
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Λέοντος Τολστόι «Κατά του κυνηγιού και της κρεοφαγίας» (εισαγωγή – μτφρ. Παναγιώτης Τσιαμούρας), το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Ροές.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Πρόσφατα βρέθηκα στα σφαγεία της Τούλα, της πόλης μας. Λέγεται πως έχουν χτιστεί, όπως σε όλες τις μεγάλες πόλεις, ακολουθώντας το τελευταίο τελειοποιημένο μοντέλο, ώστε τα ζώα που φονεύονται να υποφέρουν όσο το δυνατόν λιγότερο.
Ήταν Παρασκευή, δυο μέρες πριν από την Πεντηκοστή. Υπήρχαν πολλά ζώα εκεί. Από καιρό, αφού διάβασα το έξοχο βιβλίο The Ethics of Diet, ήθελα να επισκεφτώ ένα σφαγείο για να δω με τα μάτια μου την ουσία του λεγόμενου «χορτοφαγικού τρόπου ζωής». Ντρεπόμουν πολύ, όπως όλοι ντρέπονται στη θέα του πόνου, που ξέρουμε πως θα τον δούμε μπροστά μας, αλλά δεν γίνεται να τον αποτρέψουμε – ανέβαλλα, λοιπόν, συνεχώς την επίσκεψη.
Μέχρι που πριν από λίγο καιρό συνάντησα στον δρόμο έναν χασάπη. Επέστρεφε στην Τούλα από το σπίτι του. Μαθητευόμενος ακόμη, η δουλειά του ήταν να δίνει ένα χτύπημα με μαχαίρι. Τον ρώτησα: δεν λυπάται τα ζώα που σκοτώνει; Και μου απάντησε όπως απαντούν πάντα: «Γιατί να λυπηθώ; Πρέπει να το κάνω». Ωστόσο, του εξήγησα ότι δεν είναι καθόλου απαραίτητο να τρώμε κρέας, και συμφώνησε ότι πράγματι είναι λυπηρό. «Αλλά τι να κάνουμε; Πρέπει να βγάλουμε το ψωμί μας…» είπε. «Παλιά φοβόμουν να σκοτώσω. Ο πατέρας μου, σε όλη τη ζωή του, ούτε μια κότα δεν είχε σφάξει».
Στην πραγματικότητα οι περισσότεροι Ρώσοι δεν αντέχουν να σκοτώνουν, λυπούνται τα ζώα – και συχνά εκφράζουν αυτό το συναίσθημα με το: «φοβόμουν».
Στην πραγματικότητα οι περισσότεροι Ρώσοι δεν αντέχουν να σκοτώνουν, λυπούνται τα ζώα – και συχνά εκφράζουν αυτό το συναίσθημα με το: «φοβόμουν». Έτσι κι εκείνος στην αρχή φοβόταν. Ύστερα συνήθισε. Μου εξήγησε ότι η περισσότερη δουλειά γίνεται την Παρασκευή και συνεχίζεται μέχρι το βράδυ.
Πρόσφατα έπιασα κουβέντα με έναν στρατιώτη κρεοπώλη. Κι αυτός ξαφνιάστηκε, όταν του είπα πως είναι κρίμα να σκοτώνεις. Όπως όλοι, αποκρίθηκε πως: «είναι απαραίτητο», αλλά στη συνέχεια συμφώνησε. «Ειδικά όταν το ζωντανό είναι ήσυχο, ήμερο. Έρχεται το καημένο, σου έχει εμπιστοσύνη. Τότε σου ραγίζει η καρδιά! Μεγάλο κρίμα».
Είναι τρομερό! Φρικτός ο πόνος κι ο θάνατος αυτών των ζώων, ακόμα όμως φρικτότερο ο άνθρωπος να καταπνίγει αναίτια μέσα του το υψηλό αίσθημα της συμπόνιας και του οίκτου προς άλλα έμψυχα πλάσματα, όπως ο ίδιος, και να γίνεται σκληρός, ασκώντας βία στον εαυτό του. Κι όμως, πόσο βαθιά ριζωμένη στην καρδιά του η εντολή «ου φονεύσεις»!
Μία μέρα, καθώς επιστρέφαμε από τη Μόσχα, μερικοί καραγωγείς, που πήγαιναν από το Σερπούχοφ στο δάσος να μαζέψουν ξύλα για έναν έμπορο, μας πήραν στο κάρο τους. Ήταν Μεγάλη Πέμπτη. Εγώ καθόμουν στο μπροστινό κάρο, δίπλα σ’ έναν από τους αμαξάδες – γερό, κατακόκκινο, τραχύ άντρα, φανερά δυνατό πότη. Μπαίνοντας σ’ ένα χωριό, είδαμε να σέρνουν ένα παχύ ροδοκόκκινο γουρούνι έξω από ένα σπίτι, για να το σκοτώσουν· του είχαν αφαιρέσει ήδη τις τρίχες· ήταν γυμνό, έτοιμο για τη σφαγή. Ούρλιαζε απελπισμένα, σαν άνθρωπος. Τη στιγμή ακριβώς που περνούσαμε από μπροστά, άρχισαν να το χτυπούν, ένας άντρας τού έκανε ένα μεγάλο κόψιμο με το μαχαίρι στον λαιμό· τα ουρλιαχτά του γουρουνιού έγιναν ακόμη πιο δυνατά και διαπεραστικά, και το ζώο μες στα αίματα κατάφερε να ξεφύγει. Μύωπας καθώς είμαι, δεν μπόρεσα να δω όλες τις λεπτομέρειες. Είδα μόνο ένα ροδαλό κορμί, όμοιο με ανθρώπινο, κι άκουγα απέλπιδες κραυγές. Αλλά ο καραγωγέας δίπλα μου έβλεπε τα πάντα και παρατηρούσε δίχως να πάρει το βλέμμα. Το γουρούνι το ξανάπιασαν, το πέταξαν κάτω, το αποτέλειωσαν. Όταν τα ουρλιαχτά σταμάτησαν, ο αμαξάς έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό και είπε: «Μα δεν υπάρχει Θεός; Δεν θα λογοδοτήσουν γι’ αυτό;».
Να τι έντονη αποστροφή προκαλεί ο φόνος στον άνθρωπο. Ωστόσο, το παράδειγμα, η ασταμάτητη ροπή προς την απληστία, ο ισχυρισμός ότι ο Θεός όλα τούτα τα επιτρέπει, και πάνω απ’ όλα η συνήθεια, οδηγούν τους ανθρώπους στην πλήρη απώλεια αυτού του φυσικού συναισθήματος.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Γνωστός κυρίως για το αμιγώς λογοτεχνικό του έργο, με μυθιστορήματα-κολοσσούς και διηγήματα-κομψοτεχνήματα, ο Λέων Τολστόι μετά από μια υπαρξιακή κρίση στις αρχές του 1880 στρέφεται κυρίως σε ζητήματα ηθικής, θρησκείας, φιλοσοφίας. Καρπός της «μεταστροφής» του μια σειρά πολιτικών και κοινωνικών έργων, όπου ο Ρώσος συγγραφέας καταγγέλλει την κοινωνική υποκρισία, το κράτος, την εκκλησία, διαμορφώνοντας μια ιδιαίτερη γραμμή σκέψης, προσδιοριστική προσωπικοτήτων και κινημάτων του επόμενου αιώνα, που θα έχουν πάντα τον Τολστόι ως σημείο αναφοράς και ως «τεκμήριο» του αγώνα και του δίκιου τους. Έτσι και τα κείμενα του τόμου· αναδεικνύουν έναν Τολστόι πολέμιο της κρεοφαγίας και του κυνηγιού, πρωτοπόρο και θεωρητικό της χορτοφαγίας, της οικολογικής συνείδησης, επιχειρώντας να φωτίσουν αυτήν τη λίγο πολύ αγνοημένη πλευρά του Ρώσου συγγραφέα: όχι μόνο ως στοχαστή, θρησκευτικού ή κοινωνικού φιλοσόφου, αλλά και ως ηθικού κήρυκα, υπερασπιστή μιας νέας στάσης ζωής, που άξονάς της θα είναι η συμπόνια και ο σεβασμός προς κάθε ζωντανό πλάσμα, όχι από λύπηση ή οίκτο, αλλά από βαθιά ηθική δύναμη. Την έκδοση συνοδεύει εκτενής εισαγωγή του μεταφραστή για τις περί χορτοφαγίας ιδέες του Τολστόι και την κοινωνικοπολιτική τους διάσταση, σε σύνδεση και με το χορτοφαγικό κίνημα. Το βιβλίο αποτελεί το 100ό τομίδιο της επιτυχημένης σειράς microMEGA, των εκδόσεων Ροές.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Λέων Τολστόι (1828-1910) ήταν Ρώσος συγγραφέας. Θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς όλων των εποχών. Ο Λέων (Λεβ) Τολστόι γεννήθηκε στις 28 Αυγούστου [(9) Σεπτέμβρη με το νέο ημερολόγιο)] του 1828 στη Γιάσναγια Πολιάνα, περιοχή Τούλας, δυτικά της Μόσχας, στο κτήμα της αριστοκρατικής του οικογένειας, η οποία του κληροδότησε και τον τίτλο του κόμη. Αν και καταγόταν από πλούσια οικογένεια, αφοσιώθηκε με μεγάλη αγάπη στους μουζίκους, βοηθώντας τους και μελετώντας τη ζωή τους. Δεμένος με τα προβλήματα της εποχής του, προσπάθησε να βρει γιατί υποφέρουν οι άνθρωποι και προσπάθησε να απελευθερώσει τον άνθρωπο και να αποκαταστήσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ως καλλιτέχνης ο Τολστόι διακρίνεται για τη βαθιά γνώση των κρυφών πτυχών της ψυχής και την άμεση καθαρότητα του αισθήματος. Το έργο του είχε τεράστια σημασία και άσκησε γόνιμη επίδραση στη ρωσική και στην παγκόσμια λογοτεχνία. Η ζωή του υπήρξε ένας στρόβιλος με ανησυχίες και οι αρχές του σχετικά με τη φυσική ισότητα των ανθρώπων και την άρνηση της βίας ενέπνευσαν προσωπικότητες, όπως ο Μαχάτμα Γκάντι και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Στο πολυσχιδές του έργο απεικονίζει μοναδικά την κοινωνία της αυτοκρατορικής Ρωσίας των ημερών του, ενώ ταυτόχρονα παραμένει υμνητής της εσώτερης ζωής και ειρήνης.





















