
Πώς ο «Άγγελος στο σπίτι» και η «Τρελή στη σοφίτα», δυο γυναικείες φιγούρες που απεικονίζονται στη λογοτεχνία, αποτέλεσαν τη βάση για να οικοδομηθεί η γυναικεία ταυτότητα στη βικτωριανή εποχή. Εικόνα: Από την ταινία «Τζέιν Έιρ» (2011) του Κάρι Φουκουνάγκα.
Γράφει η Αγγελική Σπηλιοπούλου
Περί τα μέσα του 19ου αιώνα, ο Κόβεντρι Πάτμορ δημοσιεύει το ποίημα του «Angel in the house», ένα από τα δημοφιλέστερα βικτωριανά ποιήματα. Παραθέτω ένα ενδεικτικό απόσπασμα:
The Angel In The House. Book I. Canto IX.
Preludes.
I The Wife's Tragedy
Man must be pleased; but him to please
Is woman's pleasure; down the gulf
Of his condoled necessities
She casts her best, she flings herself.
How often flings for nought, and yokes
Her heart to an icicle or whim,
Whose each impatient word provokes
Another, not from her, but him;
While she, too gentle even to force
His penitence by kind replies,
Waits by, expecting his remorse,
With pardon in her pitying eyes;
And if he once, by shame oppress'd,
A comfortable word confers,
She leans and weeps against his breast,
And seems to think the sin was hers;
And whilst his love has any life,
Or any eye to see her charms,
At any time, she's still his wife,
Dearly devoted to his arms;
She loves with love that cannot tire;
And when, ah woe, she loves alone,
Through passionate duty love springs higher,
As grass grows taller round a stone.
Ακολουθεί μια δική μου, πρόχειρη μετάφραση:
Ο άντρας πρέπει να ικανοποιείται· μα η ευχαρίστησή του είναι χαρά της γυναίκας· στη άβυσσο των δικών του ανακουφισμένων αναγκών ρίχνει τον καλύτερό της εαυτό, πέφτει η ίδια. Πόσο συχνά ρίχνεται μάταια, και υποτάσσει την καρδιά της στην ψυχρότητα ή σ' ένα καπρίτσιο, που η κάθε ανυπόμονη λέξη του προκαλεί άλλη μία, όχι απ' αυτήν, μα απ' αυτόν· ενώ εκείνη, πολύ ευγενική ακόμα και για να εκμαιεύσει τη μετάνοιά του με καλά λόγια, στέκεται και περιμένει τη μεταμέλειά του, με συγχώρεση στα γεμάτα οίκτο μάτια της· κι αν κάποτε, από την ντροπή καταπιεσμένος, μια κουβέντα παρηγοριάς προσφέρει, γέρνει και κλαίει πάνω στο στήθος του, κι ό,τι φταίει εκείνη φαίνεται να νομίζει· κι όσο η αγάπη του έχει σημάδια ζωής, ή διακρίνει τα θέλγητρά της, σε κάθε στιγμή, είναι ακόμα η γυναίκα του, αφοσιωμένη τρυφερά στην αγκαλιά του· αγαπά με αγάπη που δεν κουράζεται ποτέ· κι όταν, αχ συμφορά, αγαπά μόνη της, μέσα από το παθιασμένο καθήκον η αγάπη ψηλώνει πιο πολύ, όπως το γρασίδι γύρω από μια πέτρα.
Ο Πάτμορ περιγράφει την ιδανική γυναίκα, την τέλεια σύζυγο. Αγνή, ενάρετη, παθητική, ευσεβής, υποταγμένη στις επιθυμίες του συζύγου, αφιερώνει τη ζωή της στην ανατροφή των παιδιών. Η ευτυχία της όφειλε να εξαρτάται από την ευτυχία του συζύγου της, ενώ η προσωπική της επιθυμία έπρεπε να υποχωρεί μπροστά στις ανάγκες του. Το σπίτι αποτελούσε τον φυσικό της χώρο και η υπακοή το βασικό της προσόν. Δεν περιέγραφε απλώς μια γυναίκα, αλλά ένα ολόκληρο πρότυπο γυναικείας συμπεριφοράς. Ο «Άγγελος», με άλλα λόγια, ήταν μια γυναίκα χωρίς πραγματικό δικαίωμα στην αυτονομία. Το ποίημα γραφόταν από το 1854 έως το 1862 και έμπνευση του ποιητή ήταν η τεθνεώσα σύζυγός του.
Στο μυθιστόρημα Τζέιν Έiρ της Σάρλοτ Μπροντέ (μτφρ. Αργυρώ Μαντόγλου, εκδ. Μίνωας), η Τζέιν δεν είναι η γυναίκα που δέχεται αδιαμαρτύρητα τη θέση που της έχει επιφυλάξει η κοινωνία. Από την παιδική της ηλικία αντιδρά στην ταπείνωση, θυμώνει, διεκδικεί, αμφισβητεί. Η περίφημη σκηνή στο κόκκινο δωμάτιο είναι ήδη μια σκηνή εγκλεισμού, αλλά και εξέγερσης: ένα παιδί τιμωρείται επειδή δεν είναι αρκετά υπάκουο.
Η Τζέιν, ωστόσο, δεν απορρίπτει όλα όσα συνδέονται με το πρότυπο της βικτωριανής γυναίκας. Διαθέτει ηθική, ευαισθησία, αφοσίωση και αυτοσυγκράτηση. Αυτό που αρνείται είναι η άνευ όρων αυτοθυσία. Θέλει να αγαπήσει, αλλά όχι να αφομοιωθεί σε αυτή τη σχέση αγάπης. Θέλει να παντρευτεί, αλλά όχι να γίνει ιδιοκτησία ενός άνδρα. Και κυρίως θέλει να μπορεί να λέει «όχι». Εδώ βρίσκεται και η σημασία της φυγής της από το Θόρνφιλντ. Η Τζέιν δεν εγκαταλείπει τον Ρότσεστερ επειδή δεν τον αγαπά, αλλά επειδή δεν μπορεί να παραιτηθεί από την αυτονομία της.
Η «τρελή στη σοφίτα»
Όμως, η Μπροντέ έχει δημιουργήσει και έναν δεύτερο γυναικείο χαρακτήρα, που βρίσκεται στον αντίποδα της Τζέιν, μια γυναίκα πολύ πιο μυστηριώδη, πολύ πιο βίαιη, την Μπέρθα Μέισον. Ο χαρακτήρας της Μπέρθα ενσαρκώνει αυτό που ονομάζεται «η τρελή στη σοφίτα». Ο όρος δηλώνει τη γυναίκα που λόγω κάποιας «ασθένειας» απομονώνεται, συνήθως, στη σοφίτα του σπιτιού. Η Μπέρθα αποκαλύπτει χαρακτηριστικά τον τρόπο με τον οποίο η πατριαρχία αντιμετωπίζει τη γυναικεία οργή. Μια γυναίκα που δεν υπακούει μπορεί να χαρακτηριστεί δύσκολη, μια γυναίκα που αντιστέκεται υστερική, μια γυναίκα που επιμένει να είναι ελεύθερη τρελή. Η Μπροντέ την περιγράφει με ζωώδη χαρακτηριστικά: άγρια, τερατώδη, σχεδόν απάνθρωπη. Η εικόνα της και η παρομοίωσή της με τίγρη υπογραμμίζει ακριβώς αυτό που η κοινωνία φοβάται περισσότερο, μια γυναίκα που δεν ελέγχει πλέον την οργή της. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε από τις Sandra Gilbert και Susan Gubar στο βιβλίο τους The madwoman in the attic: The woman writer and the 19th century literary imagination (1979), όπου εξετάζουν την παρουσίαση των γυναικείων μυθιστορηματικών χαρακτήρων από γυναίκες συγγραφείς του 19ου αιώνα.
Όμως το ερώτημα που θέτει το μυθιστόρημα, και που θα αναδείξουν ακόμη περισσότερο οι Gilbert και Gubar, είναι αν η Μπέρθα είναι πραγματικά «τρελή» ή αν η τρέλα αποτελεί τον μόνο διαθέσιμο τρόπο για να περιγραφεί μια γυναίκα που δεν αποδέχεται τον εγκλεισμό της και αντιστέκεται. Στη δική τους ανάγνωση η Μπέρθα δεν είναι απλώς η «τρελή» που βρίσκεται στη σοφίτα, αλλά το σκοτεινό alter ego της Τζέιν. Γίνεται η γυναίκα που εκφράζει με το σώμα και τη βία όλα όσα η Τζέιν αναγκάζεται να συγκρατήσει. Ενώ η Τζέιν ελέγχει την οργή που αισθάνεται, η Μπέρθα παρουσιάζεται να ουρλιάζει, να επιτίθεται, να καταστρέφει.
Η σοφίτα δεν επιλέγεται τυχαία. Είναι ο χώρος στον οποίο η πατριαρχική κοινωνία τοποθετεί ό,τι δεν μπορεί να ενσωματώσει: την επιθυμία, τη σεξουαλικότητα, την οργή, την ανυπακοή, το «άλλο».
Η βικτωριανή κοινωνία μπορούσε να ανεχθεί μια γυναίκα που ήταν λυπημένη, υποταγμένη ή σιωπηλή, αλλά όχι μια γυναίκα θυμωμένη, εξαγριωμένη. Η γυναικεία οργή, όταν δεν μπορούσε να εξηγηθεί κοινωνικά, συνδεόταν εύκολα με την παθολογία. Κι αυτό κάνει την Μπέρθα τόσο σημαντική, καθώς αναδεικνύει την πατριαρχική εξουσία πάνω στη γυναικεία επιθυμία μα και στο γυναικείο σώμα.
Η σοφίτα δεν επιλέγεται τυχαία. Είναι ο χώρος στον οποίο η πατριαρχική κοινωνία τοποθετεί ό,τι δεν μπορεί να ενσωματώσει: την επιθυμία, τη σεξουαλικότητα, την οργή, την ανυπακοή, το «άλλο». Η εξουσία του άνδρα, η οικονομική του δύναμη με τη συνδρομή της ιατρικής, φροντίζουν ώστε η γυναίκα να χάσει όχι μόνο την ελευθερία, αλλά και τη δυνατότητα να ορίσει η ίδια την πραγματικότητά της.
Η κίτρινη ταπετσαρία
Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, το 1892, δημοσιεύεται η Κίτρινη ταπετσαρία (μτφρ. Δήμητρα Σταυρίδου, εκδ. Έρμα). Η συγγραφέας Σάρλοτ Πέρκινς Γκίλμαν υπήρξε μια σημαντική και επιδραστική φιγούρα του πρώιμου φεμινιστικού κινήματος. Στο διήγημά της παρουσιάζει την αφήγηση μιας νέας γυναίκας και μητέρας που περιγράφει την συναισθηματική και νοητική της κατάπτωση όπως τη βίωσε κατά τη διάρκεια της θεραπείας ξεκούρασης που της είχε επιβάλει ο γιατρός σύζυγός της.
Προφανώς, η ηρωίδα έπασχε από επιλόχεια κατάθλιψη. Η διάγνωση, όμως, ήταν νευρική κατάθλιψη και τάση προς υστερία. Η ενδεικνυόμενη θεραπεία περιελάβανε ανάπαυση και της απαγορευόταν να εργαστεί. Κρυφά από όλους, καταγράφει όσα της συμβαίνουν. Το μέρος που μένει είναι καλυμμένο από μια κίτρινη ταπετσαρία στην οποία όσο ο καιρός περνά, αρχίζει να βλέπει φιγούρες γυναικών που σέρνονται και προσπαθούν να δραπετεύσουν. Το διήγημα μιλά για την ψυχική νόσο και την προσδοκώμενη συμπεριφορά των γυναικών σε μια πατριαρχική κοινωνία: πώς οι γυναίκες έμεναν φυλακισμένες στα πρέπει των ανδρών και δεν μπορούσαν να εκφράσουν ούτε στους συζύγους τους την όποια αδυναμία τους, πόσο μάλλον δημόσια.
Το έργο της Βιρτζίνια Γουλφ
Η Βιρτζίνια Γουλφ στην ομιλία της Γυναικεία επαγγέλματα: Σκοτώνοντας τον Άγγελο στο σπίτι (μτφρ. Λαμπριάνα Οικονόμου, εκδ. Κοβάλτιο) αναπτύσσει τις απόψεις της τις οποίες εντάσσει αργότερα στο μυθιστόρημά της Στο φάρο (μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Δώμα) όπου και αποδομεί το πατριαρχικό αυτό στερεότυπο. Περιγράφει τον «Άγγελο» σαν μια εσωτερική φωνή που εμποδίζει τη γυναίκα να μιλήσει ελεύθερα. Είναι η φωνή που της λέει να είναι ευγενική, να μην ενοχλεί, να μην είναι επιθετική, να μην έχει υπερβολικές απαιτήσεις και, κυρίως, να βάζει τις ανάγκες των άλλων πάνω από τις δικές της.
Για τη συγγραφέα, αυτό το πρότυπο αποτελούσε σοβαρό εμπόδιο στην καλλιτεχνική δημιουργία. Μια γυναίκα που θέλει να γράψει χρειάζεται να έχει τη δυνατότητα να εκφράσει ακόμη και σκέψεις που μπορεί να θεωρηθούν δυσάρεστες ή προκλητικές. Ο «Άγγελος», αντίθετα, απαιτεί σιωπή, αυτολογοκρισία και διαρκή προσπάθεια να μην προσβληθεί κανείς. Γι’ αυτό και η Γουλφ χρησιμοποιεί μια ιδιαίτερα δυνατή εικόνα: λέει ότι μια συγγραφέας πρέπει να «σκοτώσει τον Άγγελο στο σπίτι». Η ιδέα αυτή συνδέεται άμεσα με το εμβληματικό έργο της Ένα δικό της δωμάτιο (μτφρ. Βάσια Τζανακάρη, εκδ. Μεταίχμιο), όπου η Γουλφ υποστηρίζει ότι μια γυναίκα χρειάζεται οικονομική ανεξαρτησία και έναν δικό της χώρο για να μπορέσει να δημιουργήσει.
Το μυθιστόρημά της Στο φάρο κυκλοφόρησε το 1927 και ανήκει στο ρεύμα του μοντερνισμού. Σε αυτό εμφανίζονται δύο διαφορετικοί χαρακτήρες, η κυρία Ράμσεϊ, μητέρα και σύζυγος που ενσαρκώνει τον Άγγελο στο σπίτι, και η νεαρή Λίλη, η γυναίκα που θέλει να ξεφύγει από αυτό το στερεότυπο, να είναι ανεξάρτητη, η γυναίκα που προσπαθεί να απαλλαγεί από τις κοινωνικές προσδοκίες της θηλυκότητας και να κατακτήσει τη δική της καλλιτεχνική και προσωπική αυτονομία. Η Γουλφ δίνει στη Λίλη τόσο γυναικεία όσο και ανδρικά χαρακτηριστικά, εισάγοντας το ανδρόγυνο μοντέλο με το οποίο εκτενώς θα ασχοληθεί στο έργο της Ορλάντο (μτφρ. Αργυρώ Μαντόγλου, εκδ. Gutenberg).
Από τα παραπάνω, παρατηρούμε πως με βάση τις δύο αυτές στερεοτυπικές μορφές, τον «Άγγελο στο σπίτι» και την «Τρελή στη σοφίτα», οικοδομήθηκε η γυναικεία ταυτότητα στη βικτωριανή εποχή. Η γυναίκα είτε θα σιωπούσε, είτε θα χαρακτηριζόταν τρελή.
* Η ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ είναι αρθρογράφος.

























