
Για το μυθιστόρημα του Κόλιν Μπάρετ (Colin Barrett) «Αγριόσπιτα» (μτφρ. Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, εκδ. Στερέωμα). Εικόνα: Από την ταινία «Τα πνεύματα του Ινισέριν».
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Κομητεία Μπάλινα. Στη μέση της Ιρλανδίας, αρκετά μακριά από το πολύβουο Δουβλίνο. Ένας άλλος κόσμος. Δεν θα δελεαστεί κανείς ψάχνοντας για τα μέρη που αξίζει να επισκεφθεί, αν πάει προς τα ‘κει. Δεν θα βρει κάτι να τον τραβήξει. Και αν δεν το πιστεύει, υπάρχει το μυθιστόρημα του Κόλιν Μπάρετ Αγριόσπιτα να τον πείσει.
Όπως και στα διηγήματά του, έτσι και στη μεγάλη φόρμα, ο Μπάρετ, ένας από τους πλέον ελπιδοφόρους συγγραφείς της Ιρλανδίας, που τα τελευταία χρόνια μάς έχει δώσει κάμποσους καλούς γραφιάδες, δίνει φωνή σε ανθρώπους της χαμηλής κοινωνικής κλίμακας. Αυτοί οι low life ήρωες, στα χέρια του αποκτούν ζωή που κανονικά δεν έχουν.
Η ενδοχώρα
Φαίνεται πως στην ενδοχώρα της Ιρλανδίας υπάρχει αρκετό «υλικό» που είναι ικανό να σκιαγραφήσει την εικόνα μιας άλλης Ιρλανδίας. Μιας χώρας βουτηγμένης στο γκριζωπό φάσμα μιας καθημερινότητας θαμπής, ανέλπιδης και δίχως προοπτικές. Αυτό ακριβώς είναι το Μπάλινα. Οι φτωχοδιάβολοι που ζουν στην κομητεία (τουλάχιστον αυτοί τους οποίους επιλέγει ο Μπάρετ) δεν έχουν τίποτα να περιμένουν. Κάποιοι καταλήγουν στο ποτό. Άλλοι τρελαίνονται. Κάποιοι φεύγουν μακριά, μάλλον κυνηγημένοι από τους εαυτούς τους ή τις καταστάσεις, παρά για να βρουν μια καλύτερη τύχη. Όσο για τους νέους, όσοι δεν καταφεύγουν σε δουλειές του ποδαριού ή σε παμπ να πίνουν έως το πρωί, καταλήγουν στην παρανομία.
Αυτοί είναι οι ήρωες του μυθιστορήματος του Μπάρετ. Άντρες (κυρίως), αλλά και γυναίκες, που έχουν χάσει την πρώτη νιότη τους. Βαδίζουν κουτσά στραβά στην τρίτη δεκαετία της ζωής τους και αντί να έχουν καταλήξει σε έναν ασφαλή προορισμό, βολοδέρνουν μεταξύ ποτού, ναρκωτικών και παρανομίας. Καμία, μα καμία τύχη.
Η απαγωγή
Όλα ξεκινούν όταν τα σκληροτράχηλα αδέλφια Φέρντια απάγουν τον Ντολ Ίνγκλις, τον μικρό αδελφό του Κίλιαν, ο οποίος τα έκανε μαντάρα με μια παρτίδα ναρκωτικών που είχε αναλάβει να φυλάξει, με αποτέλεσμα να τους χρωστάει κάμποσα χρήματα. Όσο δεν τα δίνει, τόσο το μεγάλο αφεντικό εκνευρίζεται. Για να τον «πείσουν», αποφασίζουν να τον κάνουν να πονέσει. Ναι, υπάρχει κάμποσος σωματικός πόνος στο μυθιστόρημα. Κλοτσιές, μπουνιές, ανασκολοπισμοί. Μόνο που δεν είναι η τυπική επαγγελματική βία που συναντάει κανείς σε οργανωμένες φατρίες του υποκόσμου. Είναι βία αδιάφορη, ερασιτεχνική, εξουθενωτική περισσότερο για τον δράστη παρά για το θύμα. Σαν μια μορφή εκτόνωσης.
Το ότι έχουμε να κάνουμε με μια απαγωγή, δεν σημαίνει πως το μυθιστόρημα περιέχει αστυνομική ίντριγκα. Πουθενά δεν εμφανίζονται αστυνομικοί. Οι φτωχοδιάβολοι θα βρουν μόνοι τους μια λύση.
Οι Φέρντια πηγαίνουν τον μικρό Ντολ (όνομα που μόνο θυμηδία προκαλεί σε όλους) στο σπίτι του Ντεβ, ο οποίος μοιάζει με τον γιγαντόσωμο Λένι του Άνθρωποι και ποντίκια. Δεν είναι, βέβαια, νοητικά καθυστερημένος, αλλά παραμένει ένας αποσυνάγωγος. Ένας άνθρωπος που δεν κατάφερε ποτέ να τα βρει με τους άλλους. Δεν έχει αίσθηση του εκτοπίσματός του, ενώ ο χαμός της μητέρας του τον βύθισε ακόμη περισσότερο στην κατάθλιψη και στις κρίσεις πανικού. Όσο για τον πατέρα του, είναι κλεισμένος στα «Σπίτια», στο τοπικό ίδρυμα για ψυχασθενείς. Ο Ντεβ δουλεύει για το αφεντικό, δίχως να είναι μέλος της συμμορίας. Με στωικό τρόπο, όπως έχει μάθει, κάνει μικροεξυπηρετήσεις έναντι ευτελούς τιμήματος. Ούτε κι ο ίδιος δεν ξέρει γιατί έχει μπλέξει με αυτή τη δράκα ατόμων.
Η δυναμική των σχέσεων
Το ότι έχουμε να κάνουμε με μια απαγωγή, δεν σημαίνει πως το μυθιστόρημα περιέχει αστυνομική ίντριγκα. Πουθενά δεν εμφανίζονται αστυνομικοί. Οι φτωχοδιάβολοι θα βρουν μόνοι τους μια λύση. Ο Μπάρετ ενδιαφέρεται για τη δυναμική των σχέσεων και όχι τη «λύση» της υπόθεσης. Έτσι κι αλλιώς, στο Μπάλινα όλα είναι μετέωρα και γυμνωμένα από απαντήσεις.
Ας μην ψάχνουμε για εξηγήσεις. Ο Μπάρετ δεν γράφει ηθογραφία, δεν ψυχολογεί τους ήρωές του. Η τραχιά υφή τους θα μείνει έτσι ως το τέλος.
Εντός του σπιτιού του Ντεβ συμβαίνουν διάφορα που δείχνουν την αδεξιότητα των ηρώων, την αδυναμία τους να υποστηρίξουν τους ρόλους τους και να αναδειχθούν σε ολοκληρωμένες ανθρώπινες υποστάσεις. Ο Μπάρετ κάνει έξοχη δουλειά για να δείξει την τρωτότητά τους που κρύβεται κάτω από καυχησιάρικους λόγους, χάπια, μπίρες, κρίσεις πανικού και βία που δεν βρίσκει ποτέ στόχο.
Αυτή που αναζητεί τον Ντολ είναι η κοπέλα του, Νίκι. Ίσως η μόνη που έχει φιλοδοξία να σπουδάσει στο Δουβλίνο και να μην συνεχίσει να κάνει τη σερβιτόρα σε κάποιο τοπικό μαγαζί. Είναι ένας δυναμικό στοιχείο στο μυθιστόρημα, δίχως η ίδια να έχει ισάξιο χαρακτήρα. Χτυπημένη από την απώλεια των γονιών της, ζει κι αυτή μέσα στην απογοήτευση και την απομάγευση της καθημερινότητας. Ακόμη και η σχέση της με τον Ντολ δεν είναι το τυπικό δείγμα μιας αγαπητικής συνύπαρξης. Είναι μαζί διότι στην ουσία δεν έχουν και πολλές επιλογές.
Καμία εξήγηση
Ούτε και ο βουτηγμένος στη χρήση ναρκωτικών Κίλιαν είναι ο τυπικός «κακός» της ιστορίας. Σαφώς, τα έχει κάνει χάλια στη ζωή του. Έχει απομακρυνθεί από την οικογένειά του, όπως έκανε και ο πατέρας του που έφυγε για Καναδά. Φταίει για την απαγωγή του αδελφού του. Αλλά δεν φταίει που δεν έμαθε να κάνει τίποτα άλλο στο Μπάλινα.
Ας μην ψάχνουμε για εξηγήσεις. Ο Μπάρετ δεν γράφει ηθογραφία, δεν ψυχολογεί τους ήρωές του. Η τραχιά υφή τους θα μείνει έτσι ως το τέλος. Όποια εξέλιξη και αν υπάρξει στην υπόθεση, δεν θα λύσει κανένα ουσιαστικό γόρδιο δεσμό. Όλοι οι ήρωες είναι σαν να κινούνται στο ημίφως της κουρασμένης ζωής τους. Έχουν γεράσει πριν από την ώρα τους, έχουν υποστεί απώλειες, λύπες, απογοητεύσεις. Τίποτα δεν φαίνεται να μπορεί να τους φέρει σε μια κατάσταση ισορροπίας.
Ο Μπάρετ πιάνει τη λαλιά αυτών των ανθρώπων διότι φαίνεται να τους ξέρει, αλλά και να τους έχει καταλάβει στο μέσα βάθος. Δεν υποκρίνεται, είναι σαν να ζει μαζί τους. Το ίδιο και ο αναγνώστης.
Ο Μπάρετ είναι ένας αυθέντης. Έπειτα από δύο βιβλία του που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά μπορούμε να το πούμε δίχως δισταγμό. Ξέρει να γράφει καλά δίχως να επιδιώκει να το δείξει. Δεν κάνει «μόστρα» την ικανότητά του στο γράψιμο, τον ενδιαφέρει η τρεμάμενη κατάσταση των ηρώων του, η αποτύπωση ενός κόσμου που έρχεται από τα πολύ κάτω. Τα Αγριόσπιτα δεν είναι μόνο τα σπίτια που γίνεται η διακίνηση των ναρκωτικών, αλλά τα μέρη που ανθούν αυτά τα χαμηλά «λουλούδια» της Ιρλανδίας που ποτέ ήλιος δεν τα είδε.
Η φωνή των ηρώων
Η γραφή είναι κοφτή, άμεση, αληθοφανής. Η οικονομία του λόγου που εμφάνισε στα διηγήματά του, υπάρχει και εδώ στο μέτρο του δυνατού. Ο Μπάρετ πιάνει τη λαλιά αυτών των ανθρώπων διότι φαίνεται να τους ξέρει, αλλά και να τους έχει καταλάβει στο μέσα βάθος. Δεν υποκρίνεται, είναι σαν να ζει μαζί τους. Το ίδιο και ο αναγνώστης. Αυτό που μας προσφέρει είναι μια καλά ζυγισμένη γροθιά ρεαλισμού που κουβαλάει, σαν να είναι φερτά υλικά έπειτα από καταιγίδα, την αδυναμία κάποιων ανθρώπων να παίξουν με τους όρους της πλειοψηφίας, να ενταχθούν, να ζήσουν «κανονικά».
Και να το ήθελαν, το Μπάλινα (και το κάθε Μπάλινα) τους καταπίνει λίγο λίγο. Η μετάφραση της Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη είναι ακριβώς αυτό που ζητάς για να μπεις στο ιδιαίτερο κλίμα του μυθιστορήματος, από το οποίο λείπει το μεγάλο δράμα, αλλά είναι κατάστικτο από μικρές δραματικές στιγμές. Όπως ακριβώς είναι και η ζωή.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Δυο λόγια για τον συγγραφέα
Ο Κόλιν Μπάρετ (Colin Barrett) γεννήθηκε το 1982 στην Κομητεία Μάγιο της Ιρλανδίας. Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά «The Stinging Fly», «Granta», «Harper’s» και «New Yorker». To πρώτο του βιβλίο Νεαρά τομάρια («Young Skins») απέσπασε το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του «Guardian», καθώς και τις διακρίσεις Frank O’ Connor International Short Story Award και Rooney Prize for Irish Literature.

Η δεύτερη συλλογή διηγημάτων του, Homesickness, συμπεριλήφθηκε στα 100 αξιοσημείωτα βιβλία της χρονιάς από τους «New York Times» και ανακηρύχθηκε βιβλίο της χρονιάς από την εκπομπή «Oprah Daily» και τους «Irish Times». Το μυθιστόρημά του Αγριόσπιτα συμπεριλήφθηκε στη μακρά λίστα του Booker Prize για το 2024.
Δύο από τα διηγήματά του διασκευάστηκαν για το θέατρο και παρουσιάστηκαν στο New Theatre του Δουβλίνου το 2017, ενώ το αφήγημα Calm with horses («Ήσυχα με τα άλογα») έγινε ταινία που συμπεριλήφθηκε στο διαγωνιστικό τμήμα του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τορόντο το 2019.
























