
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Ντέιμον Γκάλγκατ [Damon Galgut] «Σε ξένο δωμάτιο» (μτφρ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 7 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Διόπτρα.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Aρχίζουν να αλληλογραφούν. Κάθε δυο τρεις εβδομάδες τα γράμματα αλλάζουν χέρια. Ο Γερμανός γράφει στεγνά και ενημερωτικά, διηγείται τα γεγονότα της ζωής του αποστασιοποιημένα. Πήγε πίσω στο Βερολίνο. Δεν παντρεύτηκε. Άρχισε να σπουδάζει στο πανεπιστήμιο, όμως άλλαξε γνώμη και τα παράτησε. Αργότερα πήγε στον Καναδά, απ’ όπου στέλνει τώρα τα γράμματά του, συμμετέχει σε ένα πρόγραμμα δασοκομίας κάπου φυτεύοντας δέντρα.
Προσπαθεί να τον φανταστεί, τη βλοσυρή μαυροντυμένη μορφή με τα μακριά μεταξένια μαλλιά, να βάζει δενδρύλλια σε λάκκους και να πατικώνει το χώμα ολόγυρά τους. Δεν τον θυμάται πολύ καλά, δεν θυμάται την όψη του, αυτό που κρατάει είναι το συναίσθημα που του ξύπνησε ο Ράινερ, μια αίσθηση ταραχής και έξαψης. Δεν θα τολμούσε όμως να εκφράσει κάτι τέτοιο, διαισθάνεται μια απροθυμία από τη μεριά του άλλου άντρα να μιλήσει ανοιχτά για αισθήματα, το θεωρεί κατά κάποιον τρόπο αδυναμία. Μα, όσο ειλικρινής μοιάζει να είναι ο Ράινερ όσον αφορά τα γεγονότα, λείπουν και πάλι πολλές λεπτομέρειες στις διηγήσεις για τον εαυτό του, με ποιον ζούσε στο Βερολίνο, ποιος πληρώνει ώστε να μπορεί αυτός να ταξιδεύει παντού, τι τον έσπρωξε να πάει στον Καναδά και να φυτεύει δέντρα. Ακόμα κι όταν τον ρωτάει ευθέως, ο Ράινερ καταφέρνει με κάποιον τρόπο να μην απαντάει.
Από τη μεριά του, δεν έχει συγκρατήσει ποτέ τα συναισθήματά του, το αντίθετο μάλιστα, τα εκφράζει με μεγάλη άνεση, στα γράμματα τουλάχιστον. Επειδή οι λέξεις δεν δεσμεύονται από τον κόσμο. Είναι λοιπόν εύκολο να γράψει στον Ράινερ πόσο δύσκολη βρίσκει την επιστροφή του. Μοιάζει να μην μπορεί να στεριώσει πουθενά. Για ένα διάστημα μένει με τη φίλη του και τον άντρα της, αλλά είναι μια εισβολή στη ζωή της, ένα βάρος, ξέρει ότι πρέπει να φύγει. Πιάνει ένα δωμάτιο σ’ ένα σπίτι μαζί μ’ έναν φοιτητή, μα είναι δυστυχισμένος εκεί, το μέρος είναι βρόμικο, γεμάτο ψύλλους, δεν του ταιριάζει, σε κάνα δυο μήνες πάλι φεύγει. Προσέχει σπίτια άλλων όσο λείπουν, κοιμάται σε ξενώνες. Έπειτα μετακομίζει σ’ ένα διαμέρισμα που ανήκει σε μια πρώην σπιτονοικοκυρά του, η οποία μένει στα τρία δωμάτια δίπλα και κάτω. Είναι όμως μεγάλο λάθος. Η σπιτονοικοκυρά έρχεται στο διαμέρισμά του ό,τι ώρα να ’ναι, το κανίς της την ακολουθεί κατά πόδας γαβγίζοντας τσιριχτά, εκείνη βρίσκεται σε άσχημη φάση, έχει ανάγκη να μιλήσει, εκείνος προσπαθεί να την ακούσει, μα είναι πλημμυρισμένος από τη δική του δυστυχία. Θέλει να μείνει μόνος, ωστόσο αυτή δεν τον αφήνει σε ησυχία, το σκυλί μαδάει, αφήνει τις τρίχες και την υστερία του σ’ όλο του το πάτωμα. Κάποια στιγμή γράφει στον Ράινερ: Μακάρι να ερχόσουν, να με έπαιρνες να πάμε μια μεγάλη βόλτα κάπου. Ένα γράμμα έρχεται ως απάντηση: Σ’ ευχαριστώ για την πρόσκληση, θα είμαι εκεί τον Δεκέμβριο.
Μην έρθεις στο αεροδρόμιο, του λέει ο Ράινερ, θα σε βρω εγώ, δεν χρειάζεται. Εκείνος όμως τηλεφωνεί στην αεροπορική εταιρεία, μαθαίνει τα στοιχεία της πτήσης, δανείζεται ένα αυτοκίνητο από κάτι φίλους και βρίσκεται στην αίθουσα αφίξεων μια ώρα πριν προσγειωθεί το αεροπλάνο. Νιώθει μια προσμονή ανάμεικτη με άγχος. Έχουν περάσει δύο χρόνια από τη συνάντησή τους, δεν ξέρει πώς θα είναι τα πράγματα.
Μην έρθεις στο αεροδρόμιο, του λέει ο Ράινερ, θα σε βρω εγώ, δεν χρειάζεται. Εκείνος όμως τηλεφωνεί στην αεροπορική εταιρεία, μαθαίνει τα στοιχεία της πτήσης, δανείζεται ένα αυτοκίνητο από κάτι φίλους και βρίσκεται στην αίθουσα αφίξεων μια ώρα πριν προσγειωθεί το αεροπλάνο. Νιώθει μια προσμονή ανάμεικτη με άγχος. Έχουν περάσει δύο χρόνια από τη συνάντησή τους, δεν ξέρει πώς θα είναι τα πράγματα.
Όταν ο Ράινερ προβάλλει στην πύλη, δεν περιμένει κανέναν κι έτσι δεν κοιτάζει γύρω του. Στέκομαι λίγο πίσω για να τον περιεργαστώ. Η όψη του είναι ίδια. Τα στιλπνά καστανά μαλλιά πέφτουν στους ώμους του, είναι ντυμένος στα μαύρα από την κορφή ως τα νύχια, στην πλάτη του κρέμεται το ίδιο μαύρο σακίδιο. Κατευθύνεται αμέσως με αυστηρή έκφραση σε μια σειρά από πλαστικές καρέκλες για να τακτοποιήσει τα πράγματά του.
Τον παρακολουθώ για κάνα δυο λεπτά, έπειτα προσπαθώ να φανώ χαλαρός καθώς πηγαίνω προς το μέρος του.
Γεια σου.
Ο Ράινερ σηκώνει το κεφάλι του. Το σκοτεινιασμένο του πρόσωπο ξαστερώνει για μια στιγμή κι ύστερα σκυθρωπιάζει πάλι. Γιατί ήρθες. Σου είπα να μην έρθεις.
Το ξέρω. Ήθελα όμως να έρθω. Τέλος πάντων.
Γεια σου.
Δεν είναι βέβαιοι πώς να χαιρετηθούν. Ανοίγει τα χέρια του κι ο άλλος άντρας δέχεται την αγκαλιά του. Μα όχι ολότελα.
Δεν πίστευες ότι θα βρω τον δρόμο.
Ήθελα απλώς να σε καλωσορίσω, αυτό είναι όλο. Να σε βοηθήσω με τις αποσκευές σου.
Έχω μονάχα αυτό το σακίδιο. Προτιμώ να το κουβαλάω εγώ.
Πηγαίνει με το αυτοκίνητο τον Ράινερ στο σπίτι του. Καθώς ανεβαίνουν τη σκάλα, η σπιτονοικοκυρά, που δεν του μιλάει πια, κρυφοκοιτάζει από τη μισάνοιχτη πόρτα της. Το διαμέρισμά του είναι σχεδόν γυμνό και άδειο, τα λίγα υπάρχοντά του βρίσκονται μέσα σε χαρτόκουτα, θα φύγει από δω στο τέλος του μήνα. Βγαίνουν και κάθονται στο μπαλκόνι, χαζεύοντας τα πράσινα δέντρα από κάτω, το Κέιπ Φλατς που εκτείνεται ως τα βουνά. Για πρώτη φορά μένει σιωπηλός.
Λοιπόν, λέει ο Ράινερ. Ναι.
Είμαι εδώ. Είναι παράξενο.
Κοιτάζονται, χαμογελάνε. Μέχρι τώρα η άφιξη του Ράινερ ήταν εξωπραγματική, δεν πίστευε απόλυτα ότι θα συνέβαινε, μα αυτή τη στιγμή βρίσκονται και οι δύο στο ίδιο μέρος πάλι. Κάθονται στο μπαλκόνι και συζητάνε. Στην αρχή φέρονται αδέξια και νευρικά μεταξύ τους, οι λέξεις δεν βγαίνουν εύκολα και, ακόμα και όταν βγαίνουν, είναι φορτισμένες με ένταση. Ωστόσο ύστερα από λίγο μόνο διάστημα, ενώ η συζήτηση αρχίζει να ρέει, χαλαρώνουν λιγάκι, διαπιστώνουν ανακουφισμένοι πως τα πάνε καλά, διαθέτουν κι οι δυο ένα συγκεκριμένο είδος χιούμορ που σχετίζεται με την αποξένωση από τα πράγματα. Αυτό τους βοηθάει να συμπαθήσουν πάλι ο ένας τον άλλο, μολονότι αυτή η συμπάθεια δεν βασίζεται ακόμη σε κάτι συγκεκριμένο, μονάχα στην αόριστη αίσθηση της ψυχικής συγγένειας. Σχεδόν αρκεί.
Στο διαμέρισμά του υπάρχει ένα κρεβάτι μόνο, το οποίο θα πρέπει να μοιραστούν. Εκείνο το βράδυ όμως, όταν έρχεται η ώρα να ξαπλώσουν, ο Ράινερ λέει πως δεν χρειάζεται στρώμα.
Τι εννοείς.
Βλέπει τον Ράινερ να βγαίνει στο μπαλκόνι και να αδειάζει το σακίδιό του. Οι άνθρωποι χρειάζονται πάρα πολλά πράγματα, εξηγεί, βγάζοντας έναν υπνόσακο κι ένα λεπτό υπόστρωμα. Οι άνθρωποι θέλουν την άνεσή τους. Δεν είναι απαραίτητη. Ξετυλίγει το υπόστρωμα στο μπαλκόνι κι απλώνει από πάνω τον υπνόσακο. Αυτό είναι το μόνο που χρειάζομαι. Το προτιμώ. Βγάζει τα παπούτσια του, χώνεται στον υπνόσακο, ανεβάζει το φερμουάρ. Μένει ξαπλωμένος εκεί, κοιτώντας τον φίλο του μες στο σκοτάδι. Είναι αδύνατον να διακρίνει οποιαδήποτε έκφραση στο πρόσωπό του. Τέλεια, αποφαίνεται.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Ένας νεαρός άντρας κάνει τρία ταξίδια σε διαφορετικά στάδια της ζωής του. Σε κάθε ταξίδι καλείται να παίξει έναν διαφορετικό ρόλο: στην Ελλάδα αυτόν του Ακόλουθου, στην Αφρική αυτόν του Εραστή και στην Ινδία αυτόν του Προστάτη. Στη διαδρομή γνωρίζει ποικίλους χαρακτήρες που θα τον συντροφεύσουν σε άγνωστα μονοπάτια: προς τον πόθο, προς τη συμπόνια αλλά και προς την εξιλέωση. Κάθε γνωριμία τον παρασύρει όλο και πιο μακριά, σε τόπους αχανείς, αποπροσανατολίζοντάς τον ακόμα περισσότερο και θέτοντας υπό αμφισβήτηση όλα όσα γνωρίζει ή θέλει.
Ακροβατώντας μεταξύ προσωπικής εμπειρίας και μυθιστορηματικής αφήγησης, το Σε ξένο δωμάτιο αποτελεί ένα κυνήγι της ταυτότητας, που παραμένει ημιτελής, και της επιθυμίας, που πάντοτε βρίσκεται στην αντίπερα όχθη.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
O Damon Galgut είναι Νοτιοαφρικανός μυθιστοριογράφος και θεατρικός συγγραφέας. Γεννήθηκε το 1963 στην Πρετόρια και εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα σε ηλικία δεκαεπτά ετών. Ήταν για πρώτη φορά υποψήφιος για το βραβείο Booker με το έργο του The Good Doctor το 2003 (Ο καλός γιατρός, Ωκεανίδα, 2005) και για δεύτερη φορά το 2010 με το Σε ξένο δωμάτιο. Ήταν όμως το μυθιστόρημά του Η υπόσχεση που απέσπασε εντέλει το βραβείο Booker το 2021. Το Αρκτικό καλοκαίρι ήταν υποψήφιο για τα βραβεία Walter Scott και Folio, ενώ το έργο του The Quarry μεταφέρθηκε το 2020 στον κινηματογράφο. Σήμερα ζει και εργάζεται στο Κέιπ Τάουν. Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί συνολικά σε δεκαέξι γλώσσες.






















