
Για το μυθιστόρημα του Ουίλιαμ Φόκνερ «Ένας μύθος» (μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Gutenberg). Εικόνα: Πίνακας του Ότο Ντιξ.
Γράφει ο Φώτης Καραμπεσίνης
Με τι μέτρα κρίνεται ένας σύγχρονος συγγραφέας που έχει εκδώσει ένα ή περισσότερα βιβλία έχοντας την αποδοχή κοινού και κριτικής και με ποια ο λεγόμενος κλασικός συγγραφέας που έχει αποχωρήσει από το προσκήνιο αφήνοντας πίσω του ισχυρή πνευματική παρακαταθήκη; Ο πρώτος ζει το, κατά Μπλουμ, «άγχος της επίδρασης» απέναντι στους μεγάλους προδρόμους του, όσο ο δεύτερος έχει να δώσει έναν ακόμα δυσκολότερο αγώνα, ενάντια στον χρόνο.
Η ίδια αγωνία μεταφέρεται όμως αυτούσια στον κριτικό των έργων τους. Στην πρώτη περίπτωση πασχίζει να τοποθετήσει τον σύγχρονο συγγραφέα στη μακρά αλυσίδα της παράδοσης, ενώ στη δεύτερη να μεταφέρει στο παρόν τον πρόγονο, αγωνιζόμενος κι εκείνος ενάντια στον χρόνο που έχει επιδαψιλεύσει στην κριτική θεώρηση πολλαπλά ερμηνευτικά στρώματα και κρίσεις επί του ύφους και της αξίας. Συν τοις άλλοις, οφείλει να εντάξει το συγκεκριμένο έργο στο corpus του συγγραφέα, εκφέροντας κρίση συγκρίνοντας. Έχοντας αυτά υπόψη, το βιβλίο του Ουίλιαμ Φόκνερ με τίτλο Ένας μύθος (για πρώτη φορά στα ελληνικά, σε εξαιρετική μετάφραση της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου), αποτελεί πρόκληση για αναγνώστες και κριτικούς σε πολλαπλά επίπεδα, όπως θα επιχειρήσω να δείξω στη συνέχεια.
Το έργο
Η ιστορία ξετυλίγεται στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο στη Γαλλία, όπου εν μέσω της γενικευμένης σφαγής ένα σύνταγμα αρνείται να πολεμήσει, υπό την ηγεσία ενός Δεκανέα και των 12 συμπολεμιστών του. Η ιερόσυλη πράξη θα κινητοποιήσει τον στρατιωτικό μηχανισμό και ο Στρατάρχης, ο οποίος υπερασπίζεται την ίδια την ιδέα και την αναγκαιότητα του πολέμου, αλλά την ίδια στιγμή είναι και πατέρας του προδότη (συμβολικά ο αιμοχαρής κι αδέκαστος Θεός της Παλαιάς Διαθήκης που θυσιάζει τον μονογενή υιό), ομού με τους επιτελείς του, θα αναλάβουν την καταστολή. Ο Πατέρας θα επιχειρήσει αρχικά να σώσει τον γιό του, ζητώντας του όμως να απαρνηθεί τους συντρόφους του, αποτυγχάνοντας.
Το βιβλίο ξεκινάει ενώ έχουν ήδη λάβει χώρα τα γεγονότα της «προδοσίας», οπότε κάνουν την εμφάνισή τους σταδιακά οι πρωταγωνιστές και οι κομπάρσοι της παράστασης, με τον συγγραφέα να επιδίδεται σε χρονικά άλματα, αλλά και να μεταπηδά μεταξύ των προσωπικών ιστοριών, αναγκάζοντας τον αναγνώστη να παρακολουθεί ασθμαίνοντας την εξέλιξη του μύθου – μύθου που διανθίζεται με την παραδοσιακή αφηγηματική οπτική του συγγραφέα, ο οποίος παρατηρεί και καταγράφει στρέφοντας τον φακό του στο ταπεινό, ώστε να επιτρέψει στο μείζον να αναδειχτεί, όπως θα δούμε στη συνέχεια.
Στα αρχικά και τα ενδιάμεσα κεφάλαια θα συναντήσουμε τον Αγγελιοφόρο, τον Αμερικανό ιεροκήρυκα, τον νεαρό αεροπόρο, τον προδότη-Ιούδα, τις αδερφές του Δεκανέα και την πόρνη σύζυγό του, αλλά και τους επιτελάρχες στρατηγούς. Το καθένα από αυτά τα πρόσωπα παρεμβάλει την ιστορία του, συμβάλλοντας στο παλίμψηστο της αφήγησης. Δεν πρόκειται βεβαίως να αναφερθώ εδώ στο πώς συνεισφέρει ο καθένας, ούτε στην αλληγορική αξία τους, για λόγους χώρου. Εκείνο που έχει σημασία είναι να τονίσω ότι ο συγγραφέας απλώνει σε έκταση τις ιστορίες τους, μολονότι δεν χρησιμοποιεί την κλασική τακτική του ψυχογραφήματος, όπως σε άλλα βιβλία του μέσω του εσωτερικού μονολόγου, για παράδειγμα. Στο Ένας μύθος εστιάζει στην αλληγορική τους διάσταση, κάτι που πιθανώς να προκαλέσει απορία και πιθανόν αμφίθυμη αντίδραση στον αναγνώστη (θα εξηγήσω στο δεύτερο μέρος της κριτικής πώς λειτουργεί η τεχνική αυτή στο συγκεκριμένο έργο).
Όλα δηλώνουν ότι ο Πόλεμος νίκησε (κι αν τελείωσε προσωρινά, γνωρίζουμε ότι θα επαναληφθεί σύντομα), καθώς το Ιερατείο του θάβει με τιμές εκείνους που κέρδισαν νίκες με το αίμα των άλλων.
Κι αν προς το μέσο του βιβλίου δοκιμάζεται ελαφρώς η υπομονή του αναγνώστη εξαιτίας της ηθελημένης σύγχυσης, φτάνοντας στα δύο τελευταία κεφάλαια, το φοκνερικό μεγαθήριο υπενθυμίζει τι σημαίνει λογοτεχνία. Στο «Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακή» η θυσία του Δεκανέα λαμβάνει χώρα ως όφειλε, με το αγκαθωτό συρματόπλεγμα να τυλίγεται συμβολικά γύρω από το κεφάλι και την οικογένειά του να τον παραλαμβάνει για ταφή στο κτήμα τους, πριν να ακολουθήσει βομβαρδισμός και η εξαφάνιση του πτώματος – ξανά ως όφειλε. Στο έσχατο και αριστουργηματικό κεφάλαιο με τίτλο «Αύριο» θα εμφανιστεί εκ νέου ένας αντιηρωικός θίασος 12 ατόμων που υπό την αρχηγία ενός λοχία θα αναλάβει τη μεταφορά ενός πτώματος στο Παρίσι. Ακολουθεί η αναζήτηση του κατάλληλου νεκρού, του εκπροσώπου όλων των άδικα σκοτωμένων νεκρών (δίκαιοι πόλεμοι δεν υπάρχουν κι όλοι οι νεκροί έχουν φονευθεί από αδελφικά χέρια). Εκείνος που θα τοποθετηθεί στο φέρετρο θα είναι ένα απρόσωπο πτώμα αφού το πρόσωπό του έχει όντως καταστραφεί – για όλους, εκτός από τη μάνα (αρχετυπική φιγούρα) όπου θα αναγνωρίσει σ’ αυτή τη μάζα τον μονάκριβό γιο της, μιας και κάθε νεκρός είναι ο γιος μιας μάνας. Η γυναίκα θα πάρει μαζί της το σώμα να το θρηνήσει και να το θάψει, αφήνοντας ξανά το φέρετρο κενό να αναζητά τον ήρωα, αλλά όχι τον άνθρωπο, ο οποίος με τη μορφή του Δεκανέα αρνήθηκε να συνεχίσει να σκοτώνει διαιωνίζοντας το παιχνίδι του πολέμου.
Ο ασταμάτητος, αιματοβαμμένος βηματισμός της ιστορίας
Η τελική σκηνή, κάποια χρόνια μετά στο Παρίσι, θα λάβει χώρα στην κηδεία του Στρατάρχη, ο οποίος ταυτόχρονα είναι κι ο πατέρας του Δεκανέα, ο οποίος διέταξε και την εκτέλεσή του. Όλα δηλώνουν ότι ο Πόλεμος νίκησε (κι αν τελείωσε προσωρινά, γνωρίζουμε ότι θα επαναληφθεί σύντομα), καθώς το Ιερατείο του θάβει με τιμές εκείνους που κέρδισαν νίκες με το αίμα των άλλων. Την παράσταση θα χαλάσει ο Άγγλος Αγγελιοφόρος, ο καθημαγμένος άντρας με τις πατερίτσες, ο παρασημοφορημένος στρατιώτης που θα πετάξει το παράσημό του -την αναμνηστική επιβράβευση για τους ικανότερους δολοφόνους- και το πλήθος, τα μελλοντικά θύματα του Πολέμου, θα πέσουν επάνω του, αφού εκείνος που λοιδορεί τη συλλογική γιορτή του αίματος και του μίσους, δείχνει με τον πλέον ωμό τρόπο πόσο άσκοπη είναι η ανθρωποθυσία. Θα τον διασώσουν οι φρουροί της τελετής από τον θάνατο, ενώ στις καταληκτικές παραγράφους θα εμφανιστεί ένας μεγαλόσωμος άντρας και θα σκύψει από πάνω του. Ο Αγγελιοφόρος θα του απευθυνθεί λέγοντας «Έτσι ακριβώς. Να τρέμετε. Εγώ δεν θα πεθάνω. Ποτέ», για να πάρει τη συντριπτική απάντηση από τον γέροντα «Δεν γελάω. Αυτά εδώ που βλέπεις είναι δάκρυα».
Η απαισιόδοξη ανθρωπιστική οπτική του Φόκνερ δεν διαψεύστηκε έκτοτε, αφού η ανθρωπότητα συνεχίζει να ανεβάζει την ίδια παράσταση του αίματος με διαφορετικούς πρωταγωνιστές κάθε φορά.
Τίποτε δεν πρόκειται να ανακόψει τον αιματοβαμμένο βηματισμό της Ιστορίας. Κανένας μύθος, κανένας Δεκανέας και οι λίγοι ακόλουθοί του, καμία πίστη στον άνθρωπο. Ξέρουμε ότι όταν έρθει η ώρα οι ίδιοι εκείνοι που οργώνουν τα χωράφια ή ξεκινούν κάθε μέρα να πάνε στη δουλειά τους, θα πάρουν ξανά τα όπλα για να σκοτώσουν τα αδέρφια τους, τα οποία έτυχε να γεννηθούν στην απέναντι όχθη και να προσκυνάνε έναν άλλο Θεό, χωρίς δεύτερη σκέψη, βαφτίζοντας ηρωισμό τον φόνο των συνανθρώπων τους. Η απαισιόδοξη ανθρωπιστική οπτική του Φόκνερ δεν διαψεύστηκε έκτοτε, αφού η ανθρωπότητα συνεχίζει να ανεβάζει την ίδια παράσταση του αίματος με διαφορετικούς πρωταγωνιστές κάθε φορά. Απομένει το δάκρυ, η βαθιά θλίψη, για την ανθρώπινη μοίρα και η υπόσχεση του Αγγέλου/ Αγγελιοφόρου ότι, όσες φορές κι αν σκοτωθεί, η κραυγή της ειρήνης που οι απολογητές του πολέμου περιγελούν, θα συνεχίσει να ηχεί μέχρι να εισακουστεί ή μέχρι να μην απομείνει κανείς στον πλανήτη για να τη θυμάται.
Η δύναμη και η αδυναμία της αλληγορίας
Η λέξη «μύθος», μας λένε τα λεξικά, μπορεί να ερμηνευτεί κυριολεκτικά ως αφήγηση που χρησιμοποιεί υπερφυσικά όντα και φανταστικά γεγονότα, προκειμένου να διδάξει ή να μεταδώσει αξίες. Μπορεί όμως να ερμηνευτεί και μεταφορικά «για να δηλώσει μια ευρέως διαδεδομένη αλλά λανθασμένη πεποίθηση». Η επιλογή του τίτλου από τον Φόκνερ πατάει τόσο στην κυριολεκτική όσο και τη μεταφορική σημασία της λέξης, αν και θα ήμασταν πιο ακριβείς, αν την αντικαθιστούσαμε με τη συγγενική της «παραβολής» ή της «αλληγορίας». Οι έννοιες αυτές εξάλλου λειτουργούν, εν προκειμένω, ως συγκοινωνούντα δοχεία, καθώς οι ερμηνείες ρέουν αβίαστα από τη μία στην άλλη. Σε κάθε περίπτωση, είτε ως μύθος είτε ως παραβολή και αλληγορία, το βιβλίο κινείται σε έναν άξονα που συμπληρώνει τα προηγούμενα και ταυτόχρονα τα νοηματοδοτεί: τον μεταφυσικό/ χριστιανικό, ο οποίος διατρέχει το έργο σε όλη του την έκταση. Αν η παρουσία της Βίβλου στον Φόκνερ λειτουργούσε ως προέκταση των οικογενειακών δεσμών και της τραγικότητας των πρωταγωνιστών που περιγράφονταν ως βιβλικές φιγούρες, των οποίων τα αμαρτήματα, οι ενοχές και η απουσία λύτρωσης τους ακολουθούσαν γενιά τη γενιά, στο Ένας μύθος η χρήση του θρησκευτικού στοιχείου διαφοροποιείται σημαντικά.
Η χρήση της οικείας σε όλους αλληγορίας, πιθανώς να αποτελέσει ταυτόχρονα και την αδυναμία της, με συνέπεια το οικοδόμημα που έχει στήσει ο συγγραφέας να υποχωρήσει υπό το βάρος της.
Η αλληγορική διάσταση κατακλύζει το βιβλίο με την καθηλωτική ισχύ που της προσφέρει ο μύθος ή το γεγονός, αναλόγως τον παρατηρητή, της σταυρικής θυσίας του Χριστού. Εντούτοις, η χρήση του θρησκευτικού στοιχείου είναι δίκοπο μαχαίρι, για συγκεκριμένους λόγους. Ο βασικότερος είναι ότι η ταύτιση ενός έργου τέχνης, της μυθοπλασίας, με έναν άλλο μύθο (από τους πλέον ισχυρούς και αναγνωρίσιμους στη δυτική κουλτούρα) διακινδυνεύει να υποσκάψει το δευτερογενές έργο, υποτάσσοντάς το στο πρωτογενές. Η χρήση της οικείας σε όλους αλληγορίας, πιθανώς να αποτελέσει ταυτόχρονα και την αδυναμία της, με συνέπεια το οικοδόμημα που έχει στήσει ο συγγραφέας να υποχωρήσει υπό το βάρος της. Εξ ανάγκης, ο αλληγορικός χαρακτήρας είναι στερεοτυπικός, αποτελεί τη συμπύκνωση ιδεών, κοσμοθεωριών και αντιλήψεων, λειτουργώντας ως πρότυπο που αναπαράγει μόνιμα τον εαυτό του, καθώς δεν υπόκειται στη διαδικασία εξέλιξης και τη ρευστότητα που διαθέτουν οι μη αλληγορικοί χαρακτήρες. Μπορεί αυτό να του προσδίδει σε πρώτο επίπεδο κατανόησης εξαιρετική δύναμη, καθιστώντας τον ακατάλυτο, αλλά για τον ίδιο λόγο του αφαιρεί το ενδιαφέρον ενός μη παγιωμένου, πλην όμως ευεπίφορου σε αντιφάσεις.
Για να το κάνω πιο συγκεκριμένο. Ποια αντίφαση, ποια αδυναμία, ποια τραγικότητα (αναφέρομαι σε εσωτερικές συγκρούσεις που μεταφέρονται στον εξωτερικό κόσμο) μπορεί να έχει ένας πρωταγωνιστής όπως ο Δεκανέας που αντιπροσωπεύει τον Θεάνθρωπο; Εξ ορισμού ο αναγνώστης γνωρίζει την πορεία του, που οφείλει να κορυφωθεί με τη θυσία και την Ανάσταση – τίποτα λιγότερο από αυτό δεν μπορεί να γίνει ανεκτό. Απομένει βέβαια στον συγγραφέα ένα απαιτητικό έργο: να πείσει τον αναγνώστη ότι δεν διαβάζει τον Μύθο της Καινής Διαθήκης αλλά το Ένας μύθος του Φόκνερ. Το βάρος θα ήταν ασήκωτο για έναν ήσσονος σημασίας γραφιά, όμως ο Αμερικανός στέκει ορθός χωνεύοντας -συχνά, αν και όχι πάντα- το αρχέτυπο στον δικό του οραματισμό, χωρίς να χάνει τον βηματισμό.
Το πνεύμα του Τολστόι και του Ντοστογιέφσκι
Εντούτοις, εδώ εντοπίζεται το παράδοξο το οποίο με βασάνιζε σε όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης: ο Φόκνερ που διαβάζουμε στο Ένας μύθος δεν είναι ολόκληρος ο Φόκνερ, ούτε εκείνος που γνωρίσαμε στις κορυφαίες του λογοτεχνικές στιγμές. Για να το εξηγήσω θα πρέπει ξανά να αναφερθώ στον Στάινερ, ο οποίος διέκρινε το θεολογικό στοιχείο ως εκείνο το ξεχωριστό συστατικό του μείγματος που καθιστούσε τους Τολστόι και Ντοστογιέφσκι μοναδικούς. Το αυτό ισχύει και στην περίπτωση του Φόκνερ στο Ένας μύθος, αφού το μεταφυσικό κυριαρχεί τόσο στους χαρακτήρες όσο και στην πλοκή.
Στο δια ταύτα: το πνεύμα του Τολστόι πρόβαλε συνεχώς μέσα από τα χαρακώματα και τους τάφους, από τις κραυγές και τον ανθρώπινο πόνο για να καταδείξει τον εχθρό, τον Πόλεμο («Εμοί εκδίκησις, εγώ ανταποδώσω, λέγει Κύριος»), τη μάστιγα αυτή που η ανθρωπότητα έχει αποδεχτεί ως αναγκαιότητα, μέσα από τα λόγια κάποιων χαρακτήρων, οι οποίοι θαρρείς και στρέφουν τη φωνή τους στο ακροατήριο, εμάς. Εκεί όμως κρύβεται, κατά την άποψή μου, η μεγαλύτερη αδυναμία του έργου: εφόσον συνδυαστεί το στερεότυπο της θρησκευτικής αλληγορίας με τον διδακτισμό που ακολουθεί το ξεκάθαρα διατυπωμένο αλληγορικό μήνυμα με φερέφωνα τους χαρακτήρες που δεν έχουν επί τούτω υπόσταση (Αγγελιοφόρος, στρατάρχης, Δεκανέας, επιτελάρχης κ.ο.κ.) παρά εκείνη του ρόλου τους, εκ των πραγμάτων η μυθοπλασία σχηματοποιείται και αδρανοποιείται – το ζωογόνο οξυγόνο χάνεται και ο αναγνώστης βρίσκεται ενίοτε στη θέση εκείνου που παρακολουθεί μια παράσταση που δεν τον αφορά τόσο η εξέλιξή της, η οποία είναι εξάλλου προδιαγεγραμμένη.
• Διαβάστε ακόμη: «Ένας μύθος» του Ουίλιαμ Φόκνερ (κριτική) – Ο πόλεμος ως εφευρέτης του ανθρώπου
Προς επίρρωση, ο Μέγας Ιεροεξεταστής του Ντοστογιέφσκι (όπως είχα γράψει και για το Πιερ, ή οι αμφισημίες του Μέλβιλ) εμφανίζεται στον υπέροχο διάλογο μεταξύ του ιερέα (που αποτυγχάνοντας να μεταπείσει τον Δεκανέα αυτοκτονεί) και του καταδικασμένου Δεκανέα / Χριστού, ο οποίος αρνείται να αποδεχτεί τον πραγματισμό του πρώτου για να σωθεί. Όμως είναι κυρίως ο Τολστόι της «Ανάστασης» (ενός έργου που θεωρώ ότι υπολείπεται των «Άννα Καρένινα» και «Πόλεμος και Ειρήνη», ακριβώς γιατί ο δογματικός πιστός κυριαρχεί επάνω στον λογοτέχνη, κάτι που δεν ισχύει στα δύο αριστουργήματά του), ο οποίος δίνει τον τόνο στο κατά βάση αντιπολεμικό αυτό έργο, παρά ο εσωτερικός θεατρικός λόγος του Ντοστογιέφσκι. Οπωσδήποτε δεν συνεισφέρει η πληθώρα χαρακτήρων που περιγράφονται με σαφή αλληγορικά όρια, οπότε δυσκολεύουν περαιτέρω την ταύτιση του αναγνώστη (όχι βεβαίως την επιφανειακή, αλλά την προερχόμενη από την ψυχολογική εμβάθυνση στα κίνητρα και τις λεπτές συναισθηματικές τους αποχρώσεις, η οποία αποτρέπεται από τον αλληγορικό τρόπο απεικόνισης).
Δεν είναι λοιπόν στις τολστοϊκές εξαγγελίες περί ειρήνης όπου μεγαλουργεί ο Φόκνερ (μας), αλλά όταν περιγράφει πρόσωπα που δεν είναι αποκλειστικά ρόλοι, αλλά «εις μικρόν γενναίοι», ταπεινοί και καταραμένοι
Βεβαίως θα αδικούσα τον Φόκνερ αν περιόριζα το βιβλίο στο περιθώριο της στείρας μίμησης (έστω των κορυφαίων από τους κορυφαίους). Ο αναγνώστης νιώθει το οικείο φοκνερικό ρίγος όταν μεταφέρεται ξανά στις απέραντες εκτάσεις της πατρίδας του συγγραφέα, ρουφώντας την ιστορία του αλόγου που κέρδιζε τους αγώνες στον Νότο, παρέα με τον Άγγλο ιππέα του και τον μαύρο συνοδό του, σε ένα κεφάλαιο βγαλμένο από τις καλύτερες συγγραφικές στιγμές του. Δεν είναι λοιπόν στις τολστοϊκές εξαγγελίες περί ειρήνης όπου μεγαλουργεί ο Φόκνερ (μας), αλλά όταν περιγράφει πρόσωπα που δεν είναι αποκλειστικά ρόλοι, αλλά «εις μικρόν γενναίοι», ταπεινοί και καταραμένοι – άνθρωποι που κινούνται με κάρα και υποζύγια, σκάβοντας μάταια τη στέρφα γη, ενώ μέσα τους περιδινείται ανεξάντλητη η απόγνωση της μοίρας, στο σκαμμένο πρόσωπό τους διακρίνονται οι ρυτίδες από τον πανάρχαιο κόσμο των προγόνων τους, με σύμμαχό τους τη βία και την αρπαγή που σαν κατάρα τους ακολουθεί. Κι όμως την ίδια στιγμή της πτώσης ξεπροβάλει ανέγγιχτο το μεγαλείο των ασυνείδητων ταπεινών πράξεων, μια στιγμιαία πνοή θεϊκού στοιχείου που ρυτιδώνει την αρχέγονη λάσπη.
Ολοκληρώνοντας, ο κριτικός οφείλει να διχαστεί, προκειμένου να παραμείνει έντιμος απέναντι σε εκείνους που του αφιερώνουν τον πολύτιμο χρόνο τους. Ο φοκνερικός αναγνώστης θα σπεύσει να διαβάσει το Ένας μύθος, καθώς αποτελεί πολύτιμη ψηφίδα που συμπληρώνει το αραβούργημα, απολαμβάνοντας τόσο τις ομοιότητες όσο και τις διαφορές με τα υπόλοιπα έργα του. Ο νεοεισερχόμενος, εντούτοις, στον μαγικό κόσμο του συγγραφέα, θα ήταν προτιμότερο να ξεκινήσει με τη βασική του εργογραφία πριν καταλήξει στο εν λόγω. Ένα όμως είναι βέβαιο: οποιοσδήποτε από τους δύο θα βρει στο βιβλίο αυτό σελίδες που μαγεύουν με την αισθητική τους αρτιότητα, σελίδες που σαγηνεύουν υπενθυμίζοντάς μας τους λόγους που ο Μύθος ακολουθεί κάποιους λίγους και εκλεκτούς όσα χρόνια και αν περάσουν.
* Ο ΦΩΤΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΣΙΝΗΣ είναι πτυχιούχος Αγγλικής Φιλολογίας. Διαχειρίζεται το βιβλιοφιλικό blog Αναγνώσεις.
Απόσπασμα από το έργο
«Πάρε λοιπὸν χάρισμά σου τὸ πουλὶ αὐτό. Ανακάλεσε, ὁμολόγησε, πὲς πὼς ἔκανες λάθος·πὼς ἔγινες ἀρχηγός –τί ἀρχηγός; σὲ τίποτα δὲν ἡγήθηκες: ἁπλῶς μέρος πῆρες σὲ μιὰ ἐπίθεση ποὺ δὲν προχώρησε. Πάρε τὴ ζωὴ ποὺ σοῦ δίνω, ζήτα ἔλεος καὶ ἀποδέξου το. Μπορῶ νὰ σοῦ τὸ δώσω, ἀκόμα καὶ γιὰ μιὰ στρατιωτικὴ ἀποτυχία. Ὁ στρατηγὸς τῆς μεραρχίας σου θὰ ἀπαιτήσει –ἔχει ἤδη ἀπαιτήσει- μιὰ θυσία, ὄχι στὸ ὄνομα τῆς Γαλλίας ἢ τῆς νίκης, ἀλλὰ γιὰ χάρη τοῦ ἀμαυρωμένου φακέλου του. Ἀλλὰ δὲν τὸφοράει ἐκεῖνος αὐτὸ τὸ πηλήκιο ἐγὼ τὸ φοράω».
«Εἶναι κι ἄλλοι δέκα», εἶπε ὁ δεκανέας.
«Οἱ ὁποῖοι θὰ σὲ μισοῦν – μέχρι νὰ σὲ ξεχάσουν. Καὶ θὰ σὲ βλαστημοῦν ἀκόμα, μέχρι ποὺ θὰ ξεχάσουν ποιόν βλαστημοῦσαν καὶ γιατί. Ὄχι, ὄχι: κλεῖσε τὸ παράθυρο κι ἄσε ἔξω αὐτὸ τὸ ἀνερμάτιστο ὄνειρο. Ἄνοιξε τὸ ἄλλο παράθυρο, αὐτό ἴσως νὰ μὴ δεῖς –νὰ μὴν μπορέσεις νὰ δεῖς – τίποτε ἄλλο ἀπὸ γκρίζο – τίποτα, ἐκτὸς ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ κλαδί, πάντα ἐκεῖνο τὸ ἕνα καὶ μοναδικό κλαδὶ ποὺ θὰ εἶναι πάντα ἐκεῖ καὶ θὰ περιμένει, ἕτοιμο νὰ δεχτεῖ ἐκεῖνο τὸ ἀνάλαφρο και ἐφήμερο φορτίο. Πάρε αὐτὸ τὸ πουλί».
«Μὴ φοβᾶσαι», εἶπε ὁ δεκανέας. «Δὲν ἔχεις τίποτα νὰ φοβᾶσαι. Τίποτα ποὺ ν' ἀξίζει τὸν κόπο».
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Ουίλιαμ Φόκνερ γεννήθηκε στο New Albany κοντά στην Οξφόρδη της Πολιτείας του Μισισιπή το 1897. Παρόλο που ο προπάππος του ήταν συνταγματάρχης και σπουδαία φυσιογνωμία του αμερικανικού Νότου, ο Φόκνερ δεν έγινε δεκτός στο στρατό όταν η Αμερική μπήκε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Λίγο αργότερα, κατάφερε να καταταγεί στην καναδική και, στη συνέχεια, στη βρετανική βασιλική αεροπορία, και μετά τον πόλεμο φοίτησε για ένα διάστημα στο Πανεπιστήμιο του Μισισιπή. Εγκατέλειψε τις σπουδές του -ήταν, εξάλλου, μετριότατος φοιτητής- και ασχολήθηκε με δουλειές του ποδαριού, ανάμεσά τους ένα βιβλιοπωλείο στη Νέα Υόρκη και μια μικρή εφημερίδα στη Νέα Ορλεάνη, όπου το 1924 ο φίλος του Φιλ Στόουν φρόντισε να εκδοθεί σε 1.000 αντίτυπα η συλλογή ποιημάτων του The marble faun.

Στη Νέα Ορλεάνη γνωρίστηκε με έναν κύκλο λογοτεχνών στον οποίο συμμετείχε ο Σέργουντ Άντερσον, που τον ενθάρρυνε να στραφεί στην πεζογραφία, κι έτσι γεννήθηκε το πρώτο του μυθιστόρημα, Η πληρωμή του στρατιώτη, που εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο Boni and Liveright το 1926. Το 1929 γράφτηκε το μυθιστόρημα Ο αχός και το πάθος. Την ίδια χρονιά παντρεύτηκε κι έπιασε δουλειά, νυχτερινή βάρδια, στην τροφοδοσία ενός τοπικού ηλεκτρικού σταθμού. Εκείνο το διάστημα, μέσα σε έξι βδομάδες του καλοκαιριού, από τα μεσάνυχτα ως τις τέσσερις το πρωί, γεννήθηκε το Καθώς ψυχορραγώ, που κυκλοφόρησε την αμέσως επόμενη χρονιά (1930). Το Φως τον Αύγουστο βγήκε δυο χρόνια μετά, το 1932.
Αν και αναγνωρισμένος συγγραφέας, ο Φώκνερ πέρασε βασανισμένη ζωή βυθισμένος στον αλκοολισμό και την κατάθλιψη. Στον κόσμο του, παρά την επικέντρωση στον αμερικανικό νότο, η αφήγηση προσλαμβάνει οικουμενική σημασία ως στάση απέναντι στο ανθρώπινο πεπρωμένο και σε προβλήματα όπως οι φυλετικές διακρίσεις. Το 1949 τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, το 1955 με το National Book Award και με το Pulitzer Prize for fiction (για το μυθιστόρημα A fable), το 1962 με το Χρυσό Μετάλλιο Λογοτεχνίας της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Γραμμάτων και -μετά θάνατον- για δεύτερη φορά με το Pulitzer Prize (για το μυθιστόρημα The reivers). Πέθανε από ανακοπή καρδιάς στο 1962.























