
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο της Ντόρις Λέσινγκ [Doris Lessing] «Το πέμπτο παιδί» σε νέα μετάφραση της Έφης Τσιρώνη, το οποίο κυκλοφορεί στις 23 Σεπτεμβρίου, από τις εκδόσεις Διόπτρα.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Εκείνο το πρωί, ξαπλωμένη στο σκοτάδι προτού ξυπνήσουν τα παιδιά, είχε νιώσει μαλακά χτυπήματα στην κοιλιά της, απαιτήσεις για προσοχή. Ανίκανη να το πιστέψει, είχε ανακαθίσει, κοιτάζοντας χαμηλά, στην ακόμα επίπεδη, αν και μαλακή, κοιλιά της, και είχε νιώσει τα απαιτητικά χτυπήματα, ρυθμικά σαν από μικρό τύμπανο. Είχε φροντίσει να μείνει σε κίνηση όλη την υπόλοιπη μέρα για να μη νιώθει τις απαιτήσεις που πρόβαλλε αυτό το νέο πλάσμα και που για εκείνη ήταν πρωτόγνωρες.
«Καλύτερα να πας στον δόκτορα Μπρετ, να τσεκάρει ξανά τις ημερομηνίες», είπε ο Ντέιβιντ.
Η Χάριετ δεν απάντησε, νιώθοντας ότι δεν είχε νόημα: Δεν είχε ιδέα γιατί ένιωθε έτσι.
Παρ’ όλ’ αυτά, πήγε στον γιατρό.
«Δεν αποκλείεται να έπεσα έξω τρεις ή ακόμα και τέσσερις εβδομάδες», είπε ο δόκτωρ Μπρετ, «αλλά, αν όντως συνέβη αυτό, τότε εσύ, Χάριετ, ήσουν πάρα πολύ απρόσεκτη».
Αυτές οι επιπλήξεις που εξαπέλυαν εναντίον της οι πάντες την έκαναν έξω φρενών.
«Όλοι κάνουμε λάθη».
Ο γιατρός συνοφρυώθηκε νιώθοντας τις εμφατικές κινήσεις στην κοιλιά της και είπε:
«Αυτό πάντως κάθε άλλο παρά προβληματικό φαίνεται. Έτσι δεν είναι;».
Παρ’ όλ’ αυτά, φαινόταν να αμφιβάλλει. Ήταν ένας ταλαιπωρημένος άντρας, όχι πια νέος, ο οποίος, όπως είχε ακούσει η Χάριετ, αντιμετώπιζε έναν δύσκολο γάμο. Εκείνη ανέκαθεν αισθανόταν ανώτερή του, τώρα όμως είχε την αίσθηση ότι βρισκόταν στο έλεός του. Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε το επαγγελματικά επιφυλακτικό πρόσωπό του, ενώ κειτόταν εκεί, στο εξεταστικό κρεβάτι, στα χέρια του, λαχταρώντας να της πει κάτι άλλο, να της δώσει κάτι άλλο. Τι; Μια εξήγηση.
«Θα πρέπει να φροντίσεις να μην κουράζεσαι», της είπε, γυρίζοντας από την άλλη μεριά.
«Κάτι μας είπες τώρα!» μουρμούρισε πίσω απ’ την πλάτη του η Χάριετ εκτός εαυτού κι αμέσως μετά μάλωσε τον εαυτό της για την αντίδρασή της: Είσαι μια στρίγκλα, μια κακιασμένη στρίγκλα…
Όσοι κατέφτασαν για τα Χριστούγεννα έμαθαν ότι η Χάριετ είχε μείνει ξανά έγκυος – κατά λάθος, αλλά τώρα χαίρονταν με αυτή την εξέλιξη. Στα συγχαρητήρια η Ντόροθι αντιδρούσε μάλλον δύσθυμα, ενημερώνοντας τους πάντες ότι τώρα έπρεπε να βοηθήσουν ακόμα περισσότερο απ’ ό,τι συνήθως. Η Χάριετ δεν θα μαγείρευε, δεν θα καθάριζε, δεν θα έκανε τίποτα. Εκείνη θα καθόταν κι αυτοί θα την υπηρετούσαν.
Μηδενός εξαιρουμένου, οι επισκέπτες στην αρχή έμειναν εμβρόντητοι με τα νέα κι ύστερα άρχισαν τ’ αστεία. Η Χάριετ και ο Ντέιβιντ έμπαιναν σε δωμάτια γεμάτα με συγγενείς που κουβέντιαζαν και σταματούσαν αμέσως να μιλάνε όταν τους έβλεπαν. Ήταν προφανές ότι αντάλλασσαν αποδοκιμασίες. Η Ντόροθι, που κρατούσε όρθιο αυτό το σπίτι, έπαιρνε όλα τα εύσημα. Οι πιέσεις στον μισθό του Ντέιβιντ –που έτσι κι αλλιώς δεν ήταν μεγάλος– σχολιάστηκαν. Αστεία κυκλοφόρησαν για το πώς θα έπαιρνε ο Τζέιμς την είδηση μίας ακόμα εγκυμοσύνης. Κι έπειτα άρχισαν τα πειράγματα. Ο Ντέιβιντ και η Χάριετ επαινέθηκαν για τη γονιμότητά τους, το ίδιο και η κρεβατοκάμαρά τους, η οποία, όπως έλεγαν όλοι χαριτολογώντας, φαινόταν να έχει μεγάλη επίδραση στο συγκεκριμένο ζήτημα. Εκείνοι αντέδρασαν στα αστεία με ανακούφιση. Όλοι αυτοί οι αστεϊσμοί ωστόσο έκρυβαν κάτι δηκτικό μέσα τους και τώρα, για πρώτη φορά, όλοι έβλεπαν τους Λάβιτ διαφορετικά. Αυτό το χαρακτηριστικό τους, η ήρεμη επιμονή που είχε συγκεντρώσει τόσους συγγενείς κάτω από την ίδια στέγη, που είχε δώσει ψυχή σ’ αυτό το σπίτι και είχε καταφέρει να συνταιριάξει τόσους διαφορετικούς ανθρώπους από διάφορα μέρη της Αγγλίας και του κόσμου επίσης –ο Τζέιμς ερχόταν από τις Βερμούδες, η Ντέμπορα από τις ΗΠΑ κι ακόμα και η Τζέσικα είχε υποσχεθεί να περάσει για λίγο–, αυτό το χαρακτηριστικό τους, ό,τι κι αν ήταν, αυτή τους η απαίτηση από τη ζωή, η οποία στο παρελθόν είχε αντιμετωπιστεί με σεβασμό (απρόθυμο ή όχι), αυτό το κάτι που είχαν οι δυο τους τώρα έδειχνε το άλλο του πρόσωπο: στη Χάριετ, που έμενε χλωμή και ακοινώνητη στο κρεβάτι της κι ύστερα κατέβαινε κάτω αποφασισμένη να μπει στην παρέα, αλλά αποτυγχάνοντας και ανεβαίνοντας ξανά επάνω· στη δύσθυμη υπομονή της Ντόροθι, γιατί μοχθούσε ασταμάτητα όλη μέρα, καμιά φορά ακόμα και μέχρι αργά τη νύχτα· και στην γκρίνια και στις απαιτήσεις για προσοχή των παιδιών, και ειδικά του μικρούλη Πολ.
Αυτό το χαρακτηριστικό τους, η ήρεμη επιμονή που είχε συγκεντρώσει τόσους συγγενείς κάτω από την ίδια στέγη, που είχε δώσει ψυχή σ’ αυτό το σπίτι και είχε καταφέρει να συνταιριάξει τόσους διαφορετικούς ανθρώπους από διάφορα μέρη της Αγγλίας και του κόσμου επίσης –ο Τζέιμς ερχόταν από τις Βερμούδες, η Ντέμπορα από τις ΗΠΑ κι ακόμα και η Τζέσικα είχε υποσχεθεί να περάσει για λίγο–, αυτό το χαρακτηριστικό τους, ό,τι κι αν ήταν, αυτή τους η απαίτηση από τη ζωή, η οποία στο παρελθόν είχε αντιμετωπιστεί με σεβασμό (απρόθυμο ή όχι), αυτό το κάτι που είχαν οι δυο τους τώρα έδειχνε το άλλο του πρόσωπο.
Μια άλλη κοπέλα που είχε βρει ο δόκτωρ Μπρετ στο χωριό ήρθε να βοηθήσει. Όπως και οι τρεις προηγούμενες, έτσι κι αυτή ήταν ευχάριστη και τεμπέλα: Δεν σήκωνε το χέρι της να κάνει το παραμικρό αν δεν της το ζητούσες, ενοχλημένη καθώς ήταν από τον όγκο δουλειάς που απαιτούσε η φροντίδα τεσσάρων μικρών παιδιών. Παρ’ όλ’ αυτά, της άρεσε ο κόσμος που κυκλοφορούσε στο σπίτι ή καθόταν εκεί γύρω κουβεντιάζοντας και απολάμβανε τη φιλική ατμόσφαιρα, τόσο πολύ μάλιστα, που σε χρόνο μηδέν από την ανάληψη των καθηκόντων της κατέληξε να τρώει και να αράζει μαζί με όλους τους υπόλοιπους, θεωρώντας το πολύ φυσικό να τη σερβίρουν και να την εξυπηρετούν. Όλοι ήξεραν ότι θα έβρισκε μια δικαιολογία και θα έφευγε, όταν αυτό το υπέροχο πάρτι διαρκείας θα έφτανε στο τέλος του.
Πράγμα που έγινε, αρκετά νωρίτερα από το συνηθισμένο. Δεν ήταν μόνο η Τζέσικα (με τα ζωηρόχρωμα καλοκαιρινά ρούχα της, τα οποία, με την εξαίρεση μιας ελαφριάς ζακετούλας, δεν έκαναν καμία άλλη παραχώρηση στον αγγλικό χειμώνα) που ξαφνικά είχε θυμηθεί τις υποσχέσεις της να επισκεφτεί φίλους σε άλλα μέρη της χώρας. Η Τζέσικα έφυγε, μαζί της και η Ντέμπορα. Ο Τζέιμς ακολούθησε. Ο Φρέντερικ είπε ότι έπρεπε να τελειώσει ένα βιβλίο. Η καταγοητευμένη μαθήτρια, η Μπρίτζετ, βρήκε μια μέρα τη Χάριετ ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, να πιέζει με τις παλάμες της την κοιλιά της και δάκρυα να τρέχουν ποτάμι στα μάγουλά της, βογκώντας από κάποιον πόνο που δεν μπορούσε να κατονομάσει. Έπαθε τέτοιο σοκ, που έβαλε κι εκείνη τα κλάματα και είπε ότι εξαρχής ήξερε πως όλο αυτό παραήταν καλό για να κρατήσει, οπότε γύρισε σπίτι, στη μητέρα της, η οποία είχε μόλις ξαναπαντρευτεί και στην πραγματικότητα δεν την ήθελε.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Η Χάριετ και ο Ντέιβιντ παντρεύονται στην Αγγλία της δεκαετίας του ’60. Σε πείσμα της κοινωνικής αναταραχής γύρω τους, θέλουν να φτιάξουν μια μεγάλη, παραδοσιακή οικογένεια κι αγοράζουν μια επαρχιακή έπαυλη για να στεγάσουν το όνειρό τους. Στα χρόνια που ακολουθούν αποκτούν τέσσερα παιδιά και σιγά σιγά υφαίνουν αυτό το κουκούλι οικογενειακής θαλπωρής και ευτυχίας.
Όμως το πέμπτο παιδί έρχεται να ανατρέψει τα δεδομένα: Ο Μπεν γεννιέται παραμορφωμένος και αφύσικα δυνατός, με κτηνώδη και φονικά ένστικτα. Γρήγορα γίνεται ξεκάθαρο πως κανείς δεν είναι ασφαλής όσο βρίσκεται κι εκείνος στο σπίτι. Η Χάριετ και ο Ντέιβιντ βλέπουν όσα έχτισαν ως τώρα να απειλούνται από το ίδιο τους το παιδί, ένα παιδί που δεν ξέρουν καν αν μπορούν να αγαπήσουν.
Σε αυτή τη σύγχρονη ιστορία τρόμου η νομπελίστρια Doris Lessing φωτίζει με ρεαλιστικό αλλά και αποτρόπαιο τρόπο τις πιο σκοτεινές πλευρές της γονεϊκότητας και κάνει ένα ειρωνικό σχόλιο για την «τέλεια» οικογένεια, τους κάθε είδους κοινωνικούς αποκλεισμούς αλλά και την ίδια την εφήμερη φύση της ευτυχίας.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Doris Lessing γεννήθηκε το 1919 στην Περσία από Βρετανούς γονείς και μεγάλωσε στη Νότια Αφρική. Υπήρξε μία από τους σημαντικότερους συγγραφείς του 20ού αιώνα. Το 2001 τιμήθηκε με το βραβείο David Cohen για τη συνολική προσφορά της στη βρετανική λογοτεχνία. Το 2007 της απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Οι Times την κατέταξαν πέμπτη στη λίστα με τους 50 σπουδαιότερους Βρετανούς συγγραφείς από το 1945 και μετά. Πέθανε το 2013.





















