
Για το πεζογράφημα του Γιώργου Δούλου «Αναφιλητά» (εκδ. Έρμα).
Γράφει η Αγγελική Σπηλιοπούλου
Υπάρχει μια παγίδα στη βιωματική γραφή: η πεποίθηση ότι η εξομολόγηση αρκεί από μόνη της για να γίνει λογοτεχνία. Τα Αναφιλητά του Γιώργου Δούλου ξεπερνούν τον σκόπελο αυτό, ακριβώς επειδή ο συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται απλώς να αφηγηθεί το βίωμα, όσο να το μετουσιώσει σε λόγο, να μετατρέψει την εμπειρία σε συνομιλία. Το βιβλίο είναι ένα σύντομο και πυκνό κείμενο, ένας συγκερασμός αυτοβιογραφικής κατάθεσης, λογοτεχνικής εξομολόγησης, αυτοανάλυσης και ενδόρρηξης, όπου η αφήγηση μοιάζει περισσότερο με διαδικασία ενδοσκόπησης παρά με ανασύσταση γεγονότων. Εντοπίζεται ένας κατακερματισμός ταυτοτήτων μέσω των διαφορετικών ρόλων του αφηγητή και μια διαρκής διαπραγμάτευση συμφιλίωσής τους.
Δομημένη σε δεκατρία μέρη, η αφήγηση εναλλάσσεται μεταξύ πρώτου και τρίτου προσώπου, με τον πρωταγωνιστή να εξομολογείται, μα και να παρατηρεί ως τρίτος τον εαυτό του. Τις διηγήσεις συμπληρώνει το παράρτημα με ένα κείμενο που είχε δημοσιευτεί δύο χρόνια πριν σε εβδομαδιαίο έντυπο.
Στον πυρήνα του βιβλίου βρίσκεται η πατρότητα, που δεν βιώνεται ως κάτι δεδομένο, αλλά ως μια ριζική εσωτερική αλλαγή. Η σεξουαλικότητα, η συντροφικότητα, οι οικογενειακές σχέσεις και οι παλιές πληγές δεν συμπλέκονται δημιουργώντας μια ενθαρρυντική αφήγηση επούλωσης. Παραμένουν αντιφατικά, συχνά ανοιχτά τραύματα εντός ενός πλαισίου πραγμάτωσης.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ίδια η πράξη της απεύθυνσης. Ο φίλος, ο αδελφός, ο σύντροφος, ο γιος, δεν είναι απλώς πρόσωπα στα οποία απευθύνεται ο αφηγητής, αλλά αποτελούν διαφορετικές εκδοχές μιας ανάγκης για επικοινωνία και αποδοχή. Η γλώσσα της οικειότητας συχνά αποκτά ερωτική ένταση, ακόμη και εκεί όπου δεν υπάρχει ερωτική σχέση. Ιδίως η απεύθυνση προς τον γιο, στις αρχικές της στιγμές, μπορεί να διαβαστεί σχεδόν σαν απεύθυνση προς έναν ερωτικό σύντροφο. Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα συγγραφική επιλογή, γιατί θολώνει τα όρια ανάμεσα στις σχέσεις και αναδεικνύει την επιθυμία για εγγύτητα ως κοινό τους υπόστρωμα.
Η αποσπασματικότητα ως μέρος της αφήγησης
Η γραφή είναι κοφτή, άμεση, κάποτε ωμή. Δεν επιδιώκει τη λογοτεχνικότητα ως επίδειξη ύφους, αλλά μοιάζει να αφαιρεί διαρκώς ό,τι θεωρεί περιττό, αφήνοντας τις φράσεις να λειτουργήσουν σαν θραύσματα σκέψης ή σαν ατάκες ενός εσωτερικού μονολόγου. Η θεατρική παιδεία του συγγραφέα είναι εμφανής όχι μόνο στον ρυθμό, αλλά και στη δραματουργία της φωνής. Υπάρχει πάντοτε ένας άλλος απέναντι, ένας αποδέκτης, ακόμη κι όταν δεν κατονομάζεται. Το κείμενο είναι μια συνομιλία, και όχι ένας παραληρηματικός μονόλογος εν είδει εξομολόγησης με σκοπό τη λύτρωση. Από αυτή την άποψη, η αποσπασματικότητα είναι μέρος της αφήγησης και όχι αδυναμία.
Ο Δούλος αφήνει την προσωπική του εμπειρία εκτεθειμένη, αντιφατική και ατελή, χωρίς να ζητά από τον αναγνώστη να συμφωνήσει με τον αφηγητή, αλλά να αντέξει για λίγο την εγγύτητα μαζί του, μετατρέποντας την έκθεση του εαυτού σε λογοτεχνική πράξη.
Εδώ αποκτά σημασία και το ζήτημα της αλήθειας. Ακόμη και η πιο πιστή αναπαράσταση είναι ήδη μια υποκειμενική επιλογή: τι θυμάται κανείς, τι αποσιωπά, πώς αξιολογεί αυτό που συνέβη, από ποια θέση το κοιτάζει σήμερα. Το βίωμα, από τη στιγμή που γίνεται αφήγηση, έχει ήδη μεταμορφωθεί. Η μυθοπλασία, επομένως, δεν είναι το αντίθετο της ειλικρίνειας. Είναι ένας από τους τρόπους με τους οποίους η ειλικρίνεια μπορεί να αποκτήσει μορφή.
Ίσως γι' αυτό το τελευταίο μέρος του βιβλίου είναι και το πιο απαιτητικό. Μετά την αποδοχή της οικογένειας και την εγκατάσταση σε έναν χώρο συντροφικότητας και πατρότητας, εμφανίζονται ξανά ο θυμός, η απογοήτευση και η ματαίωση. Η συναισθηματική διαδρομή δεν κλείνει με μια συμφιλίωση. Αντίθετα, η αποδοχή φωτίζει ακόμη περισσότερο την προηγούμενη απόρριψη. Το ένα λειτουργεί ως αρνητικό του άλλου. Και μέσα σε αυτό το «αρνητικό», αποκτά ιδιαίτερη σημασία η γυναίκα που βρίσκεται δίπλα στον αφηγητή. Η παρουσία της δεν λειτουργεί απλώς ως καταφύγιο ή ως οικογενειακό πλαίσιο. Γίνεται το μέτρο μιας άλλης δυνατότητας σχέσης: της αποδοχής χωρίς όρους. Το τελευταίο κείμενο μοιάζει έτσι με μια καθυστερημένη ωδή σε αυτή τη γυναίκα, μια αναγνώριση όσων του προσέφερε εκείνη, ακριβώς επειδή κάποιος άλλος δεν μπόρεσε να τα προσφέρει.
Ο Δούλος αφήνει την προσωπική του εμπειρία εκτεθειμένη, αντιφατική και ατελή, χωρίς να ζητά από τον αναγνώστη να συμφωνήσει με τον αφηγητή, αλλά να αντέξει για λίγο την εγγύτητα μαζί του, μετατρέποντας την έκθεση του εαυτού σε λογοτεχνική πράξη.
* Η ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ είναι αρθρογράφος.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Γιώργος Δούλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1992. Σπούδασε Θεατρολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μαθήτευσε δίπλα σε σημαντικούς σκηνοθέτες, όπως ο Λευτέρης Βογιατζής και η Ρούλα Πατεράκη, συμμετέχοντας σε παραγωγές του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση και του Θεάτρου της Οδού Κυκλάδων. Ίδρυσε την εταιρεία θεάτρου λευκήΣΚΗΝΗ, με την οποία σκηνοθέτησε έργα των Ευριπίδη, Λυμπεράκη, Βέλτσου και Δημητριάδη.

Εργάστηκε επί σειρά ετών στον χώρο του βιβλίου. Είναι γλύπτης κεραμικής και δημιουργός της Dealú, μιας εικαστικής πλατφόρμας που συνδυάζει τη σύγχρονη κεραμική με τη γλυπτική αφήγηση, μέσα από το χαρακτηριστικό μπλε χρώμα. Είναι δρομέας μεγάλων αποστάσεων.
Τα Αναφιλητά είναι το πρώτο του βιβλίο.






















