
Για την παράσταση «Διαβάζοντας τη Λολίτα στην Τεχεράνη», βασισμένη στο βιβλίο της Αζάρ Ναφίσι (Azar Nafisi), σε σκηνοθεσία Μαρίας Ξανθοπουλίδου, στο Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν. © Ρούλα Ρέβη
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
«Ένα μυθιστόρημα δεν είναι αλληγορία… Είναι μια αισθητηριακή εμπειρία ενός άλλου κόσμου. Αν δεν εισέλθεις σε αυτόν τον κόσμο, αν δεν κρατήσεις την ανάσα σου μαζί με τους χαρακτήρες και δεν εμπλακείς στη μοίρα τους, δεν θα μπορέσεις να νιώσεις ενσυναίσθηση – και η ενσυναίσθηση είναι η καρδιά του μυθιστορήματος».
-Αζάρ Ναφίσι, Διαβάζοντας τη Λολίτα στην Τεχεράνη
Στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης είδα τη θεατρική διασκευή της Ηρώς Μπέζου στο γνωστό έργο της Αζάρ Ναφίσι Διαβάζοντας τη Λολίτα στην Τεχεράνη. Η σκηνοθεσία είναι της Μαρίας Ξανθοπουλίδου. Το ιδιότυπο σκηνικό του Δημήτρη Μεράντζα είναι μέρος της εικαστικής εγκατάστασης «HATAKTA (Η αισθητική της απελπισίας και της απόγνωσης)», που πρωτοπαρουσιάστηκε στη Δημοτική Πινακοθήκη Αθηνών το 2025, σε συνεργασία με τον Ιστορικό Τέχνης Χριστόφορο Μαρίνο. Το έργο γυρίστηκε σε ομότιτλη ταινία από την Εράν Ρίκλις, το 2024. Η εξαιρετική χορογραφική/κινησιολογική παρέμβαση είναι της Μαριέλας Νέστορα.
Κόρη δημάρχου της Τεχεράνης και με μητέρα βουλευτή, η Αζάρ Ναφίσι σπούδασε αγγλική φιλολογία στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, για να επιστρέψει με τον σύζυγό της στην ιρανική πρωτεύουσα το 1979, αμέσως μετά την επικράτηση της ισλαμικής επανάστασης. Άρχισε να διδάσκει αγγλόφωνη λογοτεχνία στο πανεπιστήμιο, για να έρθει πολύ γρήγορα σε αντιπαράθεση με τους φονταμενταλιστές, οι οποίοι επέβαλαν με τη βία αυταρχικά μέτρα και αυστηρή λογοκρισία στα μαθήματά της. Η Ναφίσι έμεινε στην Τεχεράνη μέχρι και το 1997, εξιστορώντας τις περιπέτειές της σε ένα ευπώλητο χρονικό που εξέδωσε το 2003, όπου βεβαίως δεν στρέφεται στη δυτική λογοτεχνία για να παραγκωνίσει τις περσικές της ρίζες, παρά μάλλον για να αφηγηθεί την προσωπική της ιστορία σε ένα αγγλόφωνο κοινό: και γι’ αυτό κατηγορήθηκε για «οριενταλιστική αναπαράσταση» της περσικής κοινωνίας1. Αντίστοιχων προθέσεων ήταν η εξαιρετική παράσταση «Ιράκ-εννέα τόποι επιθυμίας» της Μαρίας Τσαρούχα, που φέτος επαναλαμβάνεται με άλλο καστ.
Ένα δικό τους δωμάτιο
Μεταξύ άλλων έργων2, οι Χίλιες και μία νύχτες (με τη Βασίλισσα, τις Παρθένες και τη Σεχραζάντ), η Λολίτα και το Πρόσκληση σ’ έναν αποκεφαλισμό του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, Ο υπέροχος Γκάτσμπι του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, η Πλατεία Ουάσιγκτον του Χένρι Τζέιμς (με την ηρωίδα που μένει ανύπαντρη υπερασπιζόμενη την αυτονομία της) και το Περηφάνια και προκατάληψη της Τζέιν Όστεν θα διδαχθούν σε «κρυφό σχολειό» στο ετερόκλιτα αλλά ξεχωριστά διακοσμημένο σαλόνι της καθηγήτριας – το «ημερολόγιο» εκείνων των ημερών και δράσεων αποτέλεσε την πρώτη ύλη για το μυθιστόρημα της Αζάρ Ναφίσι. Μαθήτριες θα είναι επτά πρώην φοιτήτριές της, η συντηρητική Μαχσίν (Λήδα Κουτσοδασκάλου), η Γιασί (Ζωή Μυλωνά), η Μίτρα με τις εικαστικές επιδόσεις (Ηλέκτρα Μπαρούτα), η Νασρίν (Θάλεια Σταματέλου), η Αζίν που κακοποιείται από τον άντρα της (Δήμητρα Βήττα), η Σανάζ (Διονυσία Μπαλαμώτη) και η παντρεμένη Μανά που συνδέεται πιο πολύ με την καθηγήτρια (Μαρία Πετεβή). Όπως δηλώνει και ο τίτλος του βιβλίου της Βιρτζίνια Γουλφ, θα έχουν στο εξής «ένα δικό τους δωμάτιο», όπου μεταξύ τεḯου και γλυκίσματος θα πραγματευθούν το πολύ σημαντικό ζήτημα της ελευθερίας τους να ονειρεύονται, και όχι μόνο, μέσω της λογοτεχνίας. Οι άνδρες σύμμαχοί τους, όπως ο σύζυγος της Ναφίσι, που εν γνώσει του γίνονται οι συγκεντρώσεις τις Πέμπτες και ο φοιτητής αρραβωνιαστικός της νεαρής Σανάζ, ως χαρακτήρες αναφέρονται μόνο λεκτικά και παραμένουν στο φόντο της ζωής των γυναικών, καθορίζοντάς τις ωστόσο.

Η Ναφίσι δηλώνει ο Γκάτσμπι αφορά τόσο το αμερικανικό όνειρο όσο και το ιρανικό όνειρο της επανάστασης. Το κεφάλαιο για τον Τζέιμς αφορά την αβεβαιότητα και το μίσος που τρέφουν γι’ αυτήν όλες οι ολοκληρωτικές νοοτροπίες. Και η ηρωίδα της Τζέιν Όστεν λέει όχι στην εξουσία των γονιών της και της κοινωνίας και καλωσορίζει μια ζωή απόλυτης φτώχειας για να ακολουθήσει τη δική της επιλογή – γίνεται, έτσι, το πρότυπο γυναίκας για τους επτά συντεθλιμένους ψυχισμούς των κοριτσιών της ομήγυρης. Η καθηγήτρια εξετάζει τις έννοιες του ηρωισμού και της κακίας συνδέοντας χαρακτήρες από βιβλία όπως το Πρόσκληση σε αποκεφαλισμό ή το Υπέροχος Γκάτσμπι με άλλους. Η βάση του ορισμού της για τον ηρωισμό και την κακία είναι η σύνδεση μεταξύ χαρακτήρων που είναι «τυφλοί στα προβλήματα των άλλων», όπως ο Χάμπερτ στη Λολίτα, και χαρακτήρων που μπορούν να δείξουν ενσυναίσθηση. «Ένα έργο μυθοπλασίας που θα απηχούσε περισσότερο τη ζωή μας στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν θα ήταν η Πρόσκληση σε αποκεφαλισμό του Ναμπόκοφ ή, ακόμα καλύτερα, η Λολίτα», λέει η συγγραφέας: όπως και ο πρωταγωνιστής στη Λολίτα, η νεοσύστατη ισλαμική κυβέρνηση στο Ιράν «επιβάλλει το δικό της όνειρο στην πραγματικότητά μας, μετατρέποντάς μας σε αποκυήματα της φαντασίας του». Η μικρή αυτή λογοτεχνική παρέα κατάγεται από διαφορετικά κοινωνικά υπόβαθρα: από κοπέλες με κοσμική αντίληψη της ζωής έως πιστές μουσουλμάνες που τηρούν τις θρησκευτικές τους υποχρεώσεις. Η συντηρητική Μαχσίντ χαρακτηρίζει την Ντέιζι Μπιουκάναν από τον Μεγάλο Γκάτσμπι ως ξεκάθαρα ανήθικη γυναίκα. Όπως παραπονιέται η ίδια, είναι πιστή μουσουλμάνα, αλλά εξοργίζεται όταν της επιβάλλουν τι να κάνει – πράγμα που κατ’ αυτήν ακυρώνει την ουσία της ταπεινότητας.
Η πλάνη και ο καταναγκασμός σε Ανατολή και Δύση
Στο μεταξύ, στην έξω πραγματικότητα, οι ισλαμικές ομάδες ηθικής πραγματοποιούν βίαιες επιδρομές, οι φονταμενταλιστές καταλαμβάνουν τα πανεπιστήμια, ο τρόμος απλώνεται στη χώρα και η κοινωνική ζωή μετατρέπεται σε καθημερινό μαρτύριο για τις γυναίκες. Αρχικά φορώντας τις μαντίλες και τα τσαντόρ τους και στερημένες από κάθε αυτοδιάθεση και πρωτοβουλία, αλλά σταδιακά αποκαλύπτοντας χρώματα, μπούκλες μαλλιών, σώματα και αυτονομία χαρακτήρων, οι επτά σπουδάστριες λογοτεχνίας βρίσκουν ένα προστατευμένο περιβάλλον για να εκδιπλώσουν τη δική τους ποιητική ανταρσία. Έχοντας ως αναφορά τις ηρωίδες των «απαγορευμένων» δυτικών βιβλίων, η Ναφίσι συνθέτει με πάθος και ποιητική ομορφιά ένα πολιτικό «κατηγορώ» για τη θέση της γυναίκας στο Ιράν, τα ζητήματα εγκλωβισμού, ενδοοικογενειακής και δημόσιας βίας (είναι σοκαριστική η αφήγηση του δημόσιου «ιατρικού ελέγχου παρθενίας» και ξυλοδαρμού της Σανάζ). Μέσα από τα απαγορευμένα ραντεβού και τις σελίδες των βιβλίων, οι επτά γυναίκες δεν θα ξαναβρούν απλώς τη φωνή τους. Θα φανταστούν εναλλακτικές ζωές. Θα ταυτιστούν, θα κρίνουν τον Ναμπόκοφ για την εσωτερικευμένη macho βία του βιβλίου του, θα διαπραγματευθούν τη δυναμική της ομαδικής αντίστασης, θα αναγνωρίσουν τη γυναικεία αυτονομία και το δικαίωμά τους στη φαντασία (ειδική αναφορά στο δικαίωμα στη φαντασία ως επιπλέον κεφαλαίου στον κατάλογο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων).
Η λογοτεχνία αναδεικνύεται σε πυρήνα ελευθερίας, προσωπικής και συλλογικής – χωρίς να είμαι βέβαιος πως οι συγκεκριμένες λογοτεχνικές παραπομπές όντως υπηρετούν το ζητούμενο. Το έργο πάντως είναι άκρως επίκαιρο, μιας και ζούμε εν μέσω πανδημίας θρησκευτικής μισαλλοδοξίας που απλώνεται από τη Μέση Ανατολή έως την Ινδία – και, το χειρότερο, έως και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στις ΗΠΑ, οι υποστηρικτές του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους παλεύουν σήμερα στα μετόπισθεν ενάντια στους ίδιους ακριβώς κύκλους στους οποίους πριν από δυο αιώνες είχαν αντισταθεί ο Τόμας Τζέφερσον και ο Μπέντζαμιν Φράνκλιν: στο σημερινό Τέξας τα δημόσια σχολεία μπορούν να επιλέξουν να προσλάβουν θρησκευτικούς λειτουργούς (chaplains) ή να αποδεχτούν θρησκευτικούς ηγέτες ως εθελοντές, προκειμένου να παρέχουν «υποστήριξη, υπηρεσίες και προγράμματα για τους μαθητές», όπως γράφει η Bridget Grumet στην εφημερίδα «Austin American Statesman».
Συνολική αποτίμηση της παράστασης
Είναι συγκλονιστική η αφήγηση για εκείνη τη συναυλία όπου καλλιτέχνες και κοινό απαγορεύεται να εκδηλώσουν το παραμικρό συναίσθημα, καθώς και το σημείο όπου η Ναφίσι επιλέγει να «εξαφανίσει» τη σωματική της υπόσταση: «Καθιέρωσα μια ιεροτελεστία προετοιμασίας για τη δημόσια εμφάνισή μου. Πρόσεχα να μην φορώ καθόλου μακιγιάζ. Τα περιγράμματα και οι γραμμές του σώματός μου χάνονταν καθώς φορούσα το μπλουζάκι και το φαρδύ μαύρο παντελόνι μου... και από πάνω τους τη μακριά μαύρη ρόμπα μου, καθώς και τη μαύρη μαντίλα που τυλιγόταν γύρω από τον λαιμό μου. Έψαχνα να βρω τα μέλη του σώματός μου». Η πλήρης εξαφάνιση του κορμιού, η εκμηδένιση της ατομικότητας, ο φασισμός στην πιο απτή του έκφανση.

Είναι, λοιπόν, το διάβασμα της Λολίτας στην Τεχεράνη ένα φιλολογικό τέιον; Είναι ένα «kettle drum», ένα κουτσομπολίστικο γυναικείο «kaffeeklatsch» όπου επί τάπητος τίθενται ανέμελα κάποια ζητήματα φεμινισμού; Ή μήπως πρόκειται για μιαν αληθινή πολιτιστική επανάσταση; Παρά το ακαδημαϊκό/διδακτικό ύφος του έργου, θα υποστήριζα ότι πρόκειται για έργο στρατευμένο που πρέπει να το δουν όλοι. Και για τον επιπλέον λόγο ότι η διασκευή της Ηρώς Μπέζου είναι δραστικότατη και η παράσταση της Μαρίας Ξανθοπουλίδου ενδιαφέρουσα, σφιχτοδεμένη και συγκινητική, με έξοχες ερμηνείες και εξαιρετικά φροντισμένη κίνηση (θα μου μείνουν αξέχαστες η αντικριστή χορογραφία πόλκας της ομάδας και ο περσικός χορός της Διονυσίας Μπαλαμώτη). Η Μαρία Καλλιμάνη, για μιαν ακόμα φορά, κρατά τα ηνία σε μια δύσκολη παράσταση, διατηρώντας ακέραια τη συγκίνηση που της εμπνέει το έργο, ανακινώντας κρυμμένες μας ευαισθησίες με τον τρόπο μιας ώριμης -αλλά και τρωτής- δασκάλας που κατορθώνει να ενορχηστρώσει μαεστρικά τη συνεύρεση επτά εξαιρετικών ηθοποιών με επτά αναγνωρίσιμες, ξεχωριστές ερμηνείες.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου και χορού.
1 Η Fatemeh Keshavarz, διευθύντρια του Κέντρου Roshan για Περσικές Σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Μέριλαντ και δημιουργός του «Windows on Iran», τιτλοφόρησε την ανάλυσή της για τον ιρανικό πολιτισμό «Γιασεμί και Αστέρια: Διαβάζοντας περισσότερα από τη Λολίτα στην Τεχεράνη», ως απάντηση σε αυτό που θεώρησε συστηματικό οριενταλισμό στο βιβλίο της Ναφίσι.
2 Άλλα έργα όπου αναφέρθηκε η Ναφίσι είναι: Τα ημερολόγια της Βαγδάτης της Nuha al-Radi, Ο τυφλός δολοφόνος της Margaret Atwood, η Έμμα και το Mansfield Park της Jane Austen, το More die of heartbreak του Saul Bellow, τα Ανεμοδαρμένα ύψη της Emily Brontë, η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων του Lewis Carroll, το Μέσα από τα μάτια ενός δυτικού του Joseph Conrad, τα Τέσσερα κουαρτέτα του T. S. Eliot, το Shamela and Tom Jones του Henry Fielding, η Μαντάμ Μποβαρί του Gustave Flaubert, το Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ, τα Ambassadors και Daisy Miller του Henry James, η Σωφρονιστική αποικία και η Δίκη του Κάφκα, το Confidence-Man του Herman Melville, το Pnin του Ναμπόκοφ, το Country of the pointed firs της Sarah Orne Jewett, το My uncle Napoleon του Iraj Pezeshkzad, το The language police της Diane Ravitch, το Net of dreams της Julie Salamon, το Persepolis της Marjane Satrapi, το Οι μετανάστες του W.G. Sebald, τα Stone diaries της Carol Shields, ο Engineer of human souls του Josef Skvorecky, τα Loitering with intent και The prime of Miss Jean Brodie της Muriel Spark, η Συνείδηση του Ζήνωνα του Ίταλο Σβέβο, το Address unknown της Katherine Kressman Taylor, το A summons to Memphis του Peter Taylor, το Χωκ Φιν του Μαρκ Τουαίν, τα Back when we were grownups και St. Maybe της Anne Tyler και η Θεία Χούλια και ο Γραφιάς του Μάριο Βάργκας Γιόσα.
Κείμενο: Αζάρ Ναφίσι
Διασκευή: Ηρώ Μπέζου
Δραματουργία: Έλενα Τριανταφυλλοπούλου
Σκηνοθέτης: Μαρία Ξανθοπουλίδου
Σκηνογραφία: Δημήτρης Μεράντζας
Κοστούμια: Χριστίνα Κάλμπαρη
Φωτισμοί: Ζωή Μολυβδά Φαμέλη
Μουσική: Λολεκ
Κίνηση: Μαριέλα Νέστορα
Ερμηνεύουν: Μαρία Καλλιμάνη, Δήμητρα Βήττα, Λήδα Κουτσοδασκάλου, Μπαλαμώτη, Ηλέκτρα Μπαρούτα, Ζωή Μυλωνά, Θάλεια Σταματέλου, Μαρία Πετεβή






















