
Για την παράσταση «Η δίκη», βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Φραντς Κάφκα (Franz Kafka), σε σκηνοθεσία Άρη Μπινιάρη, στο Θέατρο ARK.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Στο Θέατρο ARK είδα τη «Δίκη» του Φραντς Κάφκα στη δυναμική, ζοφερή σκηνοθεσία του Άρη Μπινιάρη. Το κλασικό αυτό κείμενο βάζει το ανυποψίαστο άτομο στα γρανάζια ενός συντριπτικού ενοχοποιητικού μηχανισμού που το συντρίβει. Η αυθαιρεσία και η αοριστία των εκπροσώπων του Νόμου ξεπερνά τα όρια της φάρσας και προσλαμβάνει ψυχαναλυτικές διαστάσεις. Ο Κάφκα είχε ζητήσει να καταστραφούν τα χειρόγραφα του μυθιστορήματος, αλλά ο φίλος του Μαξ Μπροντ δεν σεβάστηκε την επιθυμία του και τα έδωσε στη δημοσιότητα το 1925, θεωρώντας πως ο κεντρικός ήρωας της «Δίκης», ο τραπεζοϋπάλληλος Γιόζεφ Κ., είναι ένοχος για την ανικανότητά του να αγαπήσει. Με βάση το βιβλίο γυρίστηκαν δύο ταινίες: το 1962 από τον Όρσον Γουέλς με τον αγγλικό τίτλο «The trial» και πρωταγωνιστή τον Άντονι Πέρκινς και το 1993, με τον ίδιο τίτλο, από τον Ντέιβιντ Χιουζ, με πρωταγωνιστές τον Κάιλ ΜακΛάχλαν και τον Άντονι Χόπκινς.
Η απροσδιόριστη κατηγορία
Ο Γιόζεφ Κ. συλλαμβάνεται ένα πρωί στο κρεβάτι του για ένα έγκλημα που δεν γνωρίζει και προσκομίζεται με τις πιτζάμες σ’ έναν αχανή χώρο, στους δαιδαλώδεις διαδρόμους ενός κυβερνητικού κτηρίου, με δέκα καρέκλες/έδρανα κατανεμημένα στις δυο γωνίες, που υπαινίσσονται τον ανακριτικό μηχανισμό, με μια ομιχλώδη, ημι-αποκαλυπτική είσοδο στα αριστερά και με μια έξοδο («Exit») στο βάθος δεξιά που δεν λειτουργεί ως έξοδος, αλλά ως ψευδαίσθηση εξόδου.
Ο Αλέξης Βιδαλάκης ενσαρκώνει μια γκροτέσκα εκδοχή αυτής της πρώτης απαγγελίας μιας ασαφούς κατηγορίας. Το στήσιμο των προσώπων και η ιδιότυπη κινησιολογία τους αποκαλύπτει τη θαυμάσια χορογραφική δουλειά του Αλέξανδρου Σταυρόπουλου. Με κλιμακούμενη ένταση, η κίνηση είναι βακχική, επαναληπτική του ίδιου μοτίβου: ένας σπασμός από πάνω προς τα κάτω και μια κίνηση του χεριού προς την κοιλιακή χώρα που παραπέμπει σε χαρακίρι. Αυτή η παρωδία δικαστηρίου έχει στηθεί αποκλειστικά για να παρατηρεί τις αντιδράσεις του Γιόζεφ Κ., ο οποίος μάταια αναζητά να εκλογικεύσει την παράλογη συνθήκη και να κατανοήσει το αδίκημα για το οποίο προσάγεται. Η πρωινή παραβίαση της ιδιωτικότητάς του και η βίαιη προσκόμισή του, τα απανωτά αγγίγματα και η δεξιοτεχνική χρήση των κίτρινων γαντιών από τον Μπινιάρη, αποκαλύπτουν το ψυχαναλυτικό υπόβαθρο της λαγνείας για την ενοχή και την αυτοενοχοποίηση του ήρωα.

Οι διαδρομές της ενοχής είναι πολύ δαιδαλώδεις και ο απόλυτα ελεγχόμενος, σταδιακός μηχανισμός επιβολής της εξουσίας αποδίδεται θαυμάσια από αυτόν τον σκοτεινό, απρόσωπο χώρο (στο μυθιστόρημα του Κάφκα υπάρχουν διάδρομοι, κλιμακοστάσια, πατάρια και σοφίτες, ένα σκηνικό χαοτικών κτηριακών συγκροτημάτων εγκλεισμού): στην παράσταση του Μπινιάρη τα εμπόδια εγείρονται από τις ανθρώπινες παρουσίες, που εμφανίζονται άφυλες ή με υπερτονισμένο το φύλο, ενώ η βεβιασμένη κίνησή τους διατηρεί τα κατάλοιπα μιας ζωώδους καταγωγής. Δεν είναι τυχαίο ότι οι συγγενείς (με επικεφαλής τον Θείο) του Γιόζεφ Κ. εμφανίζονται ως εξαμβλώματα που φορούν αποτροπαϊκές μάσκες και χορεύουν αμέριμνοι γύρω από το γυμνό, εξευτελισμένο κορμί του, τυλίγοντάς το σε έναν αιματηρό μανδύα. Ο ταγγός, στάσιμος αέρας ενισχύει το αίσθημα της ασφυξίας κι επηρεάζει και την εκφορά του λόγου, που προσομοιάζει σταδιακά με κραυγή πληγωμένου αγριμιού. Αγκομαχητό και δυσφορία, απανωτές ταπεινώσεις και σταδιακός αποκλεισμός μιας πιθανής διεξόδου, αυτά είναι τα γνωρίσματα του ενοχικού ψυχισμού του Γιόζεφ Κ., τον εφιάλτη του οποίου υπηρετεί μέχρι τέλους ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, με συνέπεια, ευλυγισία και εξαιρετικό επαγγελματισμό.
Το πάσχον σώμα και η απογύμνωσή του
Υπάρχει έντονος απόηχος του «Σαλό» του Παζολίνι στην παράσταση του Μπινιάρη. Όλες οι γυναικείες μορφές του έργου είναι φιλήδονες. Επιπλέον, η σωματική επαφή αποκτά διαστάσεις πρωτόγονες και βασανιστικές εκεί όπου εμπλέκονται γυναίκες. Η Εβίτα Αγαΐτση και η Αγγελική Δεληθανάση ενσαρκώνουν τις δύο γυναικείες παρουσίες: η πρώτη είναι απόλυτα παραπλανητική και ευνουχιστική, η δε προσέγγισή της λειτουργεί ως απειλή. Το σέξυ ντύσιμο της Ηλένιας Δουλαδίρη μεταμορφώνει τις γυναίκες σε κυνηγούς που συλλαμβάνουν σαν αράχνες το θήραμά τους, ενώ διατηρούν αμφιλεγόμενη σχέση με την εξουσία. Ένας διαρκής οργασμός διαπνέει ακόμη και την παραμικρή τους κίνηση.

Την πιο ακραία μορφή σαδομαζοχιστικής υποταγής αναδεικνύει ο μαστιγωτής (εκπληκτικός ο Σωτήρης Τσακομίδης σ’ αυτόν τον ρόλο), θύματα του οποίου είναι δυο κατώτεροι φύλακες που πρέπει να μείνουν γυμνοί και να μαστιγωθούν ανελέητα. Ο Βασίλης Καζής και ο Ιωάννης Μπάστας ενσαρκώνουν πολύ σωματικά τους ρόλους των δύο υποψήφιων βασανιζόμενων, που μετακυλίουν την ποινή τους έντεχνα στον Γιόζεφ Κ. Το εύρημα με τα λευκά εσώρουχα που φοριούνται το ένα πάνω απ’ το άλλο επιστρατεύεται στην ολοκλήρωση του εξευτελισμού. Όλη η χορεία των προσώπων που συναντούν τον κατηγορούμενο αποτελείται από παραληρούσες, ερμαφρόδιτες, απροσανατόλιστες ως προς την κίνηση μορφές που φέρουν κάποιο γλίσχρο μέρισμα εξουσίας και λογομαχούν, ερίζουν, προκαλούν, επιτίθενται και υποχωρούν, παραμένουν όμως αμετανόητα σωματικές. Εντυπωσιακή η κίνηση των μελών του θιάσου, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζει ο επαγγελματισμός του Νικόλα Χατζηβασιλειάδη. Σε αγαστή συνεργασία με τον χορογράφο, ο Μπινιάρης υπογραμμίζει τη σωματική διάσταση του βιώματος της εξουσίας: η σύνθλιψη της ανθρώπινης ελευθερίας προκύπτει σχεδόν κατά κανόνα από τη σύνθλιψη της σεξουαλικότητας του ανθρώπου.
Η κλιμάκωση της παράνοιας
Η παράνοια κορυφώνεται με τη σταδιακή συνάντηση του Γιόζεφ Κ. με τους εκπροσώπους των διαφορετικών θεσμικών εκφάνσεων της εξουσίας. Πρώτος είναι ο δικηγόρος που αναλαμβάνει την υπόθεσή του: ο Σωτήρης Τσακομίδης ερμηνεύει τον ρόλο του δήθεν παραστάτη και συμβούλου, που κατ’ ουσίαν παραμένει σκιώδης και δεν προτίθεται να παράσχει την παραμικρή αρωγή στον κατηγορούμενο. Αντιθέτως, η παρουσία του δικηγόρου εντείνει το αίσθημα χειραγώγησης και απειλής, καθώς τα ορθολογικά ερωτήματα του κατηγορούμενου μένουν αναπάντητα. Ο δικηγόρος είναι φερέφωνο της αόρατης Εξουσίας, με αποτέλεσμα να μετατραπεί και ο Γιόζεφ Κ. σε ενεργούμενό της. Δεύτερη κατά σειρά παρουσία είναι ο ζωγράφος Τιτορέλι, που αναλαμβάνει πορτραίτα κατώτατων δικαστών. Ο Θανάσης Ισιδώρου ενσαρκώνει τον ρόλο με τη δέουσα θηλυπρέπεια και αποδίδει με σουρεαλιστικό χιούμορ την παντελή αδιαφορία της κατευθυνόμενης τέχνης απέναντι στα βάσανα των ανθρώπων. Τον ζωγράφο συνοδεύει μια άσεμνη ανήλικη γυναίκα/κουνελάκι, επιτείνοντας το κλίμα ηθικής διαφθοράς με το οποίο ο «καλλιτέχνης» περιβάλλει το προσωπικό δράμα του ήρωα. Ο αποπνικτικός χώρος παίρνει λιποθυμικές διαστάσεις καθώς ο ζωγράφος συνθλίβει κάθε ελπίδα, στριμώχνοντας τον ήρωα πάνω στα έδρανα του νόμου.

Η τρίτη, ιδιαίτερα εντυπωσιακή είσοδος είναι αυτή του βοηθού ιερέα των φυλακών, που θραύει το σκοτάδι με την ψηλόλιγνη εμφάνιση του Κωνσταντίνου Μαγκλάρα μέσα από μια δέσμη φωτός. Ο ιερέας ξεκινά με τη φράση «πλανάσαι ως προς το δικαστήριο», που οδηγεί στη βεβαιότητα ότι ο Γιόζεφ Κ. πλανάται και ως προς τη φύση της ίδιας του της ύπαρξης. Η γνωστή σταδιακή εξύφανση του αυταρχισμού που απασχολεί τον Μπινιάρη εδώ, συμπίπτει με την τόσο πολυσυζητημένη αλληγορία της πύλης του Νόμου και της απαγορευτικής για τον απλό άνθρωπο φύσης της Δικαιοσύνης.
Γενική αποτίμηση της παράστασης
Με τον επιβαλλόμενο εξευτελισμό και με τη φαντασίωση του βασανισμού να παλινδρομεί ανάμεσα στην οδύνη και την ηδονή, ο συγγραφέας αποδίδει με ιερόσυλο τρόπο τόσο τη συμπεριφορά, όσο και την περιβολή των μελών αυτού του μηχανισμού. Δεν πρόκειται, βεβαίως, για παρανοϊκό ιδεασμό, αλλά για σκόπιμη καταγγελία: μια συμμορία από διεφθαρμένα τέρατα καθορίζει την τύχη μας. Ο υπαρξιακός κλωβός όπου παγιδεύεται ο ήρωας αποδίδεται σκηνογραφικά με πολύ αφαιρετικό τρόπο, ενώ μια δέσμη μυστηριακού φωτός δημιουργεί την εξπρεσιονιστική, υποβλητική σκίαση που επιθυμεί ο Άρης Μπινιάρης: περίκλειστο δωμάτιο και τεράστιες σκιές, στροβοσκοπικοί φωτισμοί και ομίχλη συμβάλλουν στη δημιουργία απόλυτα αινιγματικής ατμόσφαιρας, μιας τελετουργίας που προεκτείνει τον σκηνικό προβληματισμό του Μπινιάρη σε σφαίρες υπαρξιακές.
Η φραστική και σωματική βία, σε συνδυασμό με την ασφυκτική ατμόσφαιρα, τα αγγίγματα και τα χτυπήματα, η κεκλεισμένων των θυρών ετυμηγορία που δεν έχει αντικείμενο, η απειλή της δια παντός εξαφάνισης από τον κοινωνικό στίβο, αλλά και η γυμνότητα του σώματος του κατηγορούμενου και ο δημόσιος διασυρμός του, όλα λειτουργούν στη διαμόρφωση ενός ροκ μικροσύμπαντος. Η εκπληκτική μουσική του Τζεφ Βάγγερ κλιμακώνεται σε πυρετώδη ανωφέρεια καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης, διατηρώντας ένα σταθερό beat σαν καρδιογράφημα, από την αρχή ως το τέλος. Το χορευτικό μοτίβο λειτουργεί δίκην διονυσιακού θιάσου (υπάρχουν, εδώ, ψήγματα και από τις «Βάκχες» του Μπινιάρη), που περιβάλλει τον ήρωα σαν κλοιός, τον ενσωματώνει και κατόπιν τον αποβάλλει, εξουθενωμένο. Ο Γιόζεφ Κ. θα αποχωρήσει από αυτόν τον επίγειο εφιάλτη δολοφονημένος «σαν το σκυλί», αφήνοντας την επίγευση του αδιεξόδου που κατορθώνει να φιλοτεχνήσει δεξιοτεχνικά ο σκηνοθέτης.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Μετάφραση: Γιάννης Βαλούρδος
Διασκευή - Σκηνοθεσία - Σχεδιασμός Σκηνικού: Άρης Μπινιάρης
Δραματουργία: Σοφία Ευτυχιάδου
Μουσική σύνθεση: Τζεφ Βάγγερ
Κοστούμια: Ηλένια Δουλαδίρη
Κίνηση- Χορογραφία: Αλέξανδρος Σταυρόπουλος
Σχεδιασμός φωτισμών:Στέφανος Δρουσιώτης
Αρχιτεκτονικά σχέδια, μελέτη και εφαρμογή σκηνικού: Αγγελίνα Παπαχατζάκη
Σχεδιασμός ήχου: Νικόλας Καζάζης
Σχεδιασμός κομμώσεων: Θωμάς Γαλαζούλας
Σχεδιασμός μακιγιάζ: Olga Faleichyk
Βοηθός Σκηνοθέτη: Gelly Pedefu
Βοηθός Ενδυματολόγου: Ιωάννα Καλαβρού
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή
Promo artwork - βίντεο: Θωμάς Παλυβός
Επικοινωνία- Γραφείο τύπου: Μαρία Τσολάκη
Social Media– Διαφήμιση: Renegade Media, Βασίλης Ζαρκαδούλας
Διεύθυνση Παραγωγής: Έφη Πανουργιά
Παραγωγή: ΤΕΧΝΗΧΩΡΟΣ
Παίζουν (με αλφαβητική σειρά) :
Εβίτα Αγαΐτση, Αλέξης Βιδαλάκης, Αγγελική Δεληθανάση, Θανάσης Ισιδώρου, Βασίλης Καζής, Κωνσταντίνος Μαγκλάρας, Κλέαρχος Παπαγεωργίου, Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, Σωτήρης Τσακομίδης, Νικόλας Χατζηβασιλειάδης






















