
Μεταφραστές και επιμελητές αποκαλύπτουν τις διαδρομές μέσα από τις οποίες προσέγγισαν τη γλώσσα, το ύφος ή και την οικονομία ενός βιβλίου και μοιράζονται μαζί μας μυστικά του εργαστηρίου τους. Φιλοξενούμενη, η Μαρία Μαντή για τη μετάφραση του βιβλίου της Ε. Μ. Μπάτλερ (E. M. Butler) «Η τυραννία της αρχαίας Ελλάδος επί της Γερμανίας» (εκδ. ΕΠΟΨ).
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Ο άνθρωπος που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο οι Γερμανοί έβλεπαν την αρχαία Ελλάδα, δεν την επισκέφθηκε ποτέ: ο Γιόχαν Γιοάχιμ Βίνκελμαν γνώρισε την ελληνική τέχνη στη Ρώμη, ανάμεσα σε αγάλματα, αντίγραφα και συλλογές. Ούτε ο Γκαίτε, παρότι ταξίδεψε στην Ιταλία αναζητώντας τον κλασικό κόσμο, έφτασε στη χώρα που τόσο τον απασχολούσε. Η απόσταση ανάμεσα στα έργα που είχαν μπροστά στα μάτια τους και στην Ελλάδα που έπλαθαν με τη φαντασία τους αποτελεί τον θεματικό πυρήνα της Τυραννίας της αρχαίας Ελλάδος επί της Γερμανίας.
Ο τίτλος της Ε. Μ. Μπάτλερ, ιδίως στα ελληνικά, μπορεί αρχικά να ακουστεί σαν παράξενος έπαινος της επιρροής μας. Η «τυραννία», όμως, αφορά εδώ τη δύναμη που απέκτησε ένα ιδεώδες: η Ελλάδα ως μέτρο ομορφιάς, ως υπόσχεση αρμονίας, ως εικόνα μιας τελειότητας την οποία όφειλε κανείς να πλησιάσει. Η Μπάτλερ παρακολουθεί τι συνέβη όταν αυτή η εικόνα μπήκε στη ζωή και στο έργο Γερμανών συγγραφέων. Τους έδωσε νέες μορφές για να σκεφτούν και να γράψουν, ταυτόχρονα όμως τους έθεσε απαιτήσεις που δεν μπορούσαν πάντα να εκπληρώσουν. Η λέξη «τυραννία» κρατά και τις δύο όψεις αυτής της σχέσης ανοιχτές.
Η Βρετανίδα γερμανίστρια άρχισε να γράφει το βιβλίο το 1933, τη χρονιά που ανέβηκε στην εξουσία ο Χίτλερ. Το έργο εκδόθηκε το 1935 και συμπεριλήφθηκε στον ναζιστικό κατάλογο των απαγορευμένων βιβλίων. Στον πρόλογο της έκδοσης της Beacon Press του 1958, η Μπάτλερ επανεξετάζει τη μελέτη της υπό το φως της ναζιστικής καταστροφής. Αναγνωρίζει τον ανθρωπισμό των Γερμανών κλασικών και παρακολουθεί τις μεταμορφώσεις του ελληνικού ιδεώδους και τις πολιτικές τους προεκτάσεις, ενώ την απασχολεί η δυνατότητα ακόμη και των ευγενέστερων ιδεών να προκαλέσουν καταστροφές μέσα από την υπερβολή και την κατάχρησή τους.
Μεταφράζοντας τις φράσεις και τον απόηχό τους
Η Μπάτλερ θα μπορούσε να έχει γράψει μια ιστορία λογοτεχνικών επιδράσεων. Δηλώνει όμως ότι την ενδιαφέρει περισσότερο η επίδραση της ελληνικής ιδέας στην προσωπική μοίρα όσων εξετάζει. Αρκεί να διαβάσει κανείς τους χαρακτηρισμούς που δίνει στους πρωταγωνιστές των κεφαλαίων της: ο Βίνκελμαν είναι «ο πρωτοπόρος», ο Γκαίτε «ο δημιουργός», ο Σίλερ «ο ανταγωνιστής», ο Χαίλντερλιν «ο μάρτυρας», ο Χάινε «ο επαναστάτης». Οι τίτλοι μοιάζουν με διανομή ρόλων, που μας προετοιμάζουν να διαβάσουμε μια σειρά από αναμετρήσεις. Στο κεφάλαιο για τον Λέσινγκ η σκηνική αυτή διάθεση γίνεται κυριολεξία. Η Μπάτλερ παρουσιάζει τον «Λαοκόοντα», το δοκίμιό του για τα όρια της ζωγραφικής και της ποίησης, σαν δράμα σε πέντε πράξεις. Η αυλαία σηκώνεται μπροστά στο περίφημο γλυπτό σύμπλεγμα· ο Βίνκελμαν διατυπώνει την ερμηνεία του, ο Λέσινγκ αντιλέγει, η Τέχνη και η Ποίηση εμφανίζονται σχεδόν ως πρόσωπα που διεκδικούν την ελευθερία τους. Ένα επιχείρημα για τη διαφορά ανάμεσα στις εικόνες και στις λέξεις αποκτά κίνηση, αντιπάλους και σκηνές.
Μια επαναλαμβανόμενη διατύπωση γίνεται έτσι μέρος της αφήγησης. Για τη μετάφραση, λοιπόν, δεν αρκούσε να αποδίδεται κατανοητά σε κάθε μεμονωμένη εμφάνισή της, αλλά έπρεπε να ακούγεται και ο απόηχός της από κεφάλαιο σε κεφάλαιο.
Μεταφράζοντας αυτές τις σελίδες, έπρεπε να ακολουθήσω και τον συλλογισμό και τον ρυθμό της παράστασης. Αν έμενε μόνο η ορθότητα των όρων, θα χανόταν μεγάλο μέρος από την αναγνωστική χαρά του βιβλίου. Ένα από τα νήματα που επιστρέφουν είναι η περίφημη περιγραφή του Βίνκελμαν για τα ελληνικά έργα: «ευγενής απλότητα και ήρεμο μεγαλείο». Μπροστά στον Λαοκόοντα, έναν άνθρωπο που υποφέρει, ο Βίνκελμαν διακρίνει την αυτοκυριαρχία μιας μορφής που δεν αφήνει τον πόνο να παραμορφώσει την ομορφιά της. Καθώς προχωρεί το βιβλίο, η φράση ακούγεται κάθε φορά λίγο διαφορετικά. Είναι άλλοτε ανακάλυψη, άλλοτε αισθητικός κανόνας, άλλοτε κάτι από το οποίο ένας μεταγενέστερος ποιητής παλεύει να απελευθερωθεί. Μια επαναλαμβανόμενη διατύπωση γίνεται έτσι μέρος της αφήγησης. Για τη μετάφραση, λοιπόν, δεν αρκούσε να αποδίδεται κατανοητά σε κάθε μεμονωμένη εμφάνισή της, αλλά έπρεπε να ακούγεται και ο απόηχός της από κεφάλαιο σε κεφάλαιο.
Όταν η ποίηση αντιστέκεται
Υπήρχε όμως και μια δεύτερη, πιο απτή δυσκολία. Το βιβλίο είναι γραμμένο στα αγγλικά και διακόπτεται διαρκώς από επιστολές, ποιήματα, θεωρητικά κείμενα, τις φωνές του Γκαίτε, του Χαίλντερλιν, του Χάινε και πολλών άλλων. Στο σημείωμά της η Μπάτλερ εξηγεί ότι, εκτός αν αναφέρει κάτι διαφορετικό, οι μεταφράσεις των παραθεμάτων είναι δικές της. Ομολογεί μάλιστα πως οι προσπάθειές της να διατηρήσει το μέτρο και την ομοιοκαταληξία των ποιημάτων δεν την ικανοποίησαν, ιδίως στην περίπτωση του Γκαίτε και του Χαίλντερλιν. Βρέθηκα, λοιπόν, να μεταφράζω μια συγγραφέα που γνώριζε από πρώτο χέρι πόσο αντιστέκεται η ποίηση όταν την περνάς σε άλλη γλώσσα. Για να αποδώσω τα γερμανικά παραθέματα στα ελληνικά, επέστρεφα στα πρωτότυπα. Ο εντοπισμός ενός χωρίου ήταν μόνο η αρχή βέβαια, γιατί πριν μεταφράσω έστω και λίγους στίχους, χρειαζόταν να διαβάσω τι προηγούνταν και τι ακολουθούσε, να καταλάβω πού εντασσόταν το απόσπασμα στο έργο και τι σήμαινε μέσα σ’ αυτό. Η δουλειά αυτή ήταν πολύ πιο χρονοβόρα απ’ όσο αφήνει να φανεί η έκταση ενός παραθέματος. Έπρεπε, συγχρόνως, να έχω κατά νου τον τρόπο που το είχε διαβάσει η Μπάτλερ και τον λόγο που το είχε εντάξει στη δική της αφήγηση.
Στον Γκαίτε μια σκέψη μπορεί να γίνει εικόνα ή δραματική σκηνή, στον Χαίλντερλιν οι στίχοι ζητούν χώρο για την παράξενη αναπνοή τους, στον Λέσινγκ προέχει η ακρίβεια με την οποία μια αντίρρηση γεννά την επόμενη απάντηση.
Την ίδια στιγμή, από σελίδα σε σελίδα άλλαζε η φωνή που έπρεπε να αποδώσω. Η Μπάτλερ γράφει δοκίμιο, όμως ταυτόχρονα αφηγείται, παρεμβαίνει, διαφωνεί και αφήνει συχνά το χιούμορ της να τρυπώσει ανάμεσα στις φιλολογικές παρατηρήσεις. Στον Γκαίτε μια σκέψη μπορεί να γίνει εικόνα ή δραματική σκηνή, στον Χαίλντερλιν οι στίχοι ζητούν χώρο για την παράξενη αναπνοή τους, στον Λέσινγκ προέχει η ακρίβεια με την οποία μια αντίρρηση γεννά την επόμενη απάντηση. Καθώς περνούσα από τη μία φωνή στην άλλη, έπρεπε να αλλάζω ρυθμό και τόνο, χωρίς να γίνονται τα παραθέματα ξένα σώματα μέσα στο βιβλίο. Κι όταν τελείωναν, να επιστρέφει αναγνωρίσιμη η φωνή της Μπάτλερ, η καθαρότητα του συλλογισμού της μαζί με εκείνη τη λεπτή ειρωνεία. Ο Χάινε προσφέρει ίσως την πιο απολαυστική δοκιμή αυτής της εναλλαγής. Εκεί όπου η εξιδανικευμένη αρχαιότητα υψώνει τους θεούς σε μαρμάρινη ακινησία, εκείνος τους παρουσιάζει εξόριστους και κουρασμένους. Η Μπάτλερ συνεχίζει το παιχνίδι: φαντάζεται έναν θεό που μπαίνει νύχτα στην καλύβα μας και ζητά τσάι με ρούμι για να αποφύγει ένα «αθάνατο κρυολόγημα». Η κωμική λεπτομέρεια αλλάζει απότομα το ύφος του κειμένου. Η συγγραφέας μπορεί να γράφει με σοβαρότητα για την ιστορία μιας αισθητικής ιδέας και, λίγες γραμμές παρακάτω, να απολαμβάνει την κατεδάφισή της. Η μεταφραστική πρόκληση βρίσκεται και σε αυτές τις μεταπτώσεις. Το στοίχημα είναι να μη γίνει το δοκίμιο ακαδημαϊκά επίπεδο εκεί όπου το ίδιο αστειεύεται.
Οι λέξεις «Ελλάδα», «θεοί», «ομορφιά», «τραγωδία» φαίνονται οικείες. Μέσα στις σελίδες της Μπάτλερ, όμως, τις συναντάμε αφού έχουν ζήσει μια μακρά ζωή σε άλλες γλώσσες και έχουν φορτωθεί τις επιθυμίες άλλων ανθρώπων.
Διαβάζουμε σήμερα την Μπάτλερ και με μια απόσταση που εκείνη δεν θα μπορούσε να προβλέψει. Οι γενικεύσεις της για τη «γερμανική ιδιοσυγκρασία» ανήκουν στον τρόπο με τον οποίο η εποχή της έγραφε συχνά για τους λαούς και τις λογοτεχνίες τους. Δεν χρειάζεται να τις υιοθετήσει κανείς για να παρακολουθήσει το οξύ της ερώτημα: τι συμβαίνει όταν αγαπάμε μια εικόνα περισσότερο από τον κόσμο που υποτίθεται πως παριστάνει; Στον μεταπολεμικό της πρόλογο η ίδια μιλά για μια Ελλάδα των ονείρων που είχε πολύ μικρή σχέση είτε με την αρχαία είτε με τη σύγχρονη χώρα. Με αυτή την ομολογία, η απόσταση που χώριζε τον Βίνκελμαν από την Ελλάδα γίνεται ο τρόπος να καταλάβουμε όλο το βιβλίο. Ακριβώς γι’ αυτό η επιστροφή του στα ελληνικά είχε για μένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Οι λέξεις «Ελλάδα», «θεοί», «ομορφιά», «τραγωδία» φαίνονται οικείες. Μέσα στις σελίδες της Μπάτλερ, όμως, τις συναντάμε αφού έχουν ζήσει μια μακρά ζωή σε άλλες γλώσσες και έχουν φορτωθεί τις επιθυμίες άλλων ανθρώπων. Επιστρέφοντας στα ελληνικά, κουβαλούν μαζί τους αυτές τις ξένες ζωές. Και κάπως έτσι διαπιστώνουμε πόσο άγνωστες μπορούν να γίνουν οι πιο γνώριμες λέξεις μας, όταν κάποιος άλλος έχει ονειρευτεί μ’ αυτές έναν ολόκληρο κόσμο.
Η Μαρία Μαντή σπούδασε Ιστορία-Αρχαιολογία και Ιστορία της Tέχνης και έπειτα Γερμανική Γλώσσα και Λογοτεχνία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Ολοκλήρωσε σπουδές μετάφρασης λογοτεχνίας στο γερμανικό τμήμα του Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ., εκπόνησε το μεταπτυχιακό πρόγραμμα Βυζαντινής Αρχαιολογίας όπως και το μεταπτυχιακό πρόγραμμα Γερμανικής Λογοτεχνίας, αμφότερα στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Είναι υποψήφια διδάκτορας στο τμήμα Γερμανικής Φιλολογίας – όπου μελετά την σεναριακή προσαρμογή λογοτεχνικών έργων και τις αφηγηματικές τεχνικές στη λογοτεχνία και στη σεναριογραφία. Από το 2005 εργάζεται ως σεναριογράφος, δημοσιεύει άρθρα σχετικά με τη θεωρία του σεναρίου, ενώ ασχολείται συστηματικά με τη μετάφραση από το 2004 (λογοτεχνική μετάφραση, υποτιτλισμός, θεατρική μετάφραση, δοκίμιο) και τις δραματουργικές αναλύσεις/αξιολογήσεις λογοτεχνικών ή σεναριακών κειμένων.
























