
Για το μυθιστόρημα του Μιλτιάδη Φρύσσα «Η κόκκινη γελάδα» (εκδ. Βαγονέτο). Εικόνα: Ο πίνακας του Καζιμίρ Μαλέβιτς «Αγελάδα και βιολί».
Γράφει ο Παναγιώτης Γούτας
Οι νεότευκτες εκδόσεις «Βαγονέτο» του (μεταξύ άλλων) συγγραφέα Γιώργου Γκόζη, πρόλαβαν ήδη στους λίγες μήνες που λειτουργούν να δώσουν δείγματα καλής λογοτεχνίας με υψηλή αισθητική και τυπογραφική ποιότητα στο όλο εκδοτικό αποτέλεσμα. Ένα από τα πλέον πρόσφατα βιβλία αυτών των εκδόσεων (κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 2026) είναι και το μυθιστόρημα του Μιλτιάδη Φρύσσα Η κόκκινη γελάδα.
Πρωταγωνιστές που το όνομα όλων τους αρχίζει από το γράμμα Θ (γαργαλιστική η παρήχηση του θήτα). Κατ’ επίφαση ανέμελες καλοκαιρινές διακοπές δύο ζευγαριών, τα κορίτσια των οποίων γίνονται φίλες. Ερωτικές απιστίες και γράμματα που μαρτυρούν τα γεγονότα και συντομεύουν την επερχόμενη ρήξη. Συνεχή φλας μπακ από το παρόν στο παρελθόν, για να γνωρίσουμε, και μέσω των προγόνων του, την ιδιοσυγκρασία του ήρωα Θρασύβουλου Θράσσου. Αναζήτηση, δεκατέσσερα χρόνια μετά τον χωρισμό, του νήματος που ενώνει το σήμερα με τα περασμένα, μέσω του περιεχομένου μιας παλιάς σκονισμένης βαλίτσας. Και ένα λογοτεχνικό βιβλίο του Θρασύβουλου Θράσσου (εδώ, πλέον, φανερό προσωπείο του συγγραφέα Φρύσσα, με τα δύο σίγμα, μάλιστα, στο επώνυμό του) που για ανεξήγητους λόγους γνωρίζει ανέλπιστη επιτυχία – η τελευταία ενότητα, γεμάτη χιούμορ, σαρκασμό, λεπτή ειρωνεία, αλλά και αυτοϋπονόμευση, όλα τους τραβηγμένα στα άκρα, με σκωπτική διάθεση για τον εν Ελλάδι συγγραφικό και εκδοτικό χώρο και το πώς αυτός λειτουργεί.
Ένα ντεμπούτο με αρετές και εκπλήξεις
Το πρώτο βιβλίο του ογδοντάχρονου, πλέον, Μιλτιάδη Φρύσσα (1946) περιέχει αρκετές αρετές και εκπλήξεις. Έξυπνη δομή, ευρηματικότητα, βιωματικά στοιχεία εντέχνως παραλλαγμένα, κοινωνική κριτική, ειρωνεία των επίπλαστων συζυγικών σχέσεων και του θεσμού της οικογένειας, σχολιασμό του συγγραφικού παιχνιδιού και του τρόπου που είναι στημένο όλο το σύστημα αναφορικά με τις κυκλοφορίες βιβλίων και τις εκδοτικές επιτυχίες. Περιέχει επίσης αρκετές εξαιρετικά περίτεχνες σελίδες, γραμμένες με μεγάλη λογοτεχνικότητα. Ξενίζει το γεγονός πώς αυτός ο συγγραφέας δίσταζε να κυκλοφορήσει κάποιο βιβλίο του τόσα χρόνια. Ρομαντική διάθεση αποφυγής δημοσίευσης έργου για να έχει ουσία, αγνότητα και γνησιότητα η συγγραφική πράξη (όρα περίπτωση Σάλιντζερ), αφόρητη τελειομανία ή κάποια ανασφάλεια σχετικά με το αποτέλεσμα που θα προέκυπτε, τι από τα παραπάνω υπερίσχυσε και τον κράτησε μακριά από συμφωνίες με εκδοτικούς οίκους; Κύριος οίδε…
Είναι πάντως προφανές ότι υπάρχει σχολαστική προεργασία του υλικού του, ότι, δηλαδή, ο συγγραφέας έχει δουλέψει αρκετά μέχρι να πάρει την απόφαση της πρώτης κυκλοφορίας, παρότι κι αυτό το διακωμωδεί (ίσως κάπως ενοχικά) στις τελευταίες σελίδες του. Όμως, ακόμη και ο Σάλιντζερ, στο παρελθόν, που είχε απομονωθεί στο κτήμα του γράφοντας με καταιγιστικούς ρυθμούς δίχως να δημοσιεύει τίποτα (ο ψυχισμός του, μεταξύ άλλων, είχε κλονισθεί, εκτός του μετατραυματικού σοκ πολέμου, και από την απροσδόκητη επιτυχία του Ο φύλακας στη σίκαλη) είχε προλάβει να χριστεί συγγραφέας. Γιατί, όπως σωστά επισημαίνει στο βιβλίο του και ο Φρύσσας διά στόματος Θρασύβουλου Θράσσου, «αν δεν τυπώσεις έστω ένα βιβλίο, δεν λογίζεσαι συγγραφέας».
Όπως, λοιπόν, ο Θράσσος του μυθιστορήματος κυκλοφόρησε την Αδελφότητα (μυθοπλαστικό εύρημα), έτσι και ο Φρύσσας υπέκυψε στον πειρασμό να εκτεθεί, έστω αργά, στο αναγνωστικό κοινό με την Κόκκινη γελάδα του, ένα βιβλίο που μόνο πρωτόλειο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί.
Ένα τελευταίο σχόλιο, τώρα, για τον τίτλο του βιβλίου. Συνειρμικά με παρέπεμψε στον τίτλο του μυθιστορήματος του Βασίλη Τσιαμπούση Γαλάζια αγελάδα (εκδ. Μεταίχμιο). Ο τίτλος του Τσιαμπούση μπορεί να εκληφθεί ως ένας πολυεπίπεδος συμβολισμός για την ίδια την Ελλάδα και την περιπέτειά της στον 20ό αιώνα, μέσα από μαρτυρίες υπαρκτών προσώπων και αξιοποίηση της τοπικής ιστορίας (μικροϊστορίας) της Ανατολικής Μακεδονίας (Σέρρες, Δράμα). Ο τίτλος του Φρύσσα δεν νομίζω να εμπεριέχει κάποιον, παρόμοιας έκτασης, βαρυσήμαντο συμβολισμό. Παραπέμπει απλώς στη γέννηση εκείνου του αξιαγάπητου κοκκινόχρωμου μοσχαριού, της Ρόζας, ένα ζώο που ανέπτυξε μια ιδιαίτερη σχέση φιλίας και οικειότητας με τον ήρωα του στόρι, σ’ ένα κεφάλαιο ιδιαίτερα καλογραμμένο και συγκινητικό, που, αυθόρμητα, μας φέρνει στον νου εκείνο το απόφθεγμα του Λουντέμη: «Γνώρισα τους ανθρώπους και αγάπησα τα ζώα». Όμως, τώρα που το ξανασκέφτομαι, έχει κι αυτό τον δικό του ιδιαίτερο συμβολισμό στη μυθοπλασία του Φρύσσα.
*Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ είναι συγγραφέας. Τελευταίο του βιβλίο το μυθιστόρημα Η μελωδία των αγαλμάτων (Βακχικόν, 2026).
Απόσπασμα από το βιβλίο (σ. 60)
Με αυτά και μ’ εκείνα είχαν ανακαλύψει το χάδι, που εκείνος τουλάχιστον, το λάτρευε. Η Ρόζα άφηνε τη ροζ γλωσσίτσα της να κρέμεται κάπως έξω από τα παχιά της χείλη και ο Θρασύβουλος την χάιδευε. Προφανώς αυτό άρεσε και στη Ρόζα, που μόλις τον έβλεπε να πλησιάζει, είτε για μπάνιο είτε για απλή επίσκεψη, κάτι που επαναλαμβανόταν συχνά πυκνά, κρεμούσε τη γλώσσα της έξω και περίμενε. Τι καταλάβαιναν τώρα οι δυο τους από κάτι τέτοιο, ένας θεός ξέρει.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Μιλτιάδης Δημητρίου Φρύσσας γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1946. Σπούδασε αρχιτεκτονική στην Πολυτεχνική Σχολή του Α. Π. Θ. Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και στο διαδίκτυο.

Η κόκκινη γελάδα είναι το πρώτο του βιβλίο.
























