
Για την παράσταση «Οι Δωσίλογοι» της θεατρικής ομάδας elephas tiliensis βασισμένης στο ομώνυμο βιβλίο του Μενέλαου Χαραλαμπίδη, που ανεβαίνει στο Θέατρο του Νέου Κόσμου.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Είδα, στο Θέατρο «Χώρα», τη δραματοποίηση των elephas tiliensis του βιβλίου «Οι δωσίλογοι» του Μενέλαου Χαραλαμπίδη, σε παραγωγή του Θεάτρου Νέου Κόσμου.
Οι Elephas Tiliensis είναι κατ' ουσίαν ο Δημήτρης Αγαρτζίδης και η Δέσποινα Αναστάσογλου που συνδημιούργησαν την ομάδα και αποτελούν τον ενεργό πυρήνα της, δίνοντάς μας και την έξοχη παράσταση Μαγικά Βουνά πριν από δύο χρόνια και τη Σεροτονίνη πριν από τρία χρόνια. Την ομάδα φέτος απαρτίζουν, σε θαυμάσια σκηνική συνύπαρξη, η Μαρκέλλα Γιαννάτου, ο Τόλης Μπριασούλης, η Βίκυ Κατσίκα, ο Εμμανουήλ Κοντός και ο Άρης Λάσκος.
Τι σημαίνει να είσαι δωσίλογος
Ο Χαραλαμπίδης συνάντησε τον Αγαρτζίδη στο Καρπενήσι και έτσι προέκυψε η διασκευή της μελέτης του σε θεατρική παράσταση: έθεσε στη διάθεσή του αρχεία, κείμενα και φωτογραφίες που προβάλλονται κατά τη διάρκεια του έργου, προς αποφυγήν ανακριβειών και πραγματολογικών σφαλμάτων. Εξαρχής δίνεται το ιστορικό πλαίσιο που όλοι γνωρίζουμε, καθώς και ο ακριβής ορισμός του «δωσίλογου»: δωσίλογος είναι εκείνος που πρόδωσε ή στήριξε τον κατακτητή εις βάρος της πατρίδας του και της αντίστασης: η παράσταση αποκαλύπτει πώς πολιτικοί, στρατιωτικοί, επιχειρηματίες, δήμαρχοι, δικαστές, ιερείς και δημοσιογράφοι υπηρέτησαν τις κατοχικές δυνάμεις και με το πέρασμα του χρόνου, η ιστορία τους κρύφτηκε κάτω από το χαλί.
Ποιο είναι το διακύβευμα και το νέο στοιχείο που κομίζει το κείμενο του κύριου Χαραλαμπίδη; Το ΕΑΜ ήταν θεσμικά απαγορευμένη λέξη μέχρι τουλάχιστον την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το 1981, δηλαδή σαράντα και χρόνια μετά το τέλος της Κατοχής, ένα ζήτημα ταμπού για τον κρατικό μηχανισμό και τον δημόσιο λόγο, μέχρι την αναγνώρισή του από την πρώτη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, το 1982. Οι πολύχρονες διώξεις, οι φυλακίσεις, τα βασανιστήρια, οι εξορίες των αντιστασιακών, επιτέλους τότε μαθεύτηκαν. Ωστόσο, κάποιες φρικτές σελίδες της περιόδου αυτής συνέχισαν να αποκρύπτονται, όταν δε οι άνθρωποι που συμμετείχαν στην Αντίσταση άρχισαν να φεύγουν από τη ζωή, δεν έμεινε πίσω τους ένας φορέας που θα διατηρούσε τους τρόπους ανάδειξης της μνήμης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Τα αρχεία των ελληνικών σωμάτων ασφαλείας είναι ακόμη κλειστά, δεν έχουμε πρόσβαση σ’ αυτά. Πόσο σύννομο είναι αυτό; «Θέλουμε να δείξουμε ότι αυτό που συνέβη, ο αντικομμουνισμός και η δίωξη, δεν ξεκίνησε στην Κατοχή. Είχε γεννηθεί κι εγκαθιδρυθεί στην Ελλάδα πολύ, πολύ νωρίτερα», λέει σε συνέντευξή της η Δέσποινα Αναστάσογλου. Εν ολίγοις, η παράσταση αυτή ωμού ρεαλισμού επιχειρεί να αναπληρώσει το σοβαρό έλλειμμα μνήμης, σε ό,τι έχει να κάνει με την σύγχρονή μας ιστορία και συγκεκριμένα με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε ό,τι έχει να κάνει με την αντικομμουνιστική υστερία και με τις εμμονές περί «κινδύνου της πατρίδας» που επιστράτευσαν στις απολογίες τους οι βασανιστές.

Τα Τάγματα Ασφαλείας δημιουργήθηκαν από τον κατοχικό πρωθυπουργό Ιωάννη Ράλλη το καλοκαίρι του 1943 με τη σύμφωνη γνώμη μερίδας του αστικού πολιτικού κόσμου, προκειμένου να αναχαιτισθεί η διαρκώς αυξανόμενη δύναμη του ΕΑΜ, στο οποίο κυριαρχούσε το ΚΚΕ. Ο Ράλλης εκτιμούσε ότι η τελική έκβαση του Πολέμου θα έβρισκε νικητές τους Συμμάχους, οπότε θα έπρεπε άμεσα να αντιμετωπισθεί «ο κομμουνιστικός κίνδυνος». Και την εκκαθάριση ανέλαβαν «γερμανοτσολιάδες» σαν τον Ιωάννη Πλυτζανόπουλο, ο ανηψιός του οποίου μάλιστα διετέλεσε δήμαρχος Νικαίας την περίοδο της χούντας. Πολύ σοκαριστικό είναι το (φωτογραφικό και κειμενικό) ντοκουμέντο σχετικά με τον πρωταγωνιστικό ρόλο των ελληνικών Ταγμάτων Ασφαλείας κατά το μπλόκο της Κοκκινιάς (17 Αυγούστου 1944). Γύρω στις 9 το πρωί, η πλατεία είναι γεμάτη από κόσμο. Οι Γερμανοί δίνουν εντολή στους συγκεντρωμένους να γονατίσουν. Αμέσως, αρχίζουν να κυκλοφορούν ανάμεσά τους, Έλληνες προδότες, που φορούν κουκούλες για να μην αναγνωρίζονται και υποδεικνύουν στους Γερμανούς τους αγωνιστές και τα ηγετικά στελέχη του ΕΑΜ. Όσους συλλαμβάνουν, τους σέρνουν σ’ ένα γειτονικό οικόπεδο και στα υπόγεια διπλανών σπιτιών και, πριν τους εκτελέσουν, τους βασανίζουν φριχτά.

«Συνεργάζομαι με τις δυνάμεις της Κατοχής» σημαίνει προδίδω την πατρίδα μου: αυτό είναι σαφές. Μαρτυρίες από μητέρες, αδελφές, από τον στενό συγγενικό κύκλο νέων ανθρώπων που εξαφανίστηκαν, προπηλακίστηκαν, βασανίστηκαν με απάνθρωπες, κτηνώδεις μεθόδους ή εκτελέστηκαν χωρίς δίκη, όλα αυτά ζωντανεύουν επί σκηνής με έμφαση, καθώς η ομάδα elephas tiliensis πιστεύει στον σκηνικό ρεαλισμό και δίνει μεγάλη σημασία στην ανακίνηση του συναισθήματος του θεατή. Σε έναν κλειστό θάλαμο ανακρίνονται αυτοί που τους κατέδωσαν, και έτσι αποδίδονται διάφοροι ανθρώπινοι τύποι δωσιλόγων που είναι διαχρονικοί: ο ανηλεής καταδότης, ο προσχηματιζόμενος το καθήκον, ο σκληροπυρηνικός στρατιωτικός, ο αμετανόητος φασίστας, ο κακότροπος εκδικητικός γείτονας, ο καθαρός προδότης με όλα τα χαρακτηριστικά του ερπετού. Το μόνιμο άλλοθί τους όλων αυτών ήταν ότι «τα κάνουμε όλα γιατί το κακό είναι οι κομμουνιστές», πρόσχημα που κατά την άποψή τους ήταν εξιλεωτικό της κακουργίας τους. Παράλληλα, με αποστομωτικό ρεαλισμό, οι ηθοποιοί της παράστασης ξεγυμνώνονται, εναλλάσσουν τους ρόλους, τραγουδούν, χορεύουν, εκστασιάζονται, θυμώνουν, σαρκάζουν, κρίνουν- ως ομάδα και ως μεμονωμένα άτομα- με τις φαιδρές, κάθε άλλο παρά πειστικές απολογίες των δωσίλογων. Είναι ξεκάθαρη η πρόθεση των Αγαρτζίδη και Αναστάσογλου να εγείρουν το συναίσθημα αγανάκτησης του κοινού και όντως το κάνουν με οξύ τρόπο, χωρίς όμως να επιχειρούν σαφείς αναφορές σε σημερινά πολιτικά πρόσωπα και καταστάσεις.

Για παράδειγμα, η γυμνότητα των ηθοποιών στη σκηνή της ομαδικής κακοποίησης και εκτέλεσης αριστερών αναπήρων πολέμου είναι μια πολύ δραστική σκηνική λύση. Η χρήση των θραυσμάτων στο έδαφος δίνει όντως σκηνογραφικά την αίσθηση μιας ερειπωμένης Ελλάδας. Η χρήση του διάτρητου παραβάν από τον ανακριτή όντως αποδίδει τον απρόσωπο χαρακτήρα της Δικαιοσύνης. Κάποιες σκηνές βασανισμού, λεκτικές ή έμπρακτες αναπαραστάσεις της φρίκης, πράγματι φέρνουν τον θεατή στο όριο να βάλει τα κλάματα. Όμως από όλη αυτήν τη φρίκη (που κατατάσσει την παράσταση στις πολύ καλές εκδοχές του ρεαλιστικού θεάτρου), από όλα αυτά τα ντοκουμέντα δεν προκύπτει ένα ξεκάθαρο βέλος που θα στοχεύσει τη ρίζα του κακού, που να αφορά τη διατήρηση αυτής της ρίζας στο σήμερα.
Λέμε σήμερα πως «πάσχουμε από εμφυλιοπολεμικό σύνδρομο»: πώς θα ήταν δυνατόν να μην πάσχουμε; Όταν το ίδιο το επίσημο κράτος αποσιωπά τέτοια εγκλήματα, πώς αυτή η παράσταση να μην ανοίγει πάλι μια παλιά πληγή; Όπως και το βιβλίο του Χαραλαμπίδη, έτσι και η σκηνική του δραματοποίηση είναι φυσικό να ανακινούν το συναίσθημα της αδικίας: είναι δυνατόν αυτά τα ανθρώπινα τέρατα να έκαναν επιθέσεις σε πλατείες, σε σπίτια, σε νοσοκομεία με αναπήρους που ήταν συμπατριώτες τους; Και γιατί να είναι περισσότερο κακούργοι οι κουκουλοφόροι εκείνης της εποχής από τους σημερινούς κουκουλοφόρους; Πρόσφατα, με την αποκάλυψη των φωτογραφιών από την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών στην Καισαριανή, η περίοδος 1941-1944 επανέρχεται δριμύτερη στο προσκήνιο. Το γεγονός ότι ένα καρκίνωμα συντηρητισμού, εθνικοφροσύνης και φασισμού της νεοελληνικής κοινωνίας ποτέ δεν εξυγιάνθηκε, κατά κάποιον τρόπο χαρακτηρίζει και τη σημερινή πολιτική κατάσταση: πέραν από τους φασίστες της Χρυσής Αυγής που μέχρι πρότινος τους βλέπαμε στα έδρανα της Βουλής, πόσοι είναι οι νοσταλγοί του ναζισμού που καιροφυλακτούν να ανακτήσουν τις δυνάμεις τους; Και πόσοι είναι οι συμπολίτες μας που θα τους ψηφίσουν;
- Διαβάστε επίσης: «Οι δωσίλογοι» του Μενέλαου Χαραλαμπίδη – Ένοπλη, πολιτική και οικονομική συνεργασία στα χρόνια της Κατοχής (κριτική)
Η λέξη που μπαίνει ως κατακλείδα της σκληρής αυτής παράστασης είναι «Α Δ Ι Κ Ι Α». Επειδή η αδικία γεννάει αδικία, οι εθνικόφρονες δωσίλογοι όχι μόνον έμειναν ατιμώρητοι, αλλά και εισχώρησαν στην πολιτική ζωή του τόπου ως εθνοσωτήρες. Αδικία ναι, αναμφίβολα, θυμός ναι, χωρίς ενδοιασμούς, ανάγκη αποκατάστασης της ιστορικής μνήμης οπωσδήποτε, όμως μου έλειψε ένα κλείσιμο της παράστασης που να εξακοντίζει ένα σαφές κατηγορητήριο σε όσους ακόμη και σήμερα αναπαράγουν την ιστορική εθελοτυφλία. Και μ’αυτό δεν εννοώ σώνει και καλά τους ενεργούς πολιτικούς που είναι απόγονοι των δωσίλογων. Εννοώ τα σχολικά βιβλία Ιστορίας που αποσιωπούν μια τόσο εμετική ιστορική αλήθεια για να εξιδανικεύσουν τον ρόλο των κρατικών μηχανισμών κατά την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου. Εννοώ τη μη απονομή δικαιοσύνης, το κουκούλωμα του εγκλήματος της συνεργασίας από τη δικαστική εξουσία, που διατήρησε ανοιχτό αυτό το ιστορικό τραύμα.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου και χορού.
Κείμενο βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Μενέλαου Χαραλαμπίδη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.
Σκηνοθεσία – Δραματουργία Δημήτρης Αγαρτζίδης, Δέσποινα Αναστάσογλου
Επιστημονικός σύμβουλος Παναγιώτης Μιχαλόπουλος
Μουσική – Φωνητική προετοιμασία Μάρθα Μαυροειδή
Σκηνογράφος – Ενδυματολόγος Μαγδαληνή Αυγερινού
Βίντεο Μικαέλα Λιακατά
Σχεδιασμός φωτισμών Τάσος Παλαιορούτας, Ιωάννα Αθανασίου
Επιμέλεια κίνησης – Τεχνική Alexander Δέσποινα Αναστάσογλου
Βοηθός σκηνοθέτη Φαίδρα Φασούλα
Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου Κυριακή Φόρτη
Παίζουν Δημήτρης Αγαρτζίδης, Δέσποινα Αναστάσογλου, Μαρκέλλα Γιαννάτου, Τόλης Μπριασούλης, Βίκυ Κατσίκα, Εμμανουήλ Κοντός, Άρης Λάσκος
- Δείτε επίσης: «Βίος και Πολιτεία»: Ο Άλκης Χαραλαμπίδης στο Υπόγειο






















