
Μεταφραστές και επιμελητές αποκαλύπτουν τις διαδρομές μέσα από τις οποίες προσέγγισαν τη γλώσσα, το ύφος ή και την οικονομία ενός βιβλίου και μοιράζονται μαζί μας μυστικά του εργαστηρίου τους. Φιλοξενούμενος, ο μεταφραστής Γιώργος Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης για τη μετάφραση του αυτοβιογραφικού βιβλίου της Βανεσά Σπρινγκορά (Vanessa Springora) «Συναίνεση» (εκδ. Μετρονόμος). © εικόνας: Olivier Dion
Επιμέλεια: Book Press
Στη Συναίνεση, η Βανεσά Σπρινγκορά μετατρέπει το προσωπικό τραύμα σε δημόσιο λόγο· μια μαρτυρία που υπερβαίνει την ατομική εμπειρία και εισέρχεται στο πεδίο της πολιτισμικής και ηθικής κριτικής. Το βιβλίο της, που κυκλοφόρησε το 2020, αποτέλεσε ορόσημο της γαλλικής περιόδου του #MeToo, ανάμεσα στις αποκαλύψεις της Αντέλ Αενέλ και τον κοινωνικό σάλο γύρω από τον Γκαμπριέλ Ματσνέφ1.
Η Συναίνεση δεν είναι απλώς ένα χρονικό κακοποίησης· είναι μια πράξη αποκατάστασης λόγου και νοήματος, μια απόπειρα να ειπωθεί ό,τι για δεκαετίες καλυπτόταν από σιωπή και αισθητική ωραιοποίηση2. Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, η Β., μια έφηβη μεγαλωμένη από χωρισμένη μητέρα και σημαδεμένη από την απουσία του πατέρα της, βρίσκει στη λογοτεχνία τον μόνο σταθερό της κόσμο. Σ’ ένα δείπνο γνωρίζει τον Γ., διάσημο συγγραφέα γύρω στα πενήντα, του οποίου αγνοεί τη σκοτεινή φήμη.
Ο άνδρας αυτός, με τη γοητευτική παρουσία και τη στοχαστική του αύρα, την πλησιάζει με στοργή και ενδιαφέρον· σύντομα της στέλνει μια επιστολή, εκδηλώνοντας έναν «επιτακτικό» πόθο να τη δει ξανά. Όταν εκείνη μόλις έχει συμπληρώσει τα δεκατέσσερα, τον εμπιστεύεται και του παραδίδεται ολοκληρωτικά. Η σχέση τους, επικίνδυνα ρομαντικοποιημένη, επιβιώνει ακόμη και όταν οι αρχές αρχίζουν να διερευνούν την υπόθεση. Όμως η απομυθοποίηση έρχεται οδυνηρά: η Β. ανακαλύπτει ότι ο Γ. εδώ και χρόνια συνάπτει σχέσεις με ανήλικες και ταξιδεύει στο εξωτερικό για να εκμεταλλεύεται παιδιά. Πίσω από τη φήμη του «άνδρα των γραμμάτων» κρύβεται ένας κατ’ εξακολούθηση θύτης, προστατευμένος από ένα λογοτεχνικό κατεστημένο που τον θαυμάζει και τον συγκαλύπτει.
![]() |
|
Η Βανεσά Σπρινγκορά σε νεαρή ηλικία |
Η νεαρή γυναίκα προσπαθεί να αποδράσει από την ψυχική και συναισθηματική του επιρροή, την ώρα που εκείνος ετοιμάζεται να αφηγηθεί την ιστορία τους σε μυθιστόρημα. Ακόμη και μετά τη ρήξη, ο εφιάλτης συνεχίζεται μέσα από δημόσιες αναφορές, βιβλία και παρενοχλητικά γράμματα. Περισσότερο από τριάντα χρόνια μετά, με γλώσσα διαυγή και σπαρακτική, καταθέτει ένα κείμενο συγκλονιστικής καθαρότητας· μια αφήγηση που ανατέμνει τον μηχανισμό της ψυχολογικής χειραγώγησης και το φρικτό παράδοξο της «ερωτευμένης» ανήλικης – του θύματος που πίστεψε πως συναίνεσε.
Πώς μεταφράζεις τη γυναικεία κακοποίηση;
Ως μεταφραστής, καλούμαι να αντιμετωπίσω το έργο όχι μόνο ως λογοτεχνικό κείμενο, αλλά ως παρέμβαση σε έναν πολιτισμικό λόγο που απέκρυπτε τη βία πίσω από τη ρητορική της «γαλλικής σαγήνης». Η Σπρινγκορά αποδομεί τη γοητεία της περσόνας του «πολιτισμένου» σαγηνευτή, μιας φιγούρας που η γαλλική κουλτούρα υπεραναπαρήγαγε -από τη λογοτεχνία ως τον κινηματογράφο- ως δείγμα πολιτισμού, πνεύματος και ελευθερίας. Κάτω όμως από αυτή την πρόσοψη κρύβεται μια δομική σχέση εξουσίας, στην οποία ο ενήλικος άνδρας επιβάλλεται στη φωνή και στο σώμα του παιδιού.
Η Συναίνεση δείχνει ότι αυτό το «ναι» δεν είναι πράξη ελευθερίας, αλλά προϊόν ελέγχου.
Η συγγραφέας αποκαλύπτει πως η ίδια η λέξη «συναίνεση» μπορεί να λειτουργήσει ως ρητορικό τέχνασμα. Ο θύτης κατασκευάζει αποδείξεις «εκούσιας συμμετοχής», ώστε η κακοποίηση να μεταμφιέζεται σε ιστορία αγάπης. Το χαρακτηριστικό επεισόδιο με τη συλλογή των επιστολών της ανήλικης «σε περίπτωση που η αστυνομία χτυπήσει την πόρτα» φανερώνει το μέγεθος της χειραγώγησης. Η Συναίνεση δείχνει ότι αυτό το «ναι» δεν είναι πράξη ελευθερίας, αλλά προϊόν ελέγχου.
Στα ελληνικά, η συναίνεση ηχεί θεσμική και καθαρή, απογυμνωμένη από την ειρωνική αμφισημία της γαλλικής λέξης.
Πώς να παραδεχθεί κανείς ότι υπήρξε κακοποιημένος, όταν δεν μπορεί να αρνηθεί ότι συναίνεσε; Η ερώτηση αυτή αποτελεί το κέντρο βάρους του βιβλίου, αλλά και το κρίσιμο μεταφραστικό ερώτημα. Διότι το consentement στα γαλλικά δεν είναι μόνο νομικός όρος· είναι φορέας μιας ολόκληρης πολιτισμικής μυθολογίας, που συνδέει την επιθυμία με τη σαγήνη και τη διανοητική ελευθεριότητα3. Στα ελληνικά, η συναίνεση ηχεί θεσμική και καθαρή, απογυμνωμένη από την ειρωνική αμφισημία της γαλλικής λέξης. Η μετάφραση, επομένως, δεν μεταφέρει απλώς σημασίες· μεταφέρει ιδεολογίες.
Η αφήγηση της Σπρινγκορά εκθέτει την αδυναμία του γαλλικού νομικού συστήματος, που για χρόνια αντιμετώπιζε την αποπλάνηση ανηλίκου ως πλημμέλημα και υποβάθμιζε τη βία όταν δεν υπήρχε εμφανής εξαναγκασμός. Πέρα όμως από το νομικό πεδίο, η συγγραφέας στρέφεται και κατά της συνενοχής της λογοτεχνικής κοινότητας, ενός κόσμου που προτιμούσε να υμνεί τον «ελευθεριάζοντα δημιουργό» παρά να δει την κακοποίηση που κρυβόταν πίσω από το προσωπείο του ταλέντου. Η Συναίνεση φωτίζει έτσι έναν πολιτισμό που εξιδανίκευσε τη σαγήνη ως εθνικό χαρακτηριστικό, έναν πολιτισμό που εκλογίκευσε την ανδρική κυριαρχία και μετέθεσε τη βία σ’ έναν «άλλον» – πάντα πιο βάρβαρο από τον Γάλλο εραστή.
Γιατί, όπως υποδεικνύει η ίδια η Σπρινγκορά με τη λογοτεχνική της πράξη, η ορθή ονομασία είναι η απαρχή της δικαιοσύνης.
Στο ελληνικό πλαίσιο, η μετάφραση αυτού του έργου αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Η ελληνική κοινωνία, μέσα από τις πρόσφατες αποκαλύψεις στον χώρο του αθλητισμού, των τεχνών και της πολιτικής, επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει όρια που για δεκαετίες καλύπτονταν από σιωπή. Η γλώσσα, και ειδικότερα η μετάφραση, καλείται να αναλάβει έναν θεμελιωδώς ηθικό ρόλο: να ονομάσει χωρίς υπεκφυγές εκεί όπου άλλοτε κυριαρχούσαν οι ευφημισμοί και οι υπαινιγμοί. Ως μεταφραστής, επιλέγω να διατηρήσω την οξύτητα των λέξεων, εκεί όπου η κοινωνία έχει συνηθίσει στη μετριοπάθεια· να σεβαστώ τη μαρτυρία και ταυτόχρονα να επιτρέψω στο έργο να διαταράξει αυτό που συχνά θεωρείται κανονικότητα. Γιατί, όπως υποδεικνύει η ίδια η Σπρινγκορά με τη λογοτεχνική της πράξη, η ορθή ονομασία είναι η απαρχή της δικαιοσύνης.
1 Βλ. Angélique Ibáñez Aristondo and Lucie Nizard, “Vanessa Springora et le fossoyage des mythes de la séduction ‘à la française’,” Contemporary French and Francophone Studies 26, no. 2 (2022): σσ,160–69 και Hélène Merlin-Kajman, La Littérature à l’heure de #MeToo (Παρίσι: Ithaque, 2020), σελ. 116.
2 Philippe Sollers, ‘Le Cas Matzneff est du plus grand intérêt’, L’Obs, 22 Μαρτίου 2020.
3 Katherine Angel, Tomorrow Sex Will Be Good Again: Women and Desire in the Age of Consent (Λονδίνο: Verso, 2021), σ. 38 και Anne Chemin, ‘Les Années 1970–1980, âge d’or de l’apologie de la pédophilie’, Le Monde, 29 Φεβρουαρίου 2020.
Ο Γιώργος Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Φιλοσοφίας, μεταφραστής και υπεύθυνος της οργανωτικής επιτροπής του Ινστιτούτου Φιλοσοφίας ΙWPR (Institute for World Philosophical Research)
























