Η φυλακή δεν αρχίζει με τα κάγκελα. Έχει ήδη ξεκινήσει πολύ νωρίτερα - στο σώμα, στον χρόνο, στις σχέσεις που καθορίζουν ποιος θεωρείται «ικανός» να ζήσει έξω από αυτήν.
Το βιβλίο αυτό κινείται μέσα σε αυτή τη ζώνη ασάφειας. Όχι για να επαναλάβει γνωστές βεβαιότητες, αλλά για να δείξει κάτι πιο άβολο: ότι η ποινή δεν αφορά μόνο πράξεις, αλλά μορφές ζωής.
Βασισμένο σε συνεντεύξεις με αποφυλακισμένους/ες με αναπηρία και εργαζόμενους στις ελληνικές φυλακές, το κείμενο ακολουθεί αφηγήσεις που δε χωρούν σε ευθείες γραμμές. Η εμπειρία του εγκλεισμού δεν τελειώνει με την αποφυλάκιση· μετασχηματίζεται, επιμένει, επιστρέφει. Ο χρόνος διακόπτεται, το σώμα φθείρεται, η «ένταξη» γίνεται μια υπόσχεση που συνεχώς αναβάλλεται.
Εδώ, η αναπηρία δεν εμφανίζεται ως εξαίρεση ούτε ως απλή ευαλωτότητα. Αναδεικνύει τα όρια των ίδιων των κανόνων: ποιος μπορεί να λογοδοτήσει, ποιος μπορεί να συμμορφωθεί, ποιος μπορεί να αναγνωριστεί ως υποκείμενο.
Κι όμως, μέσα σε αυτό το πυκνό πλέγμα ελέγχου, αναδύονται άλλες μορφές σχέσης, εύθραυστες, ατελείς, αλλά επίμονες. Μικρές χειρονομίες φροντίδας, στιγμές αλληλεγγύης,τρόποι επιβίωσης που δεν καταγράφονται.
Το βιβλίο αυτό δεν προσφέρει λύσεις. Επιμένει, όμως, σε ένα ερώτημα που δεν κλείνει: όχι μόνο γιατί υπάρχει η φυλακή, αλλά τι είδους ζωές καθιστά δυνατές - και ποιες αφήνει εκτός. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)





















