
Για το μυθιστόρημα του Γιαν Ποτότσκι (Jan Potocki, 8 Μαρτίου 1761 – 23 Δεκεμβρίου 1815) «Χειρόγραφο που βρέθηκε στη Θαραγόθα» (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Ψυχογιός). Εικόνα: Προσωπογραφία (1785) του Ποτότσκι από τον Άντον Γκραφ (1736-1813).
Γράφει η Ιωάννα Φωτοπούλου
Ο Αλφόνς φαν Βόρντεν, λοχαγός στη Φρουρά των Βαλόνων, ένας ήρωας κάπως αφελής, προσκολλημένος στην ευγενή του ανατροφή και τις αξίες που εκπορεύονται από αυτή, όπως η τιμή («το πιο στέρεο θεμέλιο αρετής που περικλείει όλες τις άλλες») και η υπόληψη, ξεκινάει από τη Νότια Ισπανία με προορισμό τη Μαδρίτη. Παρά τις συστάσεις ενός πανδοχέα στο Ανδουχάρ να μη διασχίσει τα αφιλόξενα, γεμάτα λαθρέμπορους και ληστές βουνά της Σιέρα Μορένα που χωρίζουν την Ανδαλουσία απ’ τη Μάντσα, εκείνος, υπακούοντας στον ιερό κώδικα της τιμής, διαλέγει να ακολουθήσει τον επικίνδυνο δρόμο, αφού, όπως υποστηρίζει, ένας ευγενής δεν πρέπει να φοβάται ποτέ (άλλωστε «είχε ορκιστεί να μη δείξει ποτέ στη ζωή του το παραμικρό σημάδι φόβου»).
Σύντομα οι σύντροφοί του, Λόπεθ και Μοσκίτο, τον εγκαταλείπουν κι από κει αρχίζει μια σειρά απρόσμενων συναντήσεων, με πρώτη εκείνη με τις δύο πανέμορφες μουσουλμάνες Εμίνα και Ζιμπεντέ, οι οποίες του συστήνονται ως ξαδέρφες του (όπως κι εκείνος, κατάγονται από την ίδια μεγάλη οικογένεια των Αβενσεράγων) και τον ενημερώνουν ότι ο δύσκολος δρόμος που διάλεξε μόνο τυχαίος δεν ήταν κι ότι ο ίδιος αποτελεί μέρος ενός σχεδίου. Το σχέδιο αυτό, όπως θα αποκαλυφθεί στη συνέχεια, είναι σκηνοθετημένο από τον σεΐχη των Γκομέλεζ (έναν άνθρωπο που θέλει να παραδώσει τη σκυτάλη σ’ έναν άξιο απόγονο) και θα του αποκαλυφθεί σταδιακά και υπό προϋποθέσεις. Οι δοκιμασίες στις οποίες υποβάλλεται ο φαν Βόρντεν έχουν ως στόχο να ελέγξουν την πίστη, την αφοσίωση αλλά και την αντίστασή του στον ερωτικό πειρασμό και ενέχουν τον χαρακτήρα μύησης.
Το μυθιστόρημα του Γιαν Ποτότσκι Χειρόγραφο που βρέθηκε στη Θαραγόθα επανακυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά την πρώτη ελληνική του έκδοση, σε νέα, επικαιροποιημένη μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη.
Αξίζει όμως να σταθεί κανείς σε κάποια στοιχεία που αφορούν την εκδοτική ιστορία του βιβλίου, η οποία είναι τόσο πολυδαίδαλη όσο και το ίδιο το έργο. Γραμμένο στα γαλλικά, παρότι ο συγγραφέας του ήταν Πολωνός, το μυθιστόρημα άρχισε να δημοσιεύεται αποσπασματικά ήδη από το 1804, ενώ το 1813 και το 1814 κυκλοφόρησαν στη Γαλλία αυτοτελείς εκδόσεις τμημάτων του, χωρίς ωστόσο ο Ποτότσκι να προλάβει να δει το έργο του να εκδίδεται ολόκληρο. Στη συνέχεια, ορισμένα μέρη του πρωτότυπου γαλλικού κειμένου χάθηκαν ή θεωρούνταν χαμένα και το περιεχόμενό τους έγινε γνωστό κυρίως μέσα από την πολωνική μετάφραση. Το 1847 ο Έντμοντ Τσοζέτσκι εξέδωσε στη Λειψία μια πολωνική μετάφραση, βασισμένη σε γαλλικό χειρόγραφο που του είχε παραχωρηθεί από την οικογένεια του συγγραφέα.
Ωστόσο, ο Ποτότσκι παρέμεινε για μεγάλο διάστημα λησμονημένος και το έργο του λεηλατήθηκε σε ακραίο βαθμό, μέχρι που το 1958 ο Ροζέ Καϊγουά συνέβαλε στην εκ νέου ανακάλυψή του από το γαλλικό αναγνωστικό κοινό, εκδίδοντας ένα μέρος του μυθιστορήματος, ενώ η λογοκλοπή που αποκαλύφθηκε από τη National οδήγησε σε πολύκροτη δίκη. Το 1989 ο Ρενέ Ραντριτζάνι επιμελήθηκε την πλήρη γαλλική έκδοση του έργου, η οποία στηρίχτηκε σε χειρόγραφα, αντίγραφα αποσπασμάτων, σημειώσεις του συγγραφέα, καθώς και στη μετάφραση του Τσοζέτσκι. Η παρούσα μετάφραση προέκυψε από την έκδοση του 1989.

Ιστορίες μέσα σε ιστορίες
Στο πρότυπο της μακράς λογοτεχνικής παράδοσης των εγκιβωτισμένων αφηγήσεων -στην οποία ανήκουν το Δεκαήμερο του Βοκάκκιου, όπου μια παρέα νέων εγκαταλείπει τη Φλωρεντία, στην οποία μαίνεται η μαύρη πανώλη, καταφεύγει στην εξοχή και περνά τις μέρες της αφηγούμενη ιστορίες, φτάνοντας τις εκατό μέσα σε δέκα ημέρες, ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες, αλλά και άλλα σημαντικά έργα και, φυσικά, οι Χίλιες και μία νύχτες- το μυθιστόρημα περιλαμβάνει πολυάριθμες συναντήσεις με ανθρώπους, οι ιστορίες των οποίων εγκιβωτίζονται μέσα στην κύρια αφήγηση, με τον αναγνώστη να πληροφορείται γι’ αυτές σταδιακά. Παράλληλα με τον Αλφόνς, έχουμε την ιστορία του αρχηγού των τσιγγάνων Αβαδόρο, του γεωμέτρη-φιλόσοφου Βελάσκεθ, της Εβραίας Ρεβέκκας, του περιπλανώμενου Ιουδαίου και του σεΐχη των Γκομέλεζ, οι οποίοι είναι πρόσωπα εξίσου σημαντικά με τον φαν Βόρντεν, και πλάι τους πλήθος άλλοι, όπως ο δαιμονισμένος Πατσέκο.
Αυτό φυσικά θυμίζει το παιχνίδι με τις μπάμπουσκες ή με τα κινέζικα κουτιά και ως ένα είδος γοητευτικού παιχνιδιού μπορεί να το αντιληφθεί ο αναγνώστης, αν και εδώ οι ιστορίες δεν βρίσκονται απλώς η μία μέσα στην άλλη, αλλά σχηματίζουν έναν πραγματικό αφηγηματικό λαβύρινθο, φέρνοντας αναπόφευκτα στον νου τον Μπόρχες.
Ιδιαίτερη θέση ανάμεσά τους κατέχει ο Αβαδόρο, η εκτενής αφήγηση του οποίου αποκτά σταδιακά τέτοια βαρύτητα, ώστε να μοιάζει με ένα δεύτερο μυθιστόρημα μέσα στο πρώτο. Σε αυτό συναινεί και το γεγονός ότι ο Ποτότσκι είχε δημοσιεύσει αυτοτελώς τμήματα του έργου υπό τον τίτλο Αβαδόρο, ισπανική ιστορία. Στους χαρακτήρες του Αλφόνς και του Αβαδόρο φαίνεται να συναντιούνται δύο διαφορετικές παραδόσεις της ισπανικής λογοτεχνίας, εκείνη του ιπποτικού και εκείνη του πικαρέσκου μυθιστορήματος αντίστοιχα. Οι πολυάριθμες ιστορίες άλλοτε συνεχίζονται από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, άλλοτε συμπλέκονται μεταξύ τους, με ορισμένα πρόσωπα να περνούν από τη μία ιστορία στην άλλη, κι άλλοτε διακόπτονται έτσι ώστε να συμπεριλάβουν εντός τους κι άλλες ιστορίες που άκουσε ο αφηγητής, που του τις διηγήθηκε κάποιος άλλος, που εκείνος τις άκουσε από κάπου αλλού, που του τις διηγήθηκε κάποιος άλλος, που τις διάβασε σ’ ένα βιβλίο και πάει λέγοντας, φτάνοντας σε κάποιες περιπτώσεις μέχρι και τα πέντε επίπεδα εγκιβωτισμένης αφήγησης, καθυστερώντας διαρκώς τη λύση και φέρνοντας αναπόφευκτα στον νου του αναγνώστη τις Χίλιες και μία νύχτες.
![]() |
|
Από την ταινία του Αλμπέρτο Ροντάλι «Agadah» (2017), που βασίζεται στο βιβλίο. |
Αυτό φυσικά θυμίζει το παιχνίδι με τις μπάμπουσκες ή με τα κινέζικα κουτιά και ως ένα είδος γοητευτικού παιχνιδιού μπορεί να το αντιληφθεί ο αναγνώστης, αν και εδώ οι ιστορίες δεν βρίσκονται απλώς η μία μέσα στην άλλη, αλλά σχηματίζουν έναν πραγματικό αφηγηματικό λαβύρινθο, φέρνοντας αναπόφευκτα στον νου τον Μπόρχες. Τα πρόσωπα που επανέρχονται σταθερά ανάμεσα στις πολυάριθμες ιστορίες δίνουν συνοχή στο έργο, απαιτώντας ταυτόχρονα από τον αναγνώστη να βρίσκεται σε διαρκή εγρήγορση, ώστε να μπορεί να παρακολουθεί τη συνέχεια μιας ιστορίας που ξεκίνησε σε προγενέστερο κεφάλαιο και στο μεταξύ έχει διακοπεί από άλλες αφηγήσεις. Όμως οι ιστορίες είναι τόσο γοητευτικές που, παρά τη δυσκολία, δεν αργούν να παρασύρουν ξανά τον αναγνώστη, που αφήνεται να διαβάζει, μεταξύ άλλων, την ιστορία του τσιγγάνου που πέθανε η μάνα του στη γέννα κι ο πατέρας του, μη θέλοντας να τον δει στα μάτια του και θεωρώντας τον εμμέσως υπεύθυνο, τον απέρριψε, κι εκείνος, σε μια μοναδική ευκαιρία που του δόθηκε, κατάφερε να προκαλέσει το απόλυτο χάος που τον έστειλε στο πυρ το εξώτερον. Ή τη συγκινητική εκείνη ιστορία του πανεπιστήμονα Έρβας, πατέρα του καταραμένου πελεγρίνου, που αφιέρωσε τη ζωή του στην επιστήμη και, πεθαίνοντας, ξόρκισε τον γιο του να μην ασχοληθεί με τα γράμματα.
Οι δύο γυναίκες και οι πολλές μορφές τους
Πέρα όμως από τις απολύτως διακριτές ιστορίες και τα πρόσωπα που επανέρχονται, ένα άλλο στοιχείο που δίνει συνοχή και ταυτοχρόνως απαιτεί την εγρήγορση του αναγνώστη, ο οποίος αναζητά στηρίγματα που να δίνουν νόημα σε όσα διαβάζει, είναι τα στοιχεία που επανέρχονται σαν λάιτ μοτίφ. Οι δύο πανέμορφες γυναικείες μορφές, που εμφανίζονται κάθε φορά με διαφορετική ταυτότητα, αποσταθεροποιούν τους ήρωες, συγχέουν τα όρια ανάμεσα στη φαντασίωση και την πραγματικότητα και συνδέονται με ένα άλλο επαναλαμβανόμενο μοτίβο, το ξύπνημα κάτω απ’ το ικρίωμα με τους δύο κρεμασμένους. Στην περίπτωση του Αλφόνς είναι άλλοτε δύο μουσουλμάνες, άλλοτε δύο τσιγγάνες, ενώ στην περίπτωση του δαιμονισμένου Πατσέκο οι δύο γυναίκες είναι η μητριά του, Καμίγια, και η αδερφή της, Ινεσίγια, με τις οποίες πέρασε τη νύχτα σ’ ένα στοιχειωμένο πανδοχείο, για να έχει κι αυτός την ίδια τύχη, να ξυπνήσει δηλαδή κάτω απ’ το ικρίωμα. Οι σχέσεις των ηρώων με τον πατέρα τους, οι απαγορευμένοι έρωτες μεταξύ δύο παιδιών που μεγαλώνουν μαζί και που τα απομακρύνουν οι δικοί τους όταν φτάσουν στην κρίσιμη ηλικία που θα τους επέτρεπε να βιώσουν τον έρωτα, οι πλάνητες ήρωες, οι μονομαχίες, τα μοναστήρια, τα υπόγεια, τα φαντάσματα, οι ιστορίες με καθρέφτες και πλήθος άλλα στοιχεία επανέρχονται επίσης και δημιουργούν συνδέσεις μεταξύ φαινομενικά άσχετων ιστοριών.
Πέρα από το μυστήριο που αρπάζει εξαρχής τον αναγνώστη, το σκηνικό αυτό λειτουργεί ως επαναφορά σε ένα σταθερό και γνώριμο πλαίσιο, αλλά και σαν μια διαδικασία που εισάγει κάθε φορά ένα νέο πρόσωπο στην ιστορία.
Αξίζει να σταθεί κανείς στο μυστήριο γύρω από τους δύο κρεμασμένους, μια έξοχα εικονοποιητική σκηνή που φέρνει τον αναγνώστη στην είσοδο της κοιλάδας Λος Ερμάνος, κοντά στον Γουαδαλκιβίρ, να αντικρίζει τα κορμιά δύο αδερφών κρεμασμένα σε μια αγχόνη. Πρόκειται για δυο ληστές που είχαν κάνει τα βουνά ορμητήριο των επιδρομών τους, με τον τρίτο, τον Τσότο, να δραπετεύει από τις φυλακές της Κόρδοβας και να ζει κάπου κρυμμένος στα βουνά της Αλπουχάρας. Σύμφωνα με τους θρύλους που κυκλοφορούν, τα δυο κορμιά λύνονται τις νύχτες από την αγχόνη και περιφέρονται βασανίζοντας τους ζωντανούς και είναι χαρακτηριστικό ότι πολλά από όσα συμβαίνουν μέσα στο μυθιστόρημα εκτυλίσσονται τη νύχτα. Πέρα από το μυστήριο που αρπάζει εξαρχής τον αναγνώστη, το σκηνικό αυτό λειτουργεί ως επαναφορά σε ένα σταθερό και γνώριμο πλαίσιο, αλλά και σαν μια διαδικασία που εισάγει κάθε φορά ένα νέο πρόσωπο στην ιστορία. Στην ουσία βρισκόμαστε πάντα στο ίδιο σημείο, αλλά κάθε φορά υπάρχουν νέα δεδομένα. Το στοιχείο αυτό σηματοδοτεί, θα λέγαμε, το πέρασμα σε μια νέα πίστα που αυξάνει την πολυπλοκότητα. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι το ξύπνημα κάτω από το ικρίωμα ακολουθεί μια ερωτική ατασθαλία, με τον έρωτα να αποτελεί το αντίπαλο δέος του θανάτου, να θολώνει τα όρια μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας και να λειτουργεί ως πέρασμα από τη μία κατάσταση στην άλλη.
Ένα μεγάλο, «συρταρωτό» μυθιστόρημα
Ως αποτέλεσμα προκύπτει ένα «συρταρωτό» μυθιστόρημα που περιλαμβάνει, όπως αναφέρει και ο Ρενέ Ραντριτζάνι, επιμελητής της γαλλικής έκδοσης, στο επίμετρο, όλα τα αφηγηματικά είδη: μαύρο μυθιστόρημα, ιστορίες με ληστές, αφήγηση του φανταστικού, ιστορίες με φαντάσματα, πικαρέσκο μυθιστόρημα, ερωτικές ιστορίες, μυθιστόρημα με πολιτικές πλεκτάνες, επιδείξεις δεξιοτεχνίας, δάνεια από αφηγήματα της Ανατολής, ιστορίες με καλόκαρδους απολίτιστους, καθώς και το μοτίβο του Σχολείου γυναικών.
Το μυθιστόρημα του Ποτότσκι αποτέλεσε ένα έργο ζωής για τον συγγραφέα, μια διαδρομή που κράτησε σχεδόν μια εικοσαετία, ένα μεγαλεπήβολο εγχείρημα που, έστω και καθυστερημένα, αποκατέστησε τη φήμη του και τον τοποθέτησε στο πάνθεον των σπουδαίων συγγραφέων που επιχείρησαν να συλλάβουν τον κόσμο στην ολότητά του.
Ταυτόχρονα, απολαυστικά είναι και τα μεταμυθοπλαστικά κομμάτια στα οποία οι ίδιοι οι χαρακτήρες σχολιάζουν την πολυπλοκότητα των ιστοριών που ακούμε και τα οποία αποτελούν έναν στοχασμό πάνω στην τέχνη της αφήγησης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα λόγια του Βελάσκεθ: «Όσο κι αν συγκέντρωσα την προσοχή μου στην ιστορία του αρχηγού των τσιγγάνων, δεν μπόρεσα να βρω την παραμικρή συνάφεια. Δεν ξέρω πια ποιος μιλάει και ποιος ακούει. Πότε ο μαρκήσιος Ντε Βαλ Φλορίδα διηγείται τις περιπέτειές του στην κόρη του, πότε αυτή την αφηγείται στον αρχηγό των τσιγγάνων, ο οποίος μετά τις επαναλαμβάνει σ’ εμάς. Πραγματικός λαβύρινθος. Πάντα ήμουν της γνώμης πως τα μυθιστορήματα και τα έργα αυτού του είδους πρέπει να γράφονται πολύστηλα, όπως οι χρονολογικοί πίνακες» και συνεχίζει η Ρεβέκκα: «Σίγουρα. Οι συνεχείς ανατροπές δε βοηθούν να κρατηθεί αμείωτο το ενδιαφέρον· είναι αδύνατον να προβλέπουμε τι θα συμβεί στη συνέχεια».
Το μυθιστόρημα του Ποτότσκι αποτέλεσε ένα έργο ζωής για τον συγγραφέα, μια διαδρομή που κράτησε σχεδόν μια εικοσαετία, ένα μεγαλεπήβολο εγχείρημα που, έστω και καθυστερημένα, αποκατέστησε τη φήμη του και τον τοποθέτησε στο πάνθεον των σπουδαίων συγγραφέων που επιχείρησαν να συλλάβουν τον κόσμο στην ολότητά του. Ένα έργο με πλήθος αλησμόνητων χαρακτήρων που διαπραγματεύονται τα μεγάλα ζητήματα της θρησκείας (μουσουλμανισμός, χριστιανισμός, αιγυπτιακή θρησκεία, Καμπάλα), των επιστημών (η πρόσληψη του κόσμου μέσα από τα μάτια του γεωμέτρη) αλλά και της συγγραφής (ο χαρακτήρας του Έρβας είναι απλά συγκλονιστικός). Ένα σύμπλεγμα στοιχείων από την ιστορία του κόσμου, μια αφήγηση που διολισθαίνει από το πραγματικό στο ονειρικό, καθιστά το φως και το σκοτάδι αξεδιάλυτα και συμπυκνώνει ολόκληρο το δράμα και την αγωνία του ανθρώπου.
Ένα έργο που κατανοείται τόσο βαθιά όσο το βάθος του εκάστοτε αναγνώστη και που, μέσα στην αποσπασματικότητά του, διατηρεί ένα αδιαίρετο όλον, όπου στο τέλος όλα βγάζουν νόημα. Ο αναγνώστης που θα αφεθεί με εμπιστοσύνη στην αφήγηση θα ανταμειφθεί στο τέλος πλουσιοπάροχα. Ένα έργο που γεμίζει την ψυχή και ημερεύει αυτόν που θα καταπιαστεί μαζί του, όπως μόνο τα μεγάλα έργα μπορούν.
*Η ΙΩΑΝΝΑ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ είναι εκπαιδευτικός, κάτοχος Μεταπτυχιακού στη Δημιουργική Γραφή.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Κύριε», του είπε, «σας παρουσιάζω εκατό τόμους που περικλείουν όλα όσα γνωρίζουν σήμερα οι άνθρωποι. Αυτή η Πολυμάθησις θα τιμήσει τις εκδόσεις σας και, επιτρέψτε μου να το πω, την Ισπανία. Δε ζητάω τίποτα για μένα· το μόνο που θέλω είναι να έχετε την ευσπλαχνία να τυπώσετε το έργο μου, έτσι ώστε να μην πάει εντελώς χαμένος ο τεράστιος κόπος μου».
Ο Μορένο άνοιξε όλους τους τόμους, τους εξέτασε προσεκτικά και του είπε: «Κύριε, αναλαμβάνω την έκδοση του έργου σας, αλλά θα πρέπει κι εσείς να περιορίσετε τον όγκο του σε είκοσι πέντε τόμους».
«Αφήστε με...» του απάντησε ο Έρβας με την πιο βαθιά πικρία. «Αφήστε με και γυρίστε στο μαγαζί σας να τυπώσετε τα ρομαντζάκια σας και τις σχολαστικούρες που ’ναι η ντροπή της Ισπανίας. Αφήστε με, κύριε… Αφήστε με εδώ με τους κολικούς μου και με το μυαλό μου που, λίγο να ’ταν πιο γνωστό, θα ’χαιρε καθολικής εκτίμησης. Δεν έχω τίποτα πια να περιμένω απ’ τους ανθρώπους – πόσο μάλλον από τους βιβλιοπώλες. Αφήστε με...»
Ο Μορένο έφυγε, κι ο Έρβας έπεσε στην πιο βαθιά μελαγχολία· είχε συνεχώς μπροστά του τους εκατό τόμους του, γεννήματα της σκέψης του, καρπούς έξοχων απολαύσεων, μεγαλωμένους με βάσανα που ’χαν και τις χαρές τους, και τώρα βυθισμένους στη λήθη. Έβλεπε όλη του τη ζωή να ’χει πάει στράφι, χωρίς καμία μελλοντική προοπτική. Τότε, δυστυχώς, το πνεύμα του, που ’χε ασκηθεί στη διελεύκανση όλων των μυστηρίων της φύσης, στράφηκε προς την άβυσσο της ανθρώπινης αθλιότητας, κι απ’ το πολύ να τη βυθομετράει, άρχισε να βλέπει το Κακό, να μη βλέπει παρά μόνο το Κακό, και είπε μέσα του: «Δημιουργέ του Κακού, ποιος είσαι;».
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Γιαν Ποτότσκι, Πολωνός αριστοκράτης, γεννήθηκε το 1761. Επιστήμων, καλλιτέχνης αλλά και πολιτικός, θεωρείται ως μια πραγματική μεγαλοφυΐα που ανήκει σε ολόκληρο τον κόσμο. Εξέδωσε μία σειρά πραγματειών βασισμένων σε έρευνες εθνολογικές, ιστορικές, γλωσσολογικές, και καθιέρωσε έτσι τη μελέτη των σλαβικών γλωσσών και πολιτισμών.
Οι περιγραφές των ταξιδιών του στην Ευρώπη, τη Βόρεια Αφρική και την Ασία αποκαλύπτουν έναν εξαιρετικά οξυδερκή παρατηρητή της ανθρώπινης ύπαρξης και των συστημάτων διακυβέρνησης. Το 1789 ιδρύει στη Βαρσοβία έναν προοδευτικό πολιτικό όμιλο και ένα «ελεύθερο τυπογραφείο». Το 1804, με τη ριζική αλλαγή της πολιτικής κατάστασης και την ολοκλήρωση του διαμελισμού της Πολωνίας, προσφέρει τις υπηρεσίες του στον τσάρο, προσβλέποντας σε μια εμπορική και εκπολιτιστική κατάκτηση μεγάλου μέρους της Ασίας, συμπεριλαμβανομένου του Αφγανιστάν.
Το 1797, αφού έχει γράψει κάποια νεανικά διηγήματα και μια οπερέτα με τίτλο «Οι τσιγγάνοι της Ανδαλουσίας», αρχίζει να συγγράφει το αριστούργημά του, το Χειρόγραφο που βρέθηκε στη Θαραγόθα, που ολοκληρώθηκε λίγο πριν από το θάνατό του και παρέμεινε ανέκδοτο.























