
Για το μυθιστόρημα του Ισπανού συγγραφέα Μανουέλ Βίλας «Εμείς» (μτφρ. Νάννα Παπανικολάου) που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος. Εικόνα: Λεπτομέρεια από το εξώφυλλο της ισπανικής έκδοσης.
Γράφει η Μάρω Κακαβέλα
Το μυθιστόρημα Εμείς του Μανουέλ Βίλας, το οποίο απέσπασε το υψηλού κύρους ισπανικό λογοτεχνικό Βραβείο Nadal για το 2023, αποτελεί μια από τις πιο ιδιόμορφες λογοτεχνικές προκλήσεις των τελευταίων ετών, με επίκεντρο του το διαχρονικό θέμα του πένθους και της ερωτικής εμμονής. Ο Ισπανός συγγραφέας στήνει ένα φιλόδοξο σκηνικό, επιχειρώντας να χαρτογραφήσει τα όρια της ανθρώπινης αντοχής απέναντι στην αμετάκλητη απώλεια. Το αποτέλεσμα, ωστόσο, είναι ένα μυθιστόρημα που ισορροπεί επί ξυρού ακμής, ένα κείμενο που ταλαντεύεται ανάμεσα στο λυρικό μεγαλείο και την αφηγηματική υπερβολή, προκαλώντας στον αναγνώστη ένα ρόλερ κόστερ θαυμασμού και κόπωσης.
Το βιβλίο παρακολουθεί την Ιρένε, μια πενηντάχρονη γυναίκα που έρχεται αντιμέτωπη με το απόλυτο κενό μετά τον θάνατο του συζύγου της, Μαρθέλο ή Μάρθε. Για δύο δεκαετίες, η κοινή τους ζωή δεν ήταν απλώς ένας επιτυχημένος γάμος, αλλά μια επίγεια Εδέμ. Ένας έρωτας σαρκικός, πνευματικός, ανέγγιχτος από τη φθορά της καθημερινότητας, τη μιζέρια και τη ρουτίνα. Όταν ο Μαρθέλο πεθαίνει, η Ιρένε αρνείται να αποδεχτεί το τέλος αυτού του ιδανικού «Εμείς».
Σε μια απέλπιδα προσπάθεια να κρατήσει ζωντανό το φάσμα αυτής της Εδέμ και της σχέσης τους, ξεκινά ένα οδοιπορικό —ένα road trip— σε πολυτελή ξενοδοχεία κατά μήκος της Μεσογείου. Εκεί, αφήνεται να ζήσει εφήμερες ερωτικές συναντήσεις με ξένους άνδρες. Ο σκοπός της, όμως, δεν είναι να ξεχάσει τον άνδρα της. Αντίθετα, χρησιμοποιεί τα άγνωστα μέχρι χθες σώματα ως «ενδιάμεσα στάδια» για να επικαλεστεί τη μνήμη του χαμένου της συζύγου, στήνοντας μια ιδιότυπη, σχεδόν ανίερη, αλλά εξαιρετικά πρωτότυπη τελετουργία πένθους.
Διφορούμενη γοητεία
Στο πρώτο επίπεδο, η προσέγγιση του Βίλας διαθέτει μια αδιαμφισβήτητη γοητεία. Ο συγγραφέας βουτά με γενναιότητα στον γυναικείο ψυχισμό, χρησιμοποιώντας μια γοητευτική γλώσσα που θολώνει τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Σηκώνει το λάβαρο και κηρύσσει μια λογοτεχνική, θα μπορούσαμε να πούμε, ανταρσία, επαναστατώντας ενάντια στον χρόνο: σε μια εποχή που η σύγχρονη πεζογραφία ταυτίζει τις μακροχρόνιες σχέσεις με τη συμβατικότητα, το «Εμείς» τολμά να υμνήσει τον άσβεστο, ασεβή και διαρκή σαρκικό πόθο. Η φαντασία της Ιρένε γίνεται το μοναδικό της όπλο ενάντια στη λησμονιά.
Ωστόσο, αυτή ακριβώς η έλλειψη έστω και μίας ρωγμής, ενός φάλτσου στο παρελθόν του ζευγαριού, είναι που στερεί από το μυθιστόρημα μια στερεή βάση. Τίποτα δεν μπορεί να είναι τόσο καλό όσο περιγράφεται. Ένας έρωτας χωρίς κανένα ψεγάδι, η πλήρης απουσία της ανθρώπινης αδυναμίας και η παντελής έλλειψη μικρότητας ή διαφωνίας υπονομεύουν το περίτεχνο λογοτέχνημα. Η σχέση της Ιρένε και του Μαρθέλο δεν μοιάζει ρεαλιστική. Συχνά φαντάζει ως μια ζαχαρωμένη ουτοπία που δυσκολεύει τον αναγνώστη να ταυτιστεί με τους ήρωες. Αντί για τον γνήσιο και ειλικρινή πόνο της απουσίας, μερικές φορές όλα μοιάζουν με την ψυχρή κατασκευή ενός ιδεατού, εργαστηριακού ρομαντισμού.
Το ταξίδι της Ιρένε από το ένα ξενοδοχείο στο άλλο, η επιλογή του επόμενου σώματος/εραστή, η ερωτική πράξη και η επακόλουθη πνευματική επίκληση του Μάρθε ακολουθούν μια άκρως μαθηματική γεωμετρία και αυτό είναι κάτι που ξενίζει. Για τον αναγνώστη όμως που θα αφεθεί στον υπνωτικό ρυθμό του συγγραφέα, αυτή η δομή λειτουργεί σαν ένας τελετουργικός χορός. Η Μεσόγειος, με το φως και τη θάλασσά της, δεν είναι απλώς το φόντο, αλλά ένας ακόμα ήρωας του βιβλίου που παίζει καθοριστικό ρόλο σε αυτή την υπαρξιακή αναζήτηση, τοποθετώντας την ιστορία χρονοχωρικά. Κάθε κεφάλαιο είναι ένας ακόμα κρίκος σε μια αλυσίδα που προσπαθεί να δέσει τον ζωντανό με τον νεκρό —μια προσπάθεια που κορυφώνεται με ένα εξαιρετικό παιχνίδι αντικατοπτρισμών και μια μεγάλη ανατροπή στο φινάλε, η οποία αναπροσδιορίζει ριζικά όσα μέχρι εκείνη τη στιγμή θεωρούνταν δεδομένα.
Το Εμείς είναι ένα τολμηρό λογοτεχνικό πείραμα που δεν αφήνει κανέναν αδιάφορο. Είναι από εκείνα τα βιβλία που είτε τα λατρεύεις, είτε δεν θέλεις να τα ξαναδείς στα μάτια σου.
Από την άλλη πλευρά, είναι αδύνατο να μην παρατηρήσει κανείς ότι αυτή η αφηγηματική τεχνική κουράζει ελαφρώς. Η επαναλαμβανόμενη φύση των επεισοδίων κάνει την πλοκή να μοιάζει βαλτωμένη μετά το πρώτο τρίτο του βιβλίου. Ο μηχανικός τρόπος με τον οποίο η Ιρένε μεταβαίνει από τον έναν εραστή στον άλλον γίνεται πλέον απόλυτα προβλέψιμος. Παρόλα αυτά, η επανάληψη του λάιτ μοτίβ αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη, και φαίνεται ότι η έλλειψη κορύφωσης υπηρετεί τελικά τον σκοπό του συγγραφέα σε αυτό το ιδιότυπο υπαρξιακό θρίλερ.
Ο Βίλας είναι ένας πεζογράφος με έντονη ποιητική φλέβα, και αυτό αποτυπώνεται σε κάθε σελίδα του βιβλίου. Η γλώσσα του είναι μαξιμαλιστική, πληθωρική, γεμάτη αισθήσεις και πολιτισμικές αναφορές. Όταν γράφει για την ομορφιά, την ηδονή και τον χρόνο, προσφέρει εξαιρετικές φράσεις που αποπνέουν μεγάλη λογοτεχνικότητα, μετατρέποντας τον πεζό λόγο σε μια αδιάκοπη γιορτή των αισθήσεων και, γιατί όχι, των παραισθήσεων.
- Διαβάστε επίσης: Μανουέλ Βίλας: «Η ζωή θα ήταν υπερβολικά δύσκολη χωρίς αγάπη»
Ωστόσο, η γραμμή που χωρίζει τον γνήσιο λυρισμό από τον συναισθηματικό μαξιμαλισμό είναι εξαιρετικά λεπτή, και ο συγγραφέας συχνά την καταπατά. Στο βιβλίο ο ρητορικός πλεονασμός είναι έντονος. Οι ίδιες σκέψεις, οι ίδιοι προβληματισμοί για το πένθος και την απόλυτη αγάπη ανακυκλώνονται ξανά και ξανά, σε βαθμό λιγωτικό, γεγονός που αποτελεί όμως και την ιδιαιτερότητά του πονήματος. Η έλλειψη συναισθηματικής αυτοσυγκράτησης αγγίζει το μελόδραμα, και το βιβλίο αποστασιοποιείται ενίοτε από τον πραγματικό, αιχμηρό και αβάσταχτο πόνο της απώλειας.
Το Εμείς είναι ένα τολμηρό λογοτεχνικό πείραμα που δεν αφήνει κανέναν αδιάφορο. Είναι από εκείνα τα βιβλία που είτε τα λατρεύεις, είτε δεν θέλεις να τα ξαναδείς στα μάτια σου. Πρόκειται για ένα άβολο, αφηρημένο ταξίδι στα βάθη της ανθρώπινης αυτοεξαπάτησης. Είναι ένα προκλητικό και απαιτητικό βιβλίο, μια ενδιαφέρουσα μελέτη, έμπλεη ποιητικού οίστρου, για το πώς η αγάπη μπορεί να γίνει το απόλυτο καταφύγιο ή η απόλυτη φυλακή του ανθρώπινου μυαλού.
*Η ΜΑΡΩ ΚΑΚΑΒΕΛΑ είναι συγγραφέας. Το τελευταίο της βιβλίο «Το καλοκαίρι του σκύλου» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Στερέωμα.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
O Μανουέλ Βίλας (Manuel Vilas) γεννήθηκε το 1962 στο Μπαρμπάστρο της Ισπανίας. Είναι πολυβραβευμένος ποιητής και πεζογράφος. Αρθρογραφεί τακτικά στην εφημερίδα El País. Έχει εκδώσει μεγάλο αριθμό ποιητικών συλλογών, δοκιμίων και μυθιστορημάτων.
Το μυθιστόρημά του Ορδέσα (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Ίκαρος, 2020), που κυκλοφόρησε στην Ισπανία το 2018, έγινε το απόλυτο μπεστ σέλερ και ψηφίστηκε από την ισπανική εφημερίδα El País ως ένα από τα καλύτερα βιβλία της χρονιάς καθιερώνοντας τον Βίλας ως έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους Ισπανούς συγγραφείς, στο ύψος του Χαβιέρ Θέρκας και του Αντόνιο Μουνιόθ Μολίνα. Το βιβλίο μεταφράστηκε σε περισσότερες από είκοσι γλώσσες, ενώ το 2019 τιμήθηκε με το βραβείο Femina Étranger. Στα ελληνικά κυκλοφορεί και το μυθιστόρημά του Τα φιλιά (μτφρ. Νάννα Παπανικολάου, εκδ. Ίκαρος, 2024).





















