
Για το μυθιστόρημα της Σέλβα Αλμάδα (Selva Almada) «Οι πλινθοποιοί» (μτφρ. Αγγελική Βασιλάκου, εκδ. Κλειδάριθμος). Εικόνα: Ο πίνακας του Φερνάντο Μποτέρο «Ο χήρος».
Γράφει η Φανή Χατζή
Η Σέλβα Αλμάδα έχει καθιερωθεί ως μία από τις πιο σημαντικές φεμινίστριες συγγραφείς της λατινοαμερικανικής ηπείρου. Οι αφηγήσεις της αναδεικνύουν υπό διαφορετικές οπτικές την επαρχιακή ζωή στην Αργεντινή και τη σύνδεση της βίας με την ανέχεια, τον συντηρητισμό και την πατριαρχία. Στο κείμενό της Νεκρά κορίτσια, η συγγραφέας συνδυάζει τη μυθοπλασία με την έρευνα, για να φωτίσει αφηγηματικά τρεις πραγματικές ανεξιχνίαστες γυναικοκτονίες στη βαθιά Αργεντινή της δεκαετίας του 1980. Η αιχμηρή γραφή της καταδεικνύει το περιβάλλον και τις συνθήκες που γεννούν την έμφυλη βία και δημιουργούν μεγάλη επισφάλεια για τις θηλυκότητες.
Στο μυθοπλαστικό της έργο, η Αλμάδα σκιαγραφεί τη βία με πιο υποδόριο τρόπο. Στην άτυπη «Τριλογία των Ανδρών» εστιάζει στην τοξική αρρενωπότητα, χωρίς, φυσικά, να την κατονομάζει. Το πρώτο πολυβραβευμένο βιβλίο, Ο άνεμος που σαρώνει (μτφρ. Αγγελική Βασιλάκου, εκδ. Κλειδάριθμος), μας σύστησε τη συγγραφέα στην Ελλάδα, ενώ το τρίτο μέρος Δεν είναι ποτάμι (μτφρ. Αγγελική Βασιλάκου, εκδ. Κλειδάριθμος) βρέθηκε υποψήφιο για το Διεθνές Μπούκερ, οπότε έλαχε μεγάλης προβολής. Οι πλινθοποιοί (μτφρ. Αγγελική Βασιλάκου, εκδ. Κλειδάριθμος) είναι το δεύτερο μέρος, το ενδιάμεσο τουβλάκι που έλειπε για να ολοκληρωθεί και στα ελληνικά αυτή η τριλογία και πλέον να μπορεί να διαβαστεί στο σύνολό της. Αν και σε σχέση με τα άλλα δύο, είναι λιγότερο γνωστό, είναι το κατεξοχήν βιβλίο για τον ματσισμό και το ζήτημα της ανδρικής τιμής που απασχολεί τη συγγραφέα στη συγκεκριμένη τριλογία.
Αρχή που θυμίζει γουέστερν
Το μυθιστόρημα ξεκινά με ένα κινηματογραφικό σκηνικό που μοιάζει να έχει βγει από γουέστερν, αν και λόγω συγκειμένου εδώ θα μιλούσαμε για γκάουτσος και όχι καουμπόι, για την ατελείωτη αργεντίνικη πάμπα και όχι για το αμερικανικό φαρ γουέστ. Δύο νεαρά ανδρικά κορμιά κείτονται στο έδαφος, ετοιμοθάνατα, ενώ φαίνεται να έχει προηγηθεί άγρια συμπλοκή. Ανάσκελα πεσμένος είναι ο Πάχαρο Ταμάι, ενώ λίγα μέτρα μακριά ακινητοποιημένος μπρούμητα βρίσκεται ο Μαρσιάνο Μιράντα. Δεν γνωρίζουμε ακόμα πολλά γι’ αυτούς, εκτός του ότι ανήκουν σε διαφορετικές συμμορίες, είναι άσπονδοι εχθροί και το μίσος τους κληροδοτήθηκε από τους πατεράδες τους. Τώρα βρίσκονται κάτω από τη ρόδα του Λούνα Παρκ, τόπου κάποτε συνωμοτικής συμμαχίας και φιλίας και πλέον θανάσιμο πεδίο για τους δυο τους.
Σε μια ημιθανή κατάσταση, στο λεπτό όριο ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, σημείο που αξιοποιεί συχνά η Αλμάδα, καθένας από αυτούς ανασύρει αναμνήσεις. Η αφήγηση ακολουθεί τη μνήμη και φέρνει στην επιφάνεια όλη την ιστορία, αργά και σταθερά, όχι όμως γραμμικά. Εκτείνεται στον χρόνο, πηγαίνει πίσω, έπειτα ξανά μπροστά, καλύπτει πολλά χρονικά επίπεδα. Μπορεί η εναρκτήρια σκηνή να προδίδει μια εν θερμώ σύγκρουση, ένα βίαιο συμβάν, αλλά στην ουσία πρόκειται για ένα οικοδόμημα που χτίζεται επί χρόνια. Αποσπασματικά, λοιπόν, θα το αποκαλύψει και η αφήγηση, η οποία ταυτόχρονα θα διατηρεί την αγωνία και θα καλύπτει με πέπλο τα σημεία που δεν πρόκειται να αποκαλυφθούν παρά μόνο στην κορύφωση.
Η Λα Κρουσένια και η σαιξπηρική διαμάχη
Όπως σε όλη τη μυθοπλασία της Αλμάδα, το κοινωνικό περιβάλλον έχει τεράστια σημασία. Η ιστορία λαμβάνει χώρα σε ένα χωριό βαλτωμένο στη φτώχια, μια «κόλαση», όπως τη χαρακτηρίζει ένας περιφερειακός ήρωας. Οι κάτοικοι της γειτονιάς Λα Κρουσένια ζουν μέσα στη ζέστη, την αποχαύνωση και την αθλιότητα. Οι άνδρες εργάζονται σκληρά και μετά ξοδεύουν το μεροκάματο σε μπαρ, χαρτοπαίγνια και κυνοδρομίες. Οι γυναίκες φροντίζουν το σπίτι και συμπληρώνουν το οικογενειακό εισόδημα πολλές φορές στα κρυφά, για να μη θίξουν τον εγωισμό των συζύγων τους. Τα παιδιά απασχολούνται μόνα τους, παίζουν όλα μαζί ξυπόλυτα στους δρόμους σαν αδέσποτα ζωάκια. Πολλές φορές οι πατεράδες τους τούς φέρονται σαν τέτοια. Η ημιμάθεια, η άγνοια και οι προκαταλήψεις συντηρούνται καλά, γιατί η εκπαίδευση εγκαταλείπεται από νωρίς εξαιτίας της χρείας εργατικών χεριών.
Συγκεκριμένα, η Αλμάδα παρακολουθεί τον σχηματισμό δύο οικογενειών που δεν φαίνεται να έχουν πολλά να χωρίσουν. Από τη μία, ο Όσκαρ και η Σελίνα Ταμάι, που παντρεύτηκαν με το πρώτο μωρό ήδη καθ’ οδόν και σύντομα ανέλαβαν το πλινθοποιείο ενός γνωστού τους. Από την άλλη, ο Έλβιο και η Εστέλα Μιράντα, που χειρίζονται το τελευταίο εν ζωή πλινθοποιείο της οικογένειας Μιράντα. Ο Όσκαρ και ο Έλβιο, πριν ακόμα προλάβουν να γίνουν γείτονες και συνάδελφοι, άρχισαν την κόντρα, μια άνευ αιτίας και ουσίας διαμάχη που βασίζεται αποκλειστικά στο πείσμα και την περηφάνια. Ενίοτε αποκτά και ανεκδοτολογικό χαρακτήρα, μία βεντέτα που τους εξασφαλίζει διαρκώς μια ασχολία.
Σεξισμός στην οικογένεια
Οι σύζυγοι των δύο ανδρών είναι οι σιωπηλές ηρωίδες του μυθιστορήματος, αυτές που κρατούν τα ηνία του σπιτιού τους. Η Σελίνα, από τη μία, εξασφαλίζει με διαπραγματεύσεις τη στέγη και τη νέα δουλειά για τον άνδρα της, και αναλαμβάνει η ίδια κάθε φορά που αυτός είναι ασυνεπής. Η Εστέλα, από την άλλη, αρχίζει να συμπληρώνει το οικογενειακό εισόδημα με τη ραπτική της, μέχρι να γίνει το κύριο και μοναδικό εισόδημα του σπιτιού. Όσο οι άνδρες τους στα μπαρ ανταλλάσσουν «συμβουλές πώς να φέρονται στις γυναίκες για να κάθονται ήσυχες και στη θέση τους» (σελ. 42), αυτές είναι που ενορχηστρώνουν την κοινή τους ζωή. Αμφότερες προσπαθούν να κατευνάσουν τα πνεύματα και να προστατέψουν τους γιους τους, όμως οι σύζυγοί τους δεν σηκώνουν υποδείξεις.
Αντίθετα, είναι οι μικρές στιγμές, οι έριδες, οι απαγορεύσεις, ο τσαμπουκάς προς τον πιο αδύναμο, η ανάγκη επιβολής, που χτίζουν πλίνθο τον πλίνθο την προσωπικότητα των παιδιών.
Παρόλο που οι μητέρες είναι οι στυλοβάτες της οικογένειας, οι πατεράδες είναι αυτοί που διαμορφώνουν τους γιους. Οι «πλινθοποιοί» χτίζουν το οικοδόμημα του ματσισμού, οι μητέρες απλώς το υποστηρίζουν. Για την Αλμάδα δεν είναι μία η καθοριστική στιγμή που η τοξική αρρενωπότητα διαχέεται στην επόμενη γενιά, όσο συνταρακτική κι αν είναι η σκηνή που ο Μιράντα κρεμά έναν σκύλο μπροστά στον πεντάχρονο Μαρσιάνο ή ο Ταμάι δέρνει τον Παχαρίτο με το μαστίγιο. Αντίθετα, είναι οι μικρές στιγμές, οι έριδες, οι απαγορεύσεις, ο τσαμπουκάς προς τον πιο αδύναμο, η ανάγκη επιβολής, που χτίζουν πλίνθο τον πλίνθο την προσωπικότητα των παιδιών. Κι όταν η οργή, η βία, το μίσος έχουν φωλιάσει στα νεαρά τους σώματα, είναι πλέον αργά.
Μικρά και μεγάλα ψάρια
Όπως και στα άλλα βιβλία της τριλογίας, η Αλμάδα προτιμά να παρακολουθεί τα «μικρά ψάρια», μικροκοινότητες και χαρακτήρες που πασχίζουν για μια αξιοπρεπή ζωή, όταν η πολιτεία αδιαφορεί. Φροντίζει όμως πάντα να αναφερθεί ξώφαλτσα στις πετρελαϊκές, στις κατασκευαστικές εταιρίες, στις τράπεζες, στη μαφία, στις ιδιωτικοποιήσεις και εμπορευματοποιήσεις των φυσικών αγαθών, σε όλα τα «μεγάλα ψάρια» που δεν προσωποποιούνται ποτέ, παρά μόνο στέκουν σαν υπενθυμίσεις της φτωχοποίησης και της δομικής βίας που υφίστανται οι ήρωές της. Εν προκειμένω, ποτίζουν και το «χώμα» της Λα Κρουσένια.
• Διαβάστε επίσης: Σέλβα Αλμάδα: «Ο τρόπος που μιλούν οι άνθρωποι είναι μια κοινή κληρονομιά, η μνήμη ενός τόπου»
Παρόμοια είναι και η μεταχείριση του ζητήματος της έμφυλης βίας. Παρόλο, δηλαδή, που η ίδια δεν αναφέρεται ποτέ ρητά στις λέξεις «ματσισμός», «σεξισμός», «ομοφοβία», αυτές οι έννοιες είναι παρούσες διαρκώς, ενσαρκώνονται μέσα από τους ήρωές της. Η «τοξική αρρενωπότητα» για την Αλμάδα, όμως, αποτελεί και ένα σύνολο συμπεριφορών που καλλιεργούνται, μεταλαμπαδεύονται και εντέλει γίνονται μαζί με τη φτώχια η «λάσπη», το μίγμα του πλίνθου που διαμορφώνει και επηρεάζει όλα τα μέλη μιας εργατικής οικογένειας. Μέσα από την τριλογία της δείχνει, εξάλλου, τις διαφορετικές αφετηρίες, μορφές και εκφάνσεις του ματσισμού, που δεν ορίζεται ποτέ αλλά γίνεται ολοφάνερα αντιληπτός.
Η μοναδική γραφή της Αλμάδα
Η γραφή της Αλμάδα έχει χαρακτηριστικά που έχουμε αναλύσει στο παρελθόν, όπως την ιδιαίτερη ιδιωματική γλώσσα που μεταφέρει επιτυχημένα στα ελληνικά η Αγγελική Βασιλάκου, ή τον σπάνιο συνδυασμό λυρισμού και λιτότητας. Ο προσωποποιημένος ρόλος της φύσης, η τρυφερότητα με την οποία περιβάλει ακόμα και τους πιο άξεστους χαρακτήρες, η τραχύτητα της γραφής της την χαρακτηρίζουν. Η Αργεντίνα συγγραφέας έχει συγκριθεί με συγγραφείς του Αμερικανικού Νότου όπως ο Φόκνερ και η Κάρσον ΜακΚάλερς, όμως η γραφή της δανείζεται και από τον μαγικό ρεαλισμό, με αποτέλεσμα ένα μοναδικό κράμα.
Στους Πλινθοποιούς υπάρχει ένα ακόμα υλικό σε μεγαλύτερη ποσότητα, ο υφέρπων ερωτισμός που κινεί την αφήγηση. Θερμόαιμα κορμιά που αποζητούν και επιθυμούν, έτοιμα να εκραγούν από την επιθυμία, καθώς οδηγούν την ιστορία στο τραγικό αλλά προαναγγελθέν τέλος της. Γράφτηκε, κατά δήλωση της συγγραφέα, σαν μια παραλλαγή του σαιξπηρικού μύθου του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας, κυρίως έως το σημείο που η οικογενειακή κόντρα κορυφώνεται στη μάχη ανάμεσα στα δύο νεαρά της μέλη. Καθώς περνάει η ζωή μπροστά από τα μάτια τους, η επιδέξια συγγραφέας εσωκλείει εκεί τραύματα και κρίματα τριών τουλάχιστον γενεών.
* Η ΦΑΝΗ ΧΑΤΖΗ είναι δημοσιογράφος και βιβλιοκριτικός.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Σέλβα Αλµάδα (Έντρε Ρίος, 1973) είναι σύγχρονη κλασική συγγραφέας της Αργεντινής. Το πρώτο της βιβλίο, Ο άνεµος που σαρώνε, επαινέθηκε από την κριτική, µεταφράστηκε σε 12 γλώσσες, µεταφέρθηκε στο θέατρο, στη µεγάλη οθόνη, έγινε όπερα στο Ρίο ντε λα Πλάτα και το 2019 τιµήθηκε µε το First Book Award στο Edinburgh International Book Festival.

Η συγγραφέας βρέθηκε στη βραχεία λίστα για το βραβείο Tigre Juan µε το βιβλίο της Οι πλινθοποιοί, όπως επίσης και για τα βραβεία Rodolfo Walsh & Vargas Llosa µε το Νεκρά κορίτσια. Το ∆εν είναι ποτάµι συµπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα για το ∆ιεθνές Βραβείο Μπούκερ 2024.
























