
Για τις παραστάσεις του Έντουαρντ Μποντ «Ο σωσμένος», σε σκηνοθεσία Βασίλη Μπισμπίκη, στον τεχνοχώρο «Καρτέλ» και «Ο Έβρος απέναντι» των Ρέππα-Παπαθανασίου, σε σκηνοθεσία Γιώργη Τσουρή, στο θέατρο «Άνεσις». © Ελίνα Γιουνανλή
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
«Ο σωσμένος» του Έντουαρντ Μποντ, σε σκηνοθεσία Βασίλη Μπισμπίκη
Στον τεχνοχώρο «Καρτέλ» είδα τον «Σωσμένο» του Έντουαρντ Μποντ, στην ελεύθερη διασκευή του Βασίλη Μπισμπίκη. Σε ύφος εμπορικού ρεπερτορίου και σε συνεχή αναφορά προς την Ελλάδα του σήμερα, η προσέγγιση του κύριου Μπισμπίκη ακολουθεί την τάση ωμού ρεαλισμού που επικρατεί στο θέατρο κατά την τελευταία δεκαετία, με αμφιλεγόμενα αποτελέσματα.
Ηθοποιοί που προσποιούνται τη φυσικότητα εις βάρος της καλλιτεχνικής ποιότητας, τηλεοπτικές ατάκες, απεύθυνση και εμπλοκή του κοινού, χωρίς ουσιαστική μεταφορά των μηνυμάτων του έργου: αυτό αποκόμισα από τη συγκεκριμένη παράσταση. Και μπήκα στη διαδικασία να ανακαλέσω τις αιτίες του φαινομένου: συμπεριφορές και γλωσσικό όργανο αντλημένο από τη σύγχρονη «πιάτσα» και διολίσθηση προς καθημερινή θεματολογία διαρκώς προβάλλονται τελευταίως στις αθηναϊκές σκηνές, από σκηνοθέτες όπως ο Μαστοράκης, η Σκότη, ο Παπαγεωργίου, ο Αζάς, ο Τσινικόρης, η ομάδα Rimini Protokoll, ο Τσουρής, ο Παλούμπης. Αρχικά ως αντίδοτο στα χρόνια της κρίσης και των μνημονίων και ως απομύθευση της επιφανειακής ανεμελιάς μιας κατά βάθος διαβρωμένης κοινωνίας, είδαμε τον «Γάμο» του Ποντίκα, το «Στέλλα κοιμήσου», τον «Άγριο Σπόρο», τα «Αξύριστα πηγούνια», τον «Αρίστο», τον «Εθνικό Ελληνορώσων», τη «Δεύτερη φωνή», τον «Κωλόκαιρο», τα «Ανεξάρτητα κράτη», τη «Γυναίκα της Πάτρας», την «Καθαρή πόλη», τον «Γύρο του θανάτου», το «Ο Έβρος απέναντι» και το «Σπιρτόκουτο», που εγκαινίασε το ύφος Οικονομίδη στο σινεμά και μετά στο θέατρο. Χειμαρρώδης λόγος, λαϊκές εκφράσεις, χιούμορ και ωμή καταγραφή διαλόγων της καθημερινότητας, συλλογική ενοχή για τις πολιτικές επιλογές που μας οδήγησαν στην κρίση, η γυμνή εκδοχή της λούμπεν πραγματικότητας και η ισχύς του ντοκουμέντου: να σε ποιο κλίμα γαλουχήθηκε η περίπτωση του κύριου Μπισμπίκη, που στο «Άνθρωποι και ποντίκια» είχε αποδειχθεί αντάξιο τέκνο αυτής της τάσης. Όμως τότε, σε εκείνη την ιδιαίτερα δραστική παράσταση του Καρτέλ, υπήρχε η δραματουργία της Σοφίας Αδαμίδου από πίσω και έτσι η Αμερική του κραχ του 1929 είχε ταιριάξει με την Ελλάδα της κρίσης του 2019.

Ο «Σωσμένος» (Saved) του Βρετανού Έντουαρντ Μποντ είχε θέσει, στη δεκαετία του ’60, τις βάσεις για το in-yer-face θέατρο στη Βρετανία, γιατί η αδιανόητης έντασης βία που παρουσίαζε ήταν η απόρροια της ανίας της νεόκοπης εργατικής τάξης που είχε περάσει στο ταμείο ανεργίας: μια παρέα νεαρών πετροβολεί και καίει ένα μωρό στο έργο «για να περάσει η ώρα», χωρίς επίγνωση της κακουργίας τους και σε απόλυτη πνευματική ένδεια, απουσία προσανατολισμού στον κόσμο, ηθική παράλυση και ψυχική ερήμωση, και κανένα επιπλέον σχόλιο δεν χρειαζόταν για να παγώσει το κοινό. Το έργο (τουλάχιστον όπως το είχα δει στη σκηνοθεσία Τάσου Μπαντή, σε συνεργασία με τη Θάλεια Ασλανίδου και με πρωταγωνιστές τον Δημήτρη Καταλειφό, τη Ράνια Οικονομίδη, τον Γιώργο Κέντρο, την Άννα Μακράκη, τον Δημήτρη Γιαννακόπουλο, τον Κώστα Μπερικόπουλο και τον Κώστα Κόκλα), έκλεινε με μια απόλυτα ρεαλιστική σκηνή, όπου ο κεντρικός ήρωας, ο Λεν, επιδιόρθωνε μια καρέκλα σιωπηρός, ενώ η υπόλοιπη οικογένεια τον αγνοούσε. Η βασική αρχή του Μποντ -ότι η σκηνική βία είναι προϊόν της συστημικής βίας μιας κοινωνίας που εξαθλιώνει τα κατώτερα στρώματά της και δικαιολογείται μόνο εφόσον αποκαλύπτει την κοινωνική σαπίλα- αποτελεί μέχρι σήμερα το μέτρο σύγκρισης ανάμεσα στον ουσιαστικό ωμό ρεαλισμό και τον κακώς εννοούμενο εντυπωσιασμό.
Αντίθετα, η προσέγγιση του κύριου Μπισμπίκη δεν διέσωσε ούτε το κλίμα, ούτε το φλέγμα, ούτε την ακραία βία του έργου του Μποντ (που πνιγόταν μέσα στις αγριοφωνάρες και τις υπερβολές), ούτε καν το θεματικό του κέντρο. Πολιτικό θέατρο ή επιθεώρηση; Η Λένα Κιτσοπούλου «κέντησε» πάλι, αυτοσχεδιάζοντας και απομακρυνόμενη επικίνδυνα από το κείμενο, εις όφελος της ζωντανής ερμηνείας και του προσωπικού της ύφους. Η ρομαντικο-ποίηση του κόσμου του περιθωρίου και η θεατρική περιβολή της ασχήμιας και της χυδαιότητας με τη φενάκη της γνησιότητας, δεν έχει καμιά σχέση με την καταγγελία που κάνει ο Έντουαρντ Μποντ. Ωραία ομάδα, μια χαρά περνούν μεταξύ τους, όμως εξαιρετικοί ηθοποιοί (Στέλιος Τυριακίδης, Αλέξανδρος Κουκιάς, Αναστασία Δέλτα, Γιάννης Κατσιμίχας, Λευτέρης Αγουρίδας, Ελένη Γεωργακοπούλου, Δαυίδ Σταμούλος, Μιχάλης Τζωρτζάτος, Χρήστος Μιχάκης και Ορφέας Γκουγκουλής) απλώς αναλώνονται στη συγκεκριμένη παράσταση, αυταπατώμενοι ότι αυτή η κατασκευή δικαιούται να φέρει τον τίτλο «Σωσμένος», και μάλιστα με έμμεση αναφορά (και λόγω μετάφρασης) στην εξαιρετική παράσταση του Μπαντή, συγχέοντας τον ωμό ρεαλισμό με το υβρεολόγιο και τη διάδραση κοινού και καλλιτέχνη με την επιθεώρηση. Ομοφοβικά και σεξιστικά σχόλια (π.χ. οι «αδερφές» στο Brokeback Mountain) έχουν προστεθεί στο έργο – και πάντα στο όνομα της «φυσικότητας», της ακομπλεξάριστης (υποτίθεται) καταγραφής της πραγματικότητας. Και μιλάμε για την ελληνική πραγματικότητα, παραμορφωμένη μέσα από το πρίσμα ενός έργου που γράφτηκε για να καταγράψει την κατάσταση της εργατικής τάξης στη Βρετανία εκείνης της δεκαετίας.
Συντελεστές
Μετάφραση Τάσος Μπαντής, Θάλεια Ασλανίδου
Ελεύθερη απόδοση Ομάδα Cartel
Σκηνοθεσία Βασίλης Μπισμπίκης
Σκηνικά - Κοστούμια Κένι ΜακΛέλαν
Σχεδιασμός φωτισμών Σάκης Μπιρμπίλης
Μουσική Μπάμπης Παπαδόπουλος
Επιμέλεια Κίνησης Έντι Λάμε
Φωτογραφίες Ελίνα Γιουνανλή
Βοηθός σκηνοθέτη Ιωάννα Μπιτούνη
Βοηθός σκηνογράφου Δημοσθένης Μπάρμπας, Αφροδίτη Πισσία
Οργάνωση παραγωγής Φαίη Τζήμα
Βοηθός παραγωγής Καλύδημη Μούρτζη
Παραγωγή Ομάδα Cartel
Παίζουν Βασίλης Μπισμπίκης, Λένα Κιτσοπούλου, Στέλιος Τυριακίδης, Αλέξανδρος Κουκιάς, Αναστασία Δέλτα, Γιάννης Κατσιμίχας, Λευτέρης Αγουρίδας, Ελένη Γεωργακοπούλου, Δαυίδ Σταμούλος, Μιχάλης Τζωρτζάτος, Χρήστος Μιχάκης
«Ο Έβρος απέναντι», των Ρέππα-Παπαθανασίου, σε σκηνοθεσία Γιωργή Τσουρή
Στο θέατρο «Άνεσις» είδα το έργο «Ο Έβρος απέναντι» των κυρίων Ρέππα-Παπαθανασίου, που γράφτηκε το 1998 και πρωτοπαρουσιάστηκε την αμέσως επόμενη δεκαετία (2002), την εποχή του τηλεοπτικού trash, της Ανίτας Πάνια, της σαβούρας και του Ερωτοδικείου της κας Μιχαλονάκου στο Seven X, την εποχή των φρούδων ελπίδων για ευμάρεια και άκρατο καταναλωτισμό, με τον Σημίτη και τον Κώστα Καραμανλή και τον Χριστόδουλο, τις εθνικές λοταρίες και τα υπερπληρωμένα πρωϊνάδικα της αποβλάκωσης, τον ρατσισμό κατά των Αλβανών και των πάσης φύσεως «εισβολέων» και την ψευδαίσθηση του εξευρωπαϊσμού. Έξυπνο κείμενο, δυνατοί διάλογοι που απηχούν τις κοινωνικές αντιφάσεις της εποχής, την προετοιμασία της χώρας για τη διεκδίκηση της Ολυμπιάδας του 2004, την κακώς εννοούμενη ανάπτυξη, και μάλιστα, υπό το πρίσμα των «χαμένων», των losers αυτής της κοινωνίας.
Οι Ρέππας και Παπαθανασίου για λίγο εγκατέλειψαν την καθεαυτήν εμπορική κωμωδία, στην οποία ήδη είχαν διαπρέψει, για να στραφούν προς τον υπό συζήτησιν ρεαλισμό. Και μάλλον ευτύχησαν να έχουν τη σκηνοθεσία του Μαστοράκη, που τους εξασφάλισε το βραβείο Κουν. Το έργο τους πέρασε στη χορεία των «κλασικών» ελληνικών έργων, και με αυτό το φωτοστέφανο το ανέλαβε τώρα ο Γιωργής Τσουρής, όμως (επειδή το αίμα νερό δεν γίνεται) το έργο έβγαλε στη φόρα τις εγγενείς του αδυναμίες, καθώς φιλοδόξησε να αφορά την Ελλάδα του σήμερα χωρίς αυτό να δίνεται σκηνοθετικά. Το ξεκαρδιστικό χιούμορ εξακολουθεί να κερδίζει τον θεατή, σε συστέγαση όμως με μια σκληρότητα που τον καθιστά ιδιαίτερα καχύποπτο: μήπως πρόκειται για μια συνταγή επιτυχίας που κατ’ ουσίαν αποβαίνει εις βάρος του ρεαλισμού; Μήπως η ηθογραφική καταγραφή του λεξιλογίου της μεσαίας τάξης δεν αρκεί για να αποκαλύψει την παθογένεια, τη σκληρότητα και την ηθική κατάρρευση του Έλληνα μικροαστού;

Ένας Κούρδος πρόσφυγας βρίσκεται εγκλωβισμένος στο υπόγειο μιας αθηναϊκής πολυκατοικίας, όπου γειτνιάζουν δυο φιλικά ζευγάρια, χαρακτηριστικοί τύποι εκείνης της δεκαετίας Σημίτη, που έχουν επιχειρήσει διάφορες αποτυχημένες μικρομπίζνες, έχουν φάει τα μούτρα τους, έχουν σύνδρομο αποτυχίας και έχουν μπλέξει με απίστευτα χρέη. Ο ρατσισμός τους βγαίνει πάνω στον Κούρδο. Και κάπου εκεί, ενώ γίνεται συναρπαστική η συνοίκηση και οι ατάκες εκσφενδονίζονται με απόλυτη φυσικότητα και γαργαλιστική απήχηση στην πλατεία, έρχεται το κοινωνικό σχόλιο και το δράμα του Κούρδου κατά τη διάβαση των συνόρων. Αυτό μπαίνει στο κείμενο εμβόλιμα, ανεπεξέργαστα, ως «επικολλημμένη» πραγματικότητα και ουδόλως συσχετιζόμενη με το κλίμα του έργου, μόνο και μόνο για να προσδώσει βαρύτητα στα τεκταινόμενα, και δεν πείθει: δεν είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό που βλέπουμε επί σκηνής, κανείς δεν αισθάνεται μεγαλύτερη εξαπάτηση από έναν θεατή που πριν από μερικά λεπτά άρχιζε μόλις να συμπαθεί τους τέσσερις χαρακτήρες, που στα πρόθυρα της οικονομικής κατάρρευσης εξαχρειώνονται πλήρως, αποκτηνώνονται και περνούν στο έγκλημα.
Πώς να εξασφαλιστεί ο σκηνικός ρεαλισμός, πώς να ισορροπήσουν το τραγικό με το κωμικό στοιχείο, πώς να γίνει κατανοητή η αμετροέπεια μιας μικροαστής συζύγου και η ένοχη σιωπή μιας κομμώτριας, η απατηλή φιλία δυο ανδρών και η σκληρότητα όλων τους απέναντι στον «άλλο», απέναντι στον αδύναμο; Όχι βέβαια με την επί σκηνής εξόντωσή του. Θα αρκούσε η σαρκαστική παράθεση μιας πρόθεσης για κάτι τέτοιο, και το έργο θα είχε κάνει σαφέστατα τη δήλωσή του. Το υπερεκτιμημένο έργο των Ρέππα-Παπαθανασίου για μιαν ακόμη φορά παρερμηνεύει την έννοια του ρεαλισμού, θυσιάζοντας πολύ καλές ερμηνείες (συναρπαστικοί και με αβίαστες ερμηνείες ο Β. Αλεξανδρής, ο Θ. Ισιδώρου, ο Κ. Κορωναίος, η Ανν. Κουτσαφτίκη και η Μ. Παρασύρη) για να παρουσιάσει ως αληθινά πράγματα που δεν είναι καν αληθοφανή, όπως π.χ. το να σπας με τη βαριά τα γόνατα ενός ανθρώπου που μέχρι χθες τον φιλοξενούσες στο υπόγειό σου. Η μίμηση της πραγματικότητας στην πιο άτσαλή της μορφή, χάριν του σκηνικού εντυπωσιασμού.

Όσο για τη σκηνοθεσία, δεν διέκρινα την παραμικρή πρόθεση να έρθει το έργο στο σήμερα, όπου η κατάσταση η πολιτική, η εξαχρείωση η κοινωνική, η έξαρση της βίας, η ανασφάλεια του πολίτη, τα χάλια της τηλεόρασης, όλα θα καθιστούσαν το έργο επίκαιρο, με κάποιες σκηνοθετικές παρεμβάσεις στις οποίες ο κύριος Τσουρής δεν έκανε τον κόπο να προβεί. Λαϊκός πολιτισμός ή προσποίηση; Ασαφή τα όρια, δυσδιάκριτα, ιδιαίτερα όταν έχεις να κάνεις με ένα κείμενο που εν μέρει αποβλέπει στην εμπορική επιτυχία. Ένα θέατρο που, παρά τις αγαθές του προθέσεις, δεν είναι σε θέση να δώσει την παραμικρή επαναστατική διάσταση ή να προτείνει οποιανδήποτε καινοτομία στο θεατρικό γίγνεσθαι.
Εάν κανείς μελετήσει τους τρόπους με τους οποίους εκφράζεται καλλιτεχνικά ο τόπος μας, θα διαπιστώσει ένα ετερόκλιτο πλήθος έργων τέχνης, από χορό χιπ χοπ έως κινηματογράφο και θέατρο, από λαϊκό τραγούδι έως γκράφιτι, από την επαρχιακή πλήξη ως την αστική καθημερινότητα, που ως κοινό στοιχείο έχουν την ανάγκη απροκάλυπτης παρουσίασης της σημερινής ζωής. Κανείς δεν αμφισβητεί τη δίψα του κοινού για αλήθεια, γι’ αυτό και όσα έργα τέχνης επιστρατεύουν την αναπαραγωγή της πραγματικότητας (ή ακόμα-ακόμα και την υποδύονται) έχουν αναμφίβολα επιτυχία. Ευτυχώς, οι καλλιτέχνες, οι συγγραφείς, οι σκηνοθέτες, παραδέχονται ότι το να «βγεις στους δρόμους» από μόνο του δεν αρκεί για να παραγάγεις ένα ειλικρινές έργο τέχνης, ούτε από μόνο του «το μπινελίκι» συνεπάγεται την αληθοφάνεια. Το ακατανόητο είναι πως με τα έργα τους συχνά αποδεικνύουν το αντίθετο από αυτό που δηλώνουν.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου και χορού.
Συντελεστές
Πρωταγωνιστούν (αλφαβητικά): Βαγγέλης Αλεξανδρής, Θανάσης Ισιδώρου, Κώστας Κορωναίος, Άννα Κουτσαφτίκη, Μαρία Παρασύρη
Κείμενο: Θανάσης Παπαθανασίου-Μιχάλης Ρέππας
Σκηνοθεσία: Γιωργής Τσουρής
Πρωτότυπη Μουσική Σύνθεση: Γιωργής Τσουρής - Γιώτης Κιουρτσόγλου
Καλλιτεχνική Επιμέλεια – Κίνηση: Βάλια Παπακωνσταντίνου
Σκηνικά: Ζωη Μολυβδά Φαμέλη
Κοστούμια: Ελεονόρα Καραβάνη
Φωτισμοί: Σεμίνα Παπαλεξανδροπούλου
Σχεδιασμός Ήχου: Θεμιστοκλής Παντελόπουλος
Βίντεο παράστασης: Γιωργής Τσουρής – Μιχαήλ Μαυρομούστακος
Βοηθός Σκηνοθέτις: Αγγελική Γρηγοροπούλου
Βοηθός Σκηνογράφου: Γιάννης Τσούχλος
Βοηθός Ενδυματολόγου: Παρασκευή Βαρκάδου
Φωτογραφίες: Γιάννος Καλτσονούδης
Γραφιστική Επιμέλεια: Μάριος Γαμπιεράκης (Μαύρα Γίδια)
Διεύθυνση Παραγωγής: Ιωάννης Παντελίδης
Προβολή/Επικοινωνία: Αγλαΐα Παγώνα





















