
Για τη συλλογή διηγημάτων του Γιάννη Καρκανέβατου «Ο Τζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι» (εκδ. Εστία). Εικόνα: Από την ταινία «Πάτερσον» (2016) του Τζιμ Τζάρμους.
Γράφει η Ιωάννα Φωτοπούλου
Μια φωτιά στο Καλαμίτσι γίνεται ο καταλύτης που θα επισπεύσει την αυτοσυνειδησία της ζωής μιας γυναίκας που αναγκάζεται να αφήσει το σπίτι της και όλα όσα μαρτυρούν την ιστορία της, διασώζοντας μόνο ένα αντίτυπο της ποιητικής συλλογής του εκλιπόντα συζύγου της κι ένα κλαράκι γιασεμί. Μια παραμυθιακή αφήγηση για έναν αδερφό που έχασε το «ρ» όταν γεννήθηκε το αδερφάκι του και μια διαρροή νερού σ’ ένα διαμέρισμα του Παρισιού συνθέτουν μια ευφάνταστη αντιστροφή της ιστορίας του Κάιν με τον Άβελ με επίκεντρο τη σχέση δύο αδερφών: ενός καλλιτέχνη και του πρωτότοκου, που επωμίζεται τη φροντίδα της πατρικής περιουσίας. Μια βόλτα στον Εμπορειό και η φωτογραφία μιας κοπέλας πάνω σ’ ένα τραπέζι επαναφέρουν στη μνήμη μια παλιά σχέση μ’ έναν τρόπο επινοημένα δραματικό έτσι ώστε να δικαιολογεί την αφήγησή της πλάι στην πραγματικά δραματική ιστορία της φωτογραφίας.
Μια γυάλινη σφαίρα με τη μικρογραφία του χιονισμένου Πύργου του Άιφελ οδηγεί σε μια σπαρταριστή αφήγηση που εκκινεί από την αναζήτηση σπιτιού στο ταξικά διαμορφωμένο τοπιογραφικά Παρίσι -θυμίζοντας την ελληνική πραγματικότητα μετά την έλευση του Airbnb-, για να στοχαστεί τελικά ο συγγραφέας, μέσω του πρωτοπρόσωπου αφηγητή του, όχι πάνω στα σπίτια αλλά στους ανθρώπους. Ένας άστεγος στην είσοδο μιας πολυκατοικίας αποκαλύπτει τη διαφορά στο αξιακό σύστημα ενός ζευγαριού που συνυπάρχει συμβατικά, περιμένοντας να περάσουν τα χρόνια μέχρι να ενηλικιωθεί το παιδί τους ώστε να χωρίσουν. 'Ενας νεαρός κλέφτης πυροδοτεί σε μια ηλικιωμένη γυναίκα μια φαινομενικά ακατανόητη ανησυχία για τον στραβό δρόμο που έχει πάρει καθώς βλέπει σε αυτόν τις δικές της λανθασμένες επιλογές.
Ο συγγραφέας σε κάθε ιστορία αρπάζει τον αναγνώστη, μπαίνοντας κατευθείαν στο θέμα χωρίς περιττές εισαγωγές, και στη συνέχεια κινείται με άνεση από το παρόν στο παρελθόν και από το ένα πρόσωπο στο άλλο
Ένας υπάλληλος σε μια εταιρεία Τεχνολογίας στο Παρίσι φαντασιώνεται την παραίτησή του. Μια τηλεφωνήτρια, που δεν θέλει να διακόπτονται τα όνειρά της, πιάνει δουλειά σε ένα κέντρο εξυπηρέτησης κωφών, συνεχίζοντας τελικά να ονειρεύεται ξύπνια με τις φαντασιώσεις της και πάλι να διακόπτονται βίαια. Μια συγκινητική ιστορία στρατού. Ένα ιδιαίτερο μνημόσυνο στον πατέρα κι ένα πρωτότυπο δώρο στη μητέρα ερχόμενο από το μακρινό μέλλον που θυμίζει σενάριο επιστημονικής φαντασίας και το μάλλον αυτοβιογραφικό μεταμυθοπλαστικό διήγημα «Η μέρα που κατάλαβα» στον επίλογο, όπου ο αφηγητής επαναλαμβάνοντας τη φράση «η μέρα που κατάλαβα ότι θέλω να γίνω συγγραφέας» περιδιαβαίνει στις αναμνήσεις που κίνησαν τη συγγραφική του πένα. Δώδεκα διαφορετικές ιστορίες συνθέτουν τη συλλογή διηγημάτων του Γιάννη Καρκανεβάτου Ο Τζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Εστία, τέσσερα χρόνια μετά το πρώτο του βιβλίο, Ο πατέρας δεν μιλούσε γι’ αυτά, από τις ίδιες εκδόσεις.
Όλα αυτά τα φαινομενικά ασύνδετα διηγήματα έχουν κάτι κοινό: ο συγγραφέας τους, μέσα από μια ποικιλία αφηγηματικών σχημάτων και εκφραστικών τρόπων, παρατηρεί στενά τους ανθρώπους και μέσα από αυτούς επιδιώκει να καταλάβει κάτι για τον εαυτό του και τον κόσμο. Η φωνή του είναι παρούσα μέσα στο κείμενο, είτε μέσω της απεύθυνσης στον αναγνώστη -και όχι μόνο, αφού στο διήγημα «Τα ζώα δεν σκέφτονται το μέλλον» απευθύνεται μέχρι και στον Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ, παραπέμποντας διακειμενικά στο Χρονοκαταφύγιο-, είτε μέσω των ρητορικών ερωτημάτων που θέτει: «Θεωρείται κλεψιά να σου αφαιρέσουν κάτι που την ύπαρξή του αγνοείς κι εσύ ο ίδιος;» ή αλλού: «Ποιος είναι ο κατάλληλος χρόνος για μια συγγνώμη;» κι αλήθεια «πού πάνε τα όνειρα όταν διακόπτονται βίαια και αναίτια;».
Ερωτήματα που καλούν διαρκώς τον αναγνώστη να σταθεί και να στοχαστεί πάνω σε όσα ενδεχομένως προβληματίζουν και τον ίδιο τον συγγραφέα. Η αφήγηση χαρακτηρίζεται από έντονη προφορικότητα και διαθέτει κάτι από την ευαισθησία και την κυκλική ροή αυτού που η Ελέν Σιξού ονόμαζε «γυναικείο τρόπο γραφής», μιας γραφής που εκπορεύεται απευθείας από το ασυνείδητο. Κάθε σκέψη οδηγεί αβίαστα στην επόμενη ακολουθώντας μια συνειρμική αλληλουχία και συνήθως τα διηγήματα κλείνουν απροσδόκητα, συχνά μ’ ένα κυκλικό τέλος ή με έναν ιδιαίτερα ευφάνταστο τρόπο, όπως στην περίπτωση του διηγήματος που φέρει και τον τίτλο της συλλογής.
Ευρηματική αφηγηματική τεχνική
Ο συγγραφέας σε κάθε ιστορία αρπάζει τον αναγνώστη, μπαίνοντας κατευθείαν στο θέμα χωρίς περιττές εισαγωγές, και στη συνέχεια κινείται με άνεση από το παρόν στο παρελθόν και από το ένα πρόσωπο στο άλλο, συνδυάζοντας πολλές φορές δύο ιστορίες, οι οποίες κινούνται γύρω από έναν κοινό θεματικό άξονα και τελικά συνδέονται, διαπλέκοντας πάρα πολλά στοιχεία -παραμυθιακή αφήγηση, ερμηνευμένο όνειρο, ροή συνείδησης-, κι ωστόσο, σε μια σύνθετη αφήγηση που θέλει συνεχώς τον αναγνώστη πλάι της, ο συγγραφέας στέκεται αντίστοιχα κι εκείνος κοντά του χωρίς ποτέ να τον εγκαταλείπει μπερδεμένο. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου που αφηγείται ο Καρκανεβάτος συναντάμε στο διήγημα «Η πρόσκληση», όπου ο συγγραφέας ξεκινώντας να αφηγείται την ιστορία μιας φωτογραφίας που βλέπει καθώς περνά από μια ανοιχτή πόρτα, περνάει στην ανάμνηση ενός νιόπαντρου ζευγαριού στο Κάιρο που θέλησε να το φωτογραφίσουν κάποιοι άγνωστοι περαστικοί, χωρίς όμως ποτέ να ενδιαφερθεί να πάρει με κάποιον τρόπο αυτές τις φωτογραφίες, για να μιλήσει τελικά για την απώλεια.
Η αδυναμία να ερμηνεύσει κανείς τα σημάδια, παρόλο που βρίσκονται εκεί, αλλά και η δυσκολία να δει τα τυφλά του σημεία σε κάποιες περιπτώσεις, υπογραμμίζονται από την πλευρά του συγγραφέα με ένα χαρακτηριστικό χιούμορ και μια λεπταίσθητη ειρωνία.
Πίσω όμως από την ευρηματική αφηγηματική τεχνική διακρίνεται ένα εξίσου συνεκτικό πλέγμα θεμάτων και υπαρξιακών προβληματισμών που διατρέχουν τη συλλογή, φωτίζοντας τα ζητήματα που απασχολούν μ’ έναν ενδεχομένως πυρηνικό τρόπο τον συγγραφέα. Η αίσθηση της ξενότητας και το άγχος που βιώνει κάποιος που προσπαθεί να στεριώσει σε μια ξένη πόλη -εν προκειμένω, στο Παρίσι, το οποίο συναντάμε σε αρκετά διηγήματα-, η έλλειψη της γονεϊκής αγάπης που δίνεται μοιρασμένη, η οποία όμως ταυτοχρόνως γίνεται ασφυκτική, καθώς και η προβληματική για το πώς μοιράζεται η αγάπη γενικότερα, αλλά και μια διαρκώς παρούσα αίσθηση ότι κάτι διαφεύγει, επανέρχονται συχνά με διαφορετικό τρόπο από διήγημα σε διήγημα.
• Διαβάστε επίσης: «Ο Τζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι» του Γιάννη Καρκανέβατου – Ένα καλό χέρι μας οδηγεί
Η αδυναμία να ερμηνεύσει κανείς τα σημάδια, παρόλο που βρίσκονται εκεί, αλλά και η δυσκολία να δει τα τυφλά του σημεία σε κάποιες περιπτώσεις, υπογραμμίζονται από την πλευρά του συγγραφέα με ένα χαρακτηριστικό χιούμορ και μια λεπταίσθητη ειρωνία. Τα διηγήματα δεν είναι περίκλειστα, υπάρχει μια αμφίδρομη σχέση με τους άλλους, η οποία δείχνει την ανοιχτότητα του συγγραφέα, την αγάπη του για τους ανθρώπους και την περιπλάνησή του μες στην κοινωνία, την οποία δεν παραλείπει να σχολιάζει: οι άστεγοι απ’ τη μία πλευρά και οι νοικοκυραίοι απ’ την άλλη, αυτοί που βλέπουν αλλά δεν μιλούν, οι άνθρωποι που αντί να ζουν, αποταμιεύουν χρήματα για βιωματικές εμπειρίες, η πίεση να αποτελείς μέρος ενός συνόλου και η ευαλωτότητα που δημιουργεί η διαφορετικότητα. Τα περισσότερα διηγήματα αποπνέουν την αίσθηση του αναπόδραστου, μια δυσκολία η οποία εδράζεται στους ήρωες και τους αποτρέπει από το να αναλάβουν δράση, τουλάχιστον όχι πριν συμβεί κάτι καταστροφικό όπως για παράδειγμα ένας θάνατος ή μια πυρκαγιά ή ένας βίαιος εξαναγκασμός που οδηγεί στο να λυθεί κάποιο ζήτημα, όπως στην περίπτωση της διαρροής στο ομώνυμο διήγημα. Γι’ αυτό συχνά οι ήρωες καταφεύγουν στην ονειροπόληση και τη φαντασίωση. Δεν είναι τυχαίο το κλειστό μεταλλικό κουτί μ’ ένα μικρό γλυπτό στο κέντρο του, εξοπλισμένο μ’ ένα σύστημα αυτοκαταστροφής, το οποίο δημιουργεί ο καλλιτέχνης στο διήγημα «Διαρροή».
Συνοψίζοντας, θα λέγαμε ότι η δεύτερη συγγραφική δουλειά του Καρκανεβάτου αποτελεί μια απολαυστική συλλογή διηγημάτων που συνδυάζει την ενδοσκόπηση με μια ευαίσθητη ανθρωπολογική παρατήρηση. Με γλώσσα καθημερινή και ρέουσα αφηγείται με τρόπο πρωτότυπο ιστορίες κοινές, επιδεικνύοντας αβίαστη αφηγηματική ικανότητα και μέσα από την τεχνικά άρτια χρήση μιας πληθώρας αφηγηματικών τρόπων, οι οποίοι λειτουργούν ως όχημα της αφήγησης και όχι ως στείρα επίδειξη τεχνικής δεξιοτεχνίας, καταφέρνει να συνδυάσει την αισθητική απόλαυση με ιστορίες που συνομιλούν ουσιαστικά με τον αναγνώστη και συγκινούν, αφήνοντας μια γλυκόπικρη αίσθηση.
*Η ΙΩΑΝΝΑ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ είναι εκπαιδευτικός, κάτοχος Μεταπτυχιακού στη Δημιουργική Γραφή.
Απόσπασμα από το βιβλίο
Το Παρίσι στο χέρι μου είναι πάλι χιονισμένο. Θυμάμαι το παιχνίδι που παίζαμε έφηβοι, βάζαμε στο μυαλό μας ένα πρόσωπο, το γράφαμε σ’ ένα χαρτί να αποφύγουμε ζαβολιές της τελευταίας στιγμής και η παρέα προσπαθούσε να το μαντέψει με ερωτήσεις του τύπου Αν ήταν μουσικό όργανο, ποιο όργανο θα ήταν; Ή Αν ήταν δρόμος, τι δρόμος θα ήταν; Σ’ αυτό το παιχνίδι ο Λευτέρης βγήκε έξω κι εμείς σε δείξαμε. Μπαίνοντας με ρώτησε: «Κι αν ήταν πουλί, τι πουλί θα ήταν;» Εγώ ερωτευμένος και αυθόρμητος απάντησα: «Πιγκουίνος!». Εσύ απόρησες, ενώ η Μαρία αναρωτιόταν φωναχτά: «Καλά, είναι πουλί ο πιγκουίνος;» Για να προσθέσω: «Αυτοκρατορικός, το πιο όμορφο πλάσμα της φύσης, που είναι πάντα εκεί». Τότε δεν γνώριζα πόσο διαρκεί το πάντα ή πού βρίσκεται το εκεί. Ο Λευτέρης συνέχισε τις ερωτήσεις στους άλλους προσπαθώντας να σε αποκαλύψει. Όταν σε βρήκε γύρισε στον Νίκο και σχολίασε: «Εντυπωσιακή η γνώμη που έχει ο άλλος για την κοπέλα του». Κι ο άλλος ήμουν εγώ και το σχόλιο ενόχλησε. Καταλάβαινα πως κάτι δεν κολλούσε, δεν μπορούσα όμως να εντοπίσω αν οφειλόταν στο τρίτο πρόσωπο -ήμουν εκεί, μπροστά του- ή σε κάτι άλλο. Το ίδιο βράδυ θα παραδεχόσουν πως είχες πηδηχτεί με τον Λευτέρη πριν από κάποιες μέρες. Κι εγώ επέμενα να μάθω το γιατί, λες και τέτοιες ενέργειες επιδέχονται εξήγηση.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
O Γιάννης Καρκανέβατος γεννήθηκε το 1966 στις Σέρρες. Σπούδασε ηλεκτρολόγος μηχανικός στο ΕΜΠ και σκηνοθεσία στη Σχολή Σταυράκου. Εργάστηκε πολλά χρόνια στο εξωτερικό.

To πρώτο του βιβλίο Ο πατέρας δεν μιλούσε γι’ αυτά (εκδ. Εστία, 2022), ήταν υποψήφιο για το Κρατικό Βραβείο (2023), για το Βραβείο «Μένη Κουμανταρέα» για πρωτοεμφανιζόμενο πεζογράφο της Εταιρείας Συγγραφέων (2022), καθώς επίσης και για τα βραβεία των περιοδικών: O Αναγνώστης, Κλεψύδρα και (δε)κατα (The Athens Prize for Literature). Η συλλογή διηγημάτων Ο Τζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι είναι το δεύτερο βιβλίο του.























