σκέψεις μιας μητέρας.
Μετά τη Θάτσερ, πολλοί ανέγνωσαν το Πέμπτο παιδί ως μια ηχηρή αντίσταση στις θατσερικές πολιτικές της δεκαετίας του 1980: το Κακό γεννιέται από τον αγνό θεσμό της οικογένειας και όχι έξωθεν.
Η Χάριετ αναλαμβάνει οικειοθελώς τον ρόλο της καλής μητέρας και νοικοκυράς, αρνούμενη την πρόσβαση στον κατάλογο δικαιωμάτων που οι φεμινιστικοί αγώνες είχαν κατακτήσει (αντισύλληψη, άμβλωση, επιδίωξη καριέρας). Όταν όμως όλο το βάρος της οικιακής εργασίας πέφτει πάνω της, αρχίζει να γίνεται απότομη και ευέξαπτη. Σύντομα αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να υπαναχωρήσει από το οικιακό συμβόλαιο: «τα δάκρυα και η μιζέρια δεν ήταν ποτέ μέρος της συμφωνίας τους» (σελ. 52). Έτσι, υπομένει στωικά όλα τα δεινά που απαιτεί η φροντίδα πέντε παιδιών.
Μετά τη γέννηση του Μπεν, ειδικά, η Χάριετ κατακλύζεται από ένοχες σκέψεις που τη διχάζουν, καθώς δεν μπορεί να αγαπήσει ολόψυχα το ίδιο της το παιδί. Ο Ντέιβιντ γίνεται σταδιακά μια σκιά και η Χάριετ παλεύει μόνη της όχι μόνο με την ανατροφή του Μπεν, αλλά και με την ευθύνη της ίδιας του της ύπαρξης. Ενώ η επιτυχία αποδίδεται και στους δυο γονείς, η αποτυχία βαραίνει και καταδικάζει μόνο τη μητέρα, ενώ τη θέτει ενώπιον αδιέξοδων διλημμάτων ανάμεσα στα παιδιά της. Όσο η δηκτική αφήγηση εστιάζει ολοένα και περισσότερο στη Χάριετ, τόσο ευκρινέστερα αποδομείται το στερεότυπο της καλής μητέρας και της ευτυχισμένης ετεροκανονικής οικογένειας.
Άλλες ερμηνείες της εποχής και ο πραγματικός τρόμος
Πέρα από αυτές τις κυρίαρχες αναγνώσεις, οι κριτικοί και ακαδημαϊκοί μελετητές της Λέσινγκ έχουν προβεί σε δεκάδες αποσυμβολισμούς και ο Μπεν έχει καταλήξει ένα παγκόσμιο σημαίνον για τις απόκληρες ταυτότητες, από το εργατικό μεταναστευτικό δυναμικό μέχρι τον παλαιστινιακό λαό. Μετά τη Θάτσερ, πολλοί ανέγνωσαν το Πέμπτο παιδί ως μια ηχηρή αντίσταση στις θατσερικές πολιτικές της δεκαετίας του 1980: το Κακό γεννιέται από τον αγνό θεσμό της οικογένειας και όχι έξωθεν.
Το πιο ενδιαφέρον απ’ όλα είναι το ενδεχόμενο να μην ισχύει καμία από αυτές τις ερμηνείες. Γιατί εάν ο Μπεν ενσαρκώνει την πριμιτιβιστική βία, την προσωποποίηση του Άλλου ή έστω την ενσάρκωση της αποστροφής της μητέρας απέναντι στον προκαθορισμένο ρόλο της, είναι εύκολο να τον αναγάγουμε σε ένα σύμβολο και το Πέμπτο παιδί να λάβει τις διαστάσεις μιας αλληγορίας. Εάν, όμως, ο Μπεν ιδωθεί σαν ένα ρεαλιστικό σενάριο αναπηρίας, κι όχι σαν ένας μύθος ή μια απλή μεταφορά, τότε θα ενσκήψουμε στα πραγματικά δύσκολα ερωτήματα: Πώς ενσωματώνεις το διαφορετικό όταν μοιάζει απειλητικό; Γίνεται να παραιτηθείς από τη μητρότητα; Πόσο διαρκεί η περιφρούρηση της οικογενειακής ευτυχίας;
Η Λέσινγκ, πάντως, αρνήθηκε μέχρι τέλους να δώσει κάποια απάντηση. Με τα δικά της λόγια, κάτι τέτοιο «θα καθιστούσε το βιβλίο ασφαλές». Και παρόλο που η εμπορική του επιτυχία την οδήγησε στη συγγραφή της συνέχειας, Ο Μπεν στον κόσμο (μτφρ. Ρένα Χατχούτ, εκδ. Καστανιώτη), ένα πολύ πιο αδύναμο λογοτεχνικά εγχείρημα, εμείς κρατάμε τη δυναμική του πρώτου βιβλίου. Η αναστάτωση, η ανησυχία, ο προβληματισμός που γεννά το Πέμπτο παιδί έγκειται στο μετέωρο τέλος του, στο ανεπίλυτο δίλημμα της πρωταγωνίστριάς του, στην πεισματική άρνηση να ταυτοποιηθεί ή οριστεί ο Μπεν.
* Η ΦΑΝΗ ΧΑΤΖΗ είναι δημοσιογράφος και βιβλιοκριτικός.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Ντόρις Λέσινγκ γεννήθηκε το 1919 στην Περσία από Βρετανούς γονείς και μεγάλωσε στη Νότια Αφρική. Υπήρξε μία από τους σημαντικότερους συγγραφείς του 20ού αιώνα.

Το 2001 τιμήθηκε με το βραβείο David Cohen για τη συνολική προσφορά της στη βρετανική λογοτεχνία. Το 2007 της απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Οι Times την κατέταξαν πέμπτη στη λίστα με τους 50 σπουδαιότερους Βρετανούς συγγραφείς από το 1945 και μετά. Πέθανε το 2013.
























