
Μεταφραστές και επιμελητές αποκαλύπτουν τις διαδρομές μέσα από τις οποίες προσέγγισαν τη γλώσσα, το ύφος ή και την οικονομία ενός βιβλίου και μοιράζονται μαζί μας μυστικά του εργαστηρίου τους. Φιλοξενούμενος, ο μεταφραστής Κώστας Καλτσάς για τη μετάφραση του μυθιστορήματος του Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας «Ατέλειωτο αστείο» (εκδ. Gutenberg).
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Από την πολύκροτη εμφάνιση του Ατέλειωτου αστείου στα αγγλόφωνα γράμματα μας χωρίζουν πλέον τριάντα χρόνια. Λίγο οι τακτικές πλέον επετειακές επανεκδόσεις, λίγο ο αμερικανικός Τύπος να χαρακτηρίζει πια σύσσωμος το μυθιστόρημα κλασικό μα και πιο επίκαιρο από ποτέ, γίνεται όλο και δυσκολότερο να θυμηθεί κανείς πως, για καιρό πριν την έκδοσή του, δεν αποτελούσε παρά το μυστηριώδες αντικείμενο μιας πολύμηνης διαφημιστικής καμπάνιας του εκδοτικού οίκου Little, Brown, που με τις εκτιμήσεις της για το μέγεθος, την περιπλοκότητα, τη δυσκολία, τη μοναδικότητα και την ιδιοτροπία του, το έκανε να μοιάζει σχεδόν μετεωρολογικό φαινόμενο.
Δεν ήταν βέβαια ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά που εκδοτικός οίκος ισχυριζόταν πως «δεν έχετε ξαναδιαβάσει κάτι τέτοιο», και στον αέρα πλανιόταν η υποψία πως όλες αυτές οι εκτιμήσεις, δεν μπορεί, στο τέλος θα αποδεικνύονταν μεγαλοποιημένες. Ήταν, όμως, μια από τις μετρημένες στα δάχτυλα φορές που οι διαφημιστές του Little, Brown δεν υπερέβαλαν καθόλου, θα αποφαίνονταν λίγους μήνες αργότερα κριτικοί όπως ο Walter Kirn του New York Magazine, το κείμενο του οποίου για το μυθιστόρημα άνοιγε με την παράγραφο: «Τα λογοτεχνικά βραβεία της επόμενης χρονιάς έχουν αποδοθεί. Οι πλακέτες και οι μνείες μπορούν πλέον να δοθούν σε μεσεγγυούχο… ο ανταγωνισμός έχει ισοπεδωθεί… Το μυθιστόρημα είναι τόσο κολοσσιαία ρηξικέλευθο. Και τόσο εκπληκτικά καλό».
Ο Κερν έκανε λάθος σε ένα πράγμα: το Ατέλειωτο αστείο δεν απέσπασε τελικά κανένα σημαντικό βραβείο (δεν βρέθηκε καν στις βραχείες λίστες τους), ενώ δέχθηκε και συγκρατημένα απορριπτικές ή ακόμα και εχθρικές κριτικές από μια μερίδα συντακτών, ορισμένοι εκ των οποίων χρόνια αργότερα θα ανέκρουαν πρύμνα: η Μισίκο Κακουτάνι κι ο Α.Ο. Σκοτ, για παράδειγμα, ή ο Ντέιβ Έγκερς, που, αφού χαρακτήρισε το μυθιστόρημα «λεξική διάρροια» στη San Fransisco Chronicle το 1996, βρέθηκε να το αποκαλεί αριστούργημα στην εισαγωγή της επετειακής του έκδοσης το 2006, σημειώνοντας πως «το βιβλίο είναι 1079 σελίδες και δεν περιέχει ούτε μία τεμπέλικη πρόταση». Αναπόδραστη αναφορά σε κάθε αξιολόγηση, αυτές οι 1079 σελίδες.
Μισό και βάλε εκατομμύριο λέξεις, 388 τελικές σημειώσεις, μη-χρονολογική δομή, πολυσέλιδες (υποτακτικές) προτάσεις, χιλιάδες νεολογισμοί και εξεζητημένα συνώνυμα, τζάργκον (τένις, κινηματογράφος, ναρκωτικά, μαθηματικά, φαρμακολογία, πυρηνική φυσική), τα σπαστά, οριακά ακατανόητα αγγλικά μη-Αμερικανών χαρακτήρων, οι ακυρολογίες Αμερικανών χαρακτήρων που επιχειρούν να ακουστούν πιο «μορφωμένοι» από ό,τι είναι, η ίδια η επιτηδευμένα ανεπιτήδευτη προφορικότητα μιας αφηγηματικής φωνής που αρέσκεται να ανοίγει προτάσεις με φράσεις όπως «Και αλλά λοιπόν» – το μυθιστόρημα έμοιαζε εκ πρώτης όψεως με έναν ακόμα μεταμοντέρνο ογκόλιθο γραμμένο για να αποκλείσει όσους αναγνώστες δεν είχαν την σκευή και την υπομονή να αναμετρηθούν μαζί του. Τι έκπληξη λοιπόν, να ανακαλύπτει κανείς πως, σελίδα-σελίδα, το Ατέλειωτο αστείο όχι μόνο απαγορευτικό δεν ήταν, αλλά στην πραγματικότητα αποδεικνυόταν -ψιθυρίστε την, εκείνη την κατά τον Γουάλας λέξη συχνά απαγορευμένη στην επικράτεια του λογοτεχνικού Υψηλού- διασκεδαστικό· ακόμα και εθιστικό. Και πως κεντρικό του θέμα αποδεικνυόταν τελικά πως είναι τι ακριβώς σημαίνει αυτό.
(Περι)πλοκή
Βρισκόμαστε στο προσεχές μέλλον, κάπου πέντε λεπτά το πολύ από τα χρόνια της συγγραφής του μυθιστορήματος. Στη Βοστώνη των «Αναδιαμορφωμένων» Η.Π.Α., η Ακαδημία Τένις Ένφιλντ, δημιούργημα του μακαρίτη πειραματικού κινηματογραφιστή Τζέιμς Ινκαντένζα, εκπαιδεύει επίδοξους επαγγελματίες τενίστες που ήδη, ούτε καν έφηβοι ακόμα, έχουν επιλέξει (ή έχει επιλεχθεί για εκείνους) μια ενήλικη ζωή είτε ως αθλητικά ινδάλματα είτε ως αποτυχημένοι πρώην φερέλπιδες. Ανάμεσά τους, ο Χαλ, στερνοπαίδι του Τζέιμς, πολλά υποσχόμενος τενίστας, ιδιοφυής, και εθισμένος· εθισμένος στην επιτυχία (ή στον τρόμο της αποτυχίας, που μοιάζει ώρες-ώρες να είναι το ίδιο πράγμα), στην ιδέα της ιδιοφυίας του, στα ναρκωτικά.
Καναδοί τρομοκράτες και Αμερικανοί κατάσκοποι αναζητούν το χαμένο «Ατέλειωτο αστείο», τελευταία, μυθική ταινία του Τζέιμς, που φημολογείται πως είναι τόσο εθιστικά διασκεδαστική ώστε να αποδεικνύεται θανάσιμη για τους θεατές της.
Στα ριζά του λόφου όπου στεγάζονται οι εγκαταστάσεις της Ακαδημίας, στον Οίκο Επανένταξης Ένετ, ο πρώην ναρκομανής, πρώην διαρρήκτης Ντον Γκέιτλι, έχοντας ολοκληρώσει την αποτοξίνωσή του και δουλεύοντας πλέον ως μέλος του προσωπικού, παλεύει να ζήσει καθαρός από τις ουσίες που για δύο δεκαετίες τον προστάτευαν σαν άλλος αποσβεστήρας κραδασμών από την ίδια του τη ζωή. Αλλού, Καναδοί τρομοκράτες και Αμερικανοί κατάσκοποι αναζητούν το χαμένο «Ατέλειωτο αστείο», τελευταία, μυθική ταινία του Τζέιμς, που φημολογείται πως είναι τόσο εθιστικά διασκεδαστική ώστε να αποδεικνύεται θανάσιμη για τους θεατές της. Γύρω από τους τρεις αυτούς άξονες κινείται, παρεμβάλλεται, χάνεται κι (ενίοτε) επανεμφανίζεται ένα δορυφόρημα εκατοντάδων χαρακτήρων, δορυφόρημα που, όμως, σε αντίθεση με την αρχαία τραγωδία, δεν μένει ποτέ, μα ποτέ σιωπηλό. Κάθε άλλο: η φαινομενικά άσχετη με τα τεκταινόμενα κακοφωνία του απειλεί κάθε τόσο να καταστήσει την πραγματική (;) πλοκή του μυθιστορήματος ακατανόητη, τη συνολική εικόνα του αδύνατη να ιδωθεί.
Ποια συνολική εικόνα, όμως; Κατά τον Sven Birkerts, «η μεγάλη εικόνα [του μυθιστορήματος], αν έστω μπορούμε να μιλάμε για τέτοιο πράγμα, δεν έχει κάτι το "ξεκάθαρο" στο οποίο να φτάσει: αυτό […] έχει να μας πει για τον κόσμο, για την πραγματικότητα». Ο Birkerts συνεχίζει (το 1996, σημειώστε): «Το να αποφανθεί κανείς ότι το μυθιστόρημα δεν υπακούει στις παραδοσιακές νόρμες σημαίνει πως δεν έχει πιάσει το νόημα. Η αφηγηματική δομή του Γουάλας πρέπει αντιθέτως να θεωρηθεί αντίδραση σε μια αλλοιωμένη πολιτισμική αντίληψη. Το βιβλίο μιμείται, τόσο στην εξέλιξή του όσο και στα πυκνά φορτία αναφορικών δεδομένων του, τα κατανεμημένα συστήματα που αποτελούν το νέο παράδειγμα στις επικοινωνίες. Το βιβλίο δεν έχει ως θέμα του την ηλεκτρονική κουλτούρα, έχει όμως εσωτερικεύσει ορισμένες από τις αποσταθεροποιητικές ενέργειες που οι τεχνολογίες υπολογιστών έχουν απελευθερώσει ανάμεσά μας». Χμμμ.
Το Ατέλειωτο αστείο δεν είναι ένα δύσκολο βιβλίο. Σελίδα-σελίδα, δεν είναι ποτέ δυσνόητο, ποτέ στρυφνό· σελίδα-σελίδα, είναι πάντα γενναιόδωρο, έτοιμο να ανταμείψει τον κόπο της αναγνώστριας με κάτι ξεκαρδιστικά αστείο, ή παράξενα αξιομνημόνευτο, ή ανατριχιαστικά ανθρώπινο, μια αξιοθαύμαστα ακριβή περιγραφή ή ανεπάντεχα διεισδυτική παρατήρηση.
Ιδού ο Abe Beame, στις αρχές του 2026: «Τα περισσότερα σπουδαία αμερικανικά μυθιστορήματα έχουν ως θέμα τους τον κενό πυρήνα του αμερικανικού ονείρου, όμως η […] σύνοψη αυτής της απογοήτευσης από τον Γουάλας μόνο πιο επίκαιρη έχει γίνει από τότε που κυκλοφόρησε. Το Ατέλειωτο αστείο έκανε τη δήλωσή του για το πόσο δύσκολο είχε γίνει να είσαι άνθρωπος στον σύγχρονο κόσμο με τρόπο που μιμείται τον ίδιο τον αγώνα που περιγράφει».
Και ιδού ο Γουάλας, χρόνια πριν, να σχολιάζει τη δική του, ιδιοσυγκρασιακή ανάγνωση του Κάφκα (στο δοκίμιο «Some remarks on Kafka's funniness from which probably not enough has been removed»): «Και αυτό είναι, νομίζω, που κάνει το χιούμορ του Κάφκα απροσπέλαστο για παιδιά που η κοινωνία μας έχει εκπαιδεύσει να βλέπουν τα αστεία ως διασκέδαση και τη διασκέδαση ως εφησυχασμό. Δεν είναι πως οι φοιτητές δεν "πιάνουν" το χιούμορ του Κάφκα, αλλά πως τους έχουμε διδάξει ότι το χιούμορ είναι κάτι που "πιάνεις" – με τον ίδιο τρόπο που τους διδάξαμε ότι ο εαυτός είναι απλώς κάτι που "έχεις". Φυσικά, λοιπόν, και δεν μπορούν να εκτιμήσουν το πραγματικά κεντρικό καφκικό αστείο – το ότι ο φρικτός αγώνας να εδραιώσεις έναν ανθρώπινο εαυτό καταλήγει σε έναν εαυτό του οποίου η ανθρώπινη υπόσταση δεν μπορεί να διαχωριστεί από τον φρικτό αγώνα. Το ότι το ατέλειωτο και αδύνατο ταξίδι μας προς την πατρίδα είναι στη πραγματικότητα η πατρίδα μας».
Περί δυσκολίας, λοιπόν
Το Ατέλειωτο αστείο δεν είναι ένα δύσκολο βιβλίο. Σελίδα-σελίδα, δεν είναι ποτέ δυσνόητο, ποτέ στρυφνό· σελίδα-σελίδα, είναι πάντα γενναιόδωρο, έτοιμο να ανταμείψει τον κόπο της αναγνώστριας με κάτι ξεκαρδιστικά αστείο, ή παράξενα αξιομνημόνευτο, ή ανατριχιαστικά ανθρώπινο, μια αξιοθαύμαστα ακριβή περιγραφή ή ανεπάντεχα διεισδυτική παρατήρηση. Σελίδα-σελίδα, λίγο μοιάζει με τους ογκόλιθους του μοντερνισμού και του μεταμοντερνισμού με τους οποίους συγκρίνεται συχνά. Δεν μοιάζει με τον Οδυσσέα, ούτε με το Ουράνιο τόξο της βαρύτητας, ούτε με Το τούνελ, ούτε με τον Υπόγειο κόσμο, ούτε με το Τhe recognitions του Γουίλιαμ Γκάντις, ούτε ακόμα και μ’ ένα μυθιστόρημα με το οποίο θα έπρεπε ίσως να συγκρίνεται λίγο συχνότερα, το (επίσης όλο ναρκωτικά και εξαντλητικά λεπτομερείς περιγραφές) 1200 σελίδων Miss MacIntosh, my darling της Marguerite Young· σίγουρα δεν μοιάζει στο ελάχιστο με το πραγματικά απαιτητικό Women and men του Joseph McElroy που, όπως το Ατέλειωτο αστείο, συνομιλεί κι αυτό με τον Άμλετ (1192 σελίδες, εκδόθηκε το 1987, έχει έκτοτε μεταφραστεί μόνο στα ιταλικά, κι όποιος το έχει έστω ξεφυλλίσει, εύκολα αντιλαμβάνεται γιατί). Δεν μοιάζει με κανένα από αυτά τα μυθιστορήματα γιατί σελίδα-σελίδα είναι, παραδόξως, πρώτα απ’ όλα, φιλικό.
Το Ατέλειωτο αστείο είναι, για να θυμηθούμε και πάλι τον -αγαπημένο του Γουάλας- Γουίλιαμ Γκας, ένα βιβλίο που μας δοκιμάζει.
Ή, αλλιώς: Το Ατέλειωτο αστείο είναι ένα δύσκολο βιβλίο, η (μεγαλοποιημένη) δυσκολία του είναι όμως παράδοξη και εν μέρει αποτελεί το ίδιο του το θέμα. Δεν εντοπίζεται στην κατανόηση όσων συμβαίνουν στις σελίδες του, που είναι πάντα απολύτως ξεκάθαρα. Εντοπίζεται όμως στη σημασία όλων αυτών, στον τρόπο που τα μεμονωμένα περιστατικά και οι περιγραφές, οι επιμέρους αφηγήσεις του, συγκροτούν ή όχι μια πλοκή, και στο γεγονός πως, προγραμματικά, το σχήμα, η λύση κι η ερμηνεία αυτής της πλοκής εναπόκεινται σε κάθε αναγνώστη και αναγνώστρια να τα δώσει. Το Ατέλειωτο αστείο είναι, για να θυμηθούμε και πάλι τον -αγαπημένο του Γουάλας- Γουίλιαμ Γκας, ένα βιβλίο που μας δοκιμάζει.
Περίπου ένα τέταρτο του αιώνα πριν την έκδοση του Ατέλειωτου αστείου, ο Γκας γράφει για τους Μπέκετ, Μπόρχες και Τζον Μπαρθ: «Σαφώς και το έργο αυτών των συγγραφέων είναι εξίσου απαιτητικό με οτιδήποτε άλλο έχει να μας δώσει η μυθοπλασία (δεν εννοώ απλώς αινιγματικό, αλλά βαθύ). Ωστόσο… [έχουν παραμελήσει], ως ένα σημείο, στο πλάσιμο των μορφών τους, την έκταση της ικανότητας ανταπόκρισης των αναγνωστών τους, του αντικειμένου (όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ) των κόπων τους. Τα βιβλία τους δρουν πάνω μας. […] Είμαστε όμως υπερβολικά παθητικός όρος σε αυτή τη σχέση». (Fiction and the figures of life, σελ. 73-74.)
Το μυθιστόρημα θα μας βυθίσει με τη σειρά του σ’ έναν ωκεανό φαινομενικά διακριτών πληροφοριών και αντικρουόμενων προσταγών και θα δοκιμάσει την υπομονή μας, την ικανότητά μας να συγκεντρωθούμε, να αξιολογήσουμε, να επιλέξουμε με τη σειρά μας ποιες είναι σημαντικές και γιατί
Το πρωτόλειο του Γουάλας, Η σκούπα και το σύστημα (μτφρ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, εκδ. Κριτική), αποτελεί έμπρακτη απόδειξη αυτού του γκασιανού προβληματισμού, έτσι όπως περιστρέφεται γύρω από την ιδέα του διαλόγου μεταξύ συγγραφέα/κειμένου και αναγνωστών και επιχειρεί, βαθιά επηρεασμένο από τον Βίτγκενσταϊν και τα γλωσσικά παιχνίδια του, να δημιουργήσει ένα ανοιχτό σύστημα επικοινωνίας μεταξύ των δύο. Αυτή η απόπειρα νοηματοδότησης από κοινού εκτείνεται ως και την τελευταία του πρόταση, που μένει ημιτελής («Είμαι άντρας που»), περιμένοντας την αναγνώστρια να τη συμπληρώσει («…κρατάω το λόγο μου»). (Στο πρωτότυπο η αυτοαναφορικότητα του κειμένου ως κείμενο είναι ακόμα εντονότερη: «Ι’m a man of my [word]». Η λέξη που λείπει είναι κυριολεκτικά «λέξη».) Το πρόβλημα είναι βεβαίως προφανές: η έλλειψη οποιασδήποτε αμφιβολίας για τον λόγο / τη λέξη που πρέπει να συμπληρωθεί αναιρεί τη δυνατότητα αυτενέργειας της αναγνώστριας στη (συν)δημιουργία νοήματος· η ανάγνωση παραμένει κατευθυνόμενη και λειτουργεί περισσότερο ως χειρονομία προς ένα ανοιχτό σύστημα παρά ως το ίδιο το ζητούμενο. Ο Γουάλας θα το αναγνωρίσει αυτό: «Σκεφτόμουν ακόμα με όρους διακριτών προβλημάτων και μονοσήμαντων λύσεων», θα πει σε μια συνέντευξη στον Larry McCaffery το 1993. Η 1079 σελίδων απόπειρά του διόρθωσης θα εκδοθεί τρία χρόνια αργότερα.
Κύκλοι κι αδιέξοδα
Στο εγγύς μέλλον του Γουάλας, οι Η.Π.Α. είναι ένα κλειστό σύστημα, η μέθοδος παραγωγής ενέργειας του οποίου οδηγεί σε απόβλητα που αποτελούν τα ίδια καύσιμο για τη μέθοδο παραγωγής ενέργειας («δακτυλιοειδής σύντηξη»). Είναι, με άλλα λόγια, μια κουλτούρα που τρέφεται σε αέναο κύκλο με τα ίδια της τα σκουπίδια· κι ένας πληθυσμός που, όλο και συχνότερα καθηλωμένος μπροστά σε οθόνες να βομβαρδίζεται με πληροφορίες τις οποίες δεν μπορεί να μετατρέψει σε γνώση, πόσω μάλλον κατανόηση, επιχειρεί συχνά να οχυρωθεί εκεί, μπροστά στην οθόνη του, ή σε κάποιο άλλο μικρό κλειστό σύστημα (τον ξεκάθαρα οριοθετημένο κόσμο του αθλητισμού, το σεξ, τα ναρκωτικά, την αποστασιοποίηση του ακαδημαϊσμού), όλο και πιο πρόθυμος να θυσιάσει τη ζωή του στον βωμό της ευχαρίστησης, της εύκολης, άμυαλης απόλαυσης, ή της επιτυχίας (που με τη σειρά της θα οδηγήσει στην απόλαυση· τη δυνατότητα να χαράξεις εσύ τα όρια του κόσμου σου). Οι χαρακτήρες του Γουάλας μοιάζουν να έχουν απωλέσει άλλοτε την ικανότητα να επιλέξουν να ταχθούν σ’ έναν σκοπό που υπερβαίνει το εγώ (τους κινδύνους της οποίας ικανότητας ο Γουάλας δεν παραμελεί παρ’ όλα αυτά να σκιαγραφήσει)· άλλοτε την ικανότητα να επιλέξουν πρώτα απ’ όλα συνειδητά τον ίδιο τον σκοπό· άλλοτε την ικανότητα να τον επιλέξουν σωστά (να επιλέξουν, κατά τον Γουάλας, να αφιερωθούν σε κάτι που δεν θα τους «φάει ζωντανούς»). Όποιο δρόμο κι αν ακολουθήσουν, αργά ή γρήγορα καταλήγουν σε κάποιου είδους αδιέξοδο ή διπλό δεσμό, σε μια αβάσταχτη, μάταιη απόπειρα εξισορρόπησης αντικρουόμενων αναγκών και επιθυμιών.
Για τον Γουάλας δεν αρκεί να μας καταδείξει το αδιέξοδό τους – που είναι άλλωστε και δικό μας. Το μυθιστόρημα θα μας βυθίσει με τη σειρά του σ’ έναν ωκεανό φαινομενικά διακριτών πληροφοριών και αντικρουόμενων προσταγών και θα δοκιμάσει την υπομονή μας, την ικανότητά μας να συγκεντρωθούμε, να αξιολογήσουμε, να επιλέξουμε με τη σειρά μας ποιες είναι σημαντικές και γιατί, να τις συγκροτήσουμε σε κάποιο είδος ερμηνείας· θα μας χαρίσει το δώρο του κόπου, της σταδιακά κατακτημένης γνώσης. Κι έπειτα το ακόμα μεγαλύτερο δώρο να αποφασίσουμε εμείς για το νόημά της.
Όλα αυτά κάνουν ενδεχομένως το Ατέλειωτο αστείο να ακούγεται απρόσιτο. Κάθε άλλο. Από μια άποψη είναι πια ευκολότερο βιβλίο από ποτέ, γιατί η αρχιτεκτονική του μας είναι πλέον κάτι παραπάνω από γνώριμη: οι εμμονικές βουτιές στις απύθμενες λαγουδότρυπες της Wikipedia και του Reddit· οι θεωρίες συνωμοσίας και η διάσπαση προσοχής· η ασταμάτητη αναζήτηση της επόμενης δόσης ντοπαμίνης κι ο τρόμος της ανίας· ο βομβαρδισμός με πληροφορίες και η αδυναμία αξιολόγησής τους· η απουσία νοήματος και η ανάγκη να εφευρεθεί. Τίποτα από όλα αυτά δεν μας ήταν ακριβώς ξένο το μακρινό 1996, όμως ο κόσμος που ο Γουάλας περιγράφει με σατιρική, γκροτέσκα υπερβολή μοιάζει πια να διαφέρει ελάχιστα από τον δικό μας. Είναι, ταυτόχρονα, και δυσκολότερο βιβλίο παρά ποτέ, όχι ως κείμενο καθαυτό μα ακριβώς επειδή ο λόγος που μοιάζει να συνομιλεί τόσο ουσιαστικά με την εποχή μας είναι ότι κοντεύουμε να ξεχάσουμε πώς να συγκεντρωθούμε για να διαβάσουμε μυθιστορήματα σαν κι αυτό – στο βαθμό που υπάρχουν μυθιστορήματα σαν κι αυτό.
*Το παρόν αποτελεί συντομευμένη εκδοχή της εισαγωγής του Ατέλειωτο αστείο, που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Gutenberg.
Ο Κώστας Καλτσάς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1977. Πτυχιούχος βιολόγος, εργάστηκε σε βιβλιοπωλείο πριν ολοκληρώσει το διδακτορικό του στη δημιουργική γραφή στο Πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον ως υπότροφος του Arts and Humanities Research Council UK. Το πρώτο μυθιστόρημά του, Νικήτρια σκόνη (μτφρ. Γιώργος Μαραγκός, εκδ. Ψυχογιός), ήταν μέρος της διατριβής του. Έχει μεταφράσει έργα των Τζόναθαν Λέθεμ, Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας κ.ά. Έχει εκδώσει μία νουβέλα (Postlude, Pilotless Press, Αθήνα 2014). Ζει στην Αθήνα με τη γυναίκα του και τον γάτο τους.
























