
Για την ταινία «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν, που προβάλλεται αυτό το διάστημα στους κινηματογράφους. Ένα «ταξίδι όχι μόνο σωματικών και εγκεφαλικών δοκιμασιών για τον πρωταγωνιστή αλλά και ψυχολογικών, βάζοντας τον σε έναν δρόμο για να ανακτήσει την αξιοπρέπειά του και την πίστη του, τόσο στους θεούς όσο και στους θνητούς».
Γράφει ο Αντώνης Κάπας
Ο Κρίστοφερ Νόλαν κατέχει μια ιδιαίτερη θέση στη σύγχρονη αντίληψη του κινηματογράφου, αντιπροσωπεύοντας για κάποιους μια καλλιτεχνική κορυφή για το είδος του μπλοκμπάστερ, και για άλλους μια παρακμή του υπερτεχνολογικού εμπορικού κινηματογράφου. Για το αν το σινεμά του Νόλαν είναι μονάχα ένα προϊόν και όχι τέχνη είναι ένα υποκειμενικό ερώτημα, αλλά αυτό που είναι αντικειμενικό και αδιαμφισβήτητο είναι πως σε ό,τι αφορά την φύση της κάθε ταινίας του ως προϊόν, αυτό είναι αξεπέραστο: Η εμπορική ονομασία «Νόλαν», όσο και να διχάζει, μαζεύει δεκάδες εκατομμύρια θεατές στις αίθουσες και οι ταινίες του αποτελούν θέμα συζήτησης και ανάλυσης. Κάθε καινούργια ταινία του είναι γεγονός, ενώ ειδικά μετά την τεράστια επιτυχία του Οπενχάιμερ, στον Εγγλέζο σκηνοθέτη δόθηκε η μεγαλύτερη ελευθερία της καριέρας του για το επόμενο βήμα του. Είναι άραγε έκπληξη που επέλεξε να διασκευάσει για το σινεμά ένα από τα θεμελιώδη αφηγηματικά έργα του δυτικού πολιτισμού;
Από τη στιγμή που είχε ανακοινωθεί το πρότζεκτ του Νόλαν, τέθηκε άμεσα το ερώτημα για το κατά πόσο θα είχε πράγματι κάτι πρωτότυπο να πει, ή αν θα ήταν μια αλαζονική απόπειρα να αντλήσει κύρος από το Ομηρικό έπος, με ρηχά αποτελέσματα.
Η Οδύσσεια έχει μεταφερθεί στο σινεμά σε πολλές και διαφορετικές εκδοχές, από τις χολιγουντιανές περιπέτειες της δεκαετίας του 1960 μέχρι και σε κωμωδία των αδελφών Κοέν («Ω, αδερφέ, πού είσαι»). Από τη στιγμή που είχε ανακοινωθεί το πρότζεκτ του Νόλαν, τέθηκε άμεσα το ερώτημα για το κατά πόσο θα είχε πράγματι κάτι πρωτότυπο να πει, ή αν θα ήταν μια αλαζονική απόπειρα να αντλήσει κύρος από το Ομηρικό έπος, με ρηχά αποτελέσματα.
Η θεματική του έργου και η σύλληψη του Νόλαν
Τι προσπαθεί και τι πετυχαίνει λοιπόν ο Νόλαν με την Οδύσσεια; Πρώτα από όλα άμα κάποιος θεωρεί ότι μια διασκευή οφείλει να είναι απολύτως πιστή στο πρωτότυπο έργο (που στην περίπτωση της Οδύσσειας, η έννοια «πρωτότυπο έργο» είναι κάπως προβληματική) τότε η ταινία αυτή δεν πρόκειται να ανταποκριθεί στις προσδοκίες του. Ο Νόλαν, πέρα από τις γκρίζες πανοπλίες, τις σύγχρονες αγγλικές εκφράσεις και την επιλογή ηθοποιών που δεν μοιάζουν με αρχαίους Έλληνες, τροποποιεί την Οδύσσεια σε πολύ μεγάλο βαθμό, στην ουσία χρησιμοποιώντας τη δομή και πλοκή του αρχαίου ποιήματος για να χτίσει μια δική του μυθοπλασία, με θέματα και ηθικά διδάγματα δικής του σύλληψης. Αυτή η κατεύθυνση μπορεί να προσβάλει κάποιους, αλλά, στην ουσία, είναι το πιο τίμιο που θα μπορούσε να κάνει ένας σύγχρονος καλλιτέχνης με τη διασκευή ενός Ομηρικού έπους, μια και το να κυνηγάει κανείς κάποια υποτιθέμενη «ακρίβεια» θα ήταν καλλιτεχνικά αντιπαραγωγικό. Καλύτερα ένας σκηνοθέτης να χρησιμοποιεί την δική του «φωνή» για να εκφράζεται. Αλλά το να ακολουθείς το σωστό «δημιουργικό μονοπάτι» (κάτι που πιστεύω ότι κάνει ο Νόλαν) δεν σημαίνει ότι στο τέλος θα κάνεις μια εξαιρετική ταινία.
Η πιο σημαντική αλλαγή του Νόλαν είναι η απόφασή του να δώσει θεματικό βάρος στην άλωση της Τροίας, παρουσιάζοντας την ατιμία των Ελλήνων ως την απόλυτη αψήφιση του Νόμου της Ξενίας κι ως αρχή της πτώσης του πολιτισμού της μυκηναϊκής περιόδου.
Από τη στιγμή που είχε ανακοινωθεί το πρότζεκτ του Νόλαν, τέθηκε άμεσα το ερώτημα για το κατά πόσο θα είχε πράγματι κάτι πρωτότυπο να πει, ή αν θα ήταν μια αλαζονική απόπειρα να αντλήσει κύρος από το Ομηρικό έπος, με ρηχά αποτελέσματα. Η σύλληψη του Νόλαν, αν και πολύ διαφορετική από το έπος, είναι βασισμένη ολότελα σε έννοιες της αρχαίας ελληνικής κουλτούρας, πάνω από όλα στην έννοια της Ξενίας (δηλαδή τη γενναιόδωρη φιλοξενία που οφείλει κάθε οικοδεσπότης στον ξένο, με την ιδέα ότι κάθε ξένος είναι δυνάμει θεός μεταμορφωμένος σε άνθρωπο) την οποία εδώ οι χαρακτήρες αποκαλούν «Νόμο του Δία». Βασισμένος σε αυτό το στοιχείο, που αντλεί από τον αρχαίο κόσμο, ο Νόλαν χτίζει την θεματική όλου του έργου. Αναφέρεται όταν οι μνηστήρες της Πηνελόπης εκμεταλλεύονται το παλάτι της Ιθάκης, αναφέρεται όταν ο Οδυσσέας (Ματ Ντέιμον) αποφασίζει ότι δικαιούνται να πάρουν ό,τι θέλουν από την σπηλιά του Κύκλωπα, και αναφέρεται ότι παραβαίνεται αυτός ο Νόμος από τους Έλληνες με το τέχνασμα του Δούρειου Ίππου, που εκμεταλλεύεται το ότι οι Τρώες δέχονται το δώρο προς την θεά Αθηνά ως σύμβολο ειρήνης. Η πιο σημαντική αλλαγή του Νόλαν είναι η απόφασή του να δώσει θεματικό βάρος στην άλωση της Τροίας, παρουσιάζοντας την ατιμία των Ελλήνων ως την απόλυτη αψήφιση του Νόμου της Ξενίας κι ως αρχή της πτώσης του πολιτισμού της μυκηναϊκής περιόδου. Εδώ τα δεινά που συναντά ο Οδυσσέας συνιστούν επίπτωση για τις πράξεις του. Αυτή την αντίθεση χαράζει ο Νόλαν, ανάμεσα στην εκμετάλλευση του Νόμου του Δία για το κακό (την κατάχρηση τον μνηστήρων στο παλάτι της Ιθάκης) και τη σημασία της διατήρησής του για το καλό του πολιτισμού που εκδηλώνεται μέσα από τις τύψεις του Οδυσσέα. Οι τύψεις του Οδυσσέα οδηγούν σε μια επόμενη κομβική «ερμηνεία» του Νόλαν, σύμφωνα με την οποία ο Οδυσσέας πρέπει να νιώθει ότι δεν του αξίζει πραγματικά η επιστροφή στο βασίλειό του. Μετατρέπει λοιπόν ο Νόλαν την Οδύσσεια σε ένα ταξίδι όχι μόνο σωματικών και εγκεφαλικών δοκιμασιών για τον πρωταγωνιστή αλλά και ψυχολογικών, βάζοντας τον σε έναν δρόμο για να ανακτήσει την αξιοπρέπειά του και την πίστη του, τόσο στους θεούς όσο και στους θνητούς.

Μη γραμμική αφηγηματική δομή και αμφιλεγόμενες επιλογές
Σε μεγάλο βαθμό, η Οδύσσεια είναι ένα έργο το οποίο ταιριάζει στον Κρίστοφερ Νόλαν, καθώς ακολουθεί μια μη γραμμική αφηγηματική δομή, πράγμα που συνηθίζεται πολύ στο έργο του (Μεμέντο, Δουνκέρκη, Οπενχάιμερ) και σε αυτό το στοιχείο μένει αδιαμφισβήτητα πιστός, ακολουθώντας την σειρά των γεγονότων όπως είναι στην Οδύσσεια, προσθέτοντας όμως επίσης και μια αφήγηση της άλωσης της Τροίας καθώς και την παρουσία του Σίνωνα (Έλιοτ Πέιτζ), χαρακτήρα που δανείζεται από την Αινειάδα, τον οποίο ο Νόλαν προσθέτει εδώ για να αναπαραστήσει την στιγμή που ο Δούρειος Ίππος προσφέρεται στους Τρώες. Η σχέση του Σίνωνα με τον κεντρικό Ανταγωνιστή, τον μνηστήρα Αντίνοο (Ρόμπερτ Πάτινσον), επιτρέπει στο έργο να προσφέρει στον Οδυσσέα μια πιο προσωπική στιγμή απόδοσης δικαιοσύνης στη μεγάλη σεκάνς της εκδίκησης. Είναι αρκετές οι εύστοχες παρεμβάσεις του Νόλαν, αλλά υπάρχουν και αλλαγές που δεν είναι απαραίτητα άστοχες όσο είναι παράξενες, ειδικά σε έναν θεατή που έχει μια γενική γνώση των γεγονότων της Οδύσσειας. Λείπουν αρκετά από τα πιο γνωστά περιστατικά που περιγράφονται στο Έπος, πράγμα που μπορεί να γίνει κατανοητό, μιας και μερικά από τα συμβάντα που αφαιρεί δεν ταιριάζουν στη θεματική που προσπαθεί να χτίσει. Εδώ μπορεί κανείς να προβληματιστεί με τις αποφάσεις του Νόλαν: δεν υπάρχει κανένας δισταγμός από την πλευρά του να αφαιρέσει όποιο στοιχείο της Οδύσσειας δεν ταιριάζει με το όραμά του: με λίγα λόγια, δίνει προτεραιότητα στη δική του ιστορία. Όπως σημειώσαμε και νωρίτερα, κάθε σκηνοθέτης οφείλει να ακολουθεί τη δική του φωνή όταν διασκευάζει ένα έργο (σημασία δεν έχει η απόλυτη ακρίβεια, αλλά η καλλιτεχνική ειλικρίνεια), αλλά είναι κατανοητό ότι υπάρχουν θεατές που δύσκολα θα χωνέψουν αυτή την απόσταση της ταινίας από το Έπος.
Ο Φαν Χόιτεμα έχει ταλέντο στο να αναπαράγει αυτή την μεταλλική παλέτα που χαρακτηρίζει το σινεμά του σκηνοθέτη, και ειδικά στα πλάνα στη θάλασσα, με τα μαύρα πλοία πάνω στα γκρι κύματα, η παγερή ομορφιά της φωτογραφίας είναι ξεκάθαρη. Αναρωτιέμαι όμως αν η παγερή ομορφιά είναι πράγματι αυτό που ταιριάζει γενικότερα στην Οδύσσεια.
Εικαστικά και σκηνοθετικά η ταινία έχει τις καλές και τις λιγότερο καλές στιγμές της. Πρώτα από όλα: ο Νόλαν δεν διαθέτει ιδιαίτερη επιδεξιότητα στο να σκηνοθετεί μάχες με σπαθιά και πανοπλίες. Όταν μια σκηνή απαιτεί αναμέτρηση ανάμεσα σε πολεμιστές είναι συνήθως απογοητευτική, πάνω από όλα η σφαγή των μνηστήρων η οποία μοιάζει σε κάποια σημεία με ένα κακό βίντεο κλιπ. Η Οδύσσεια του Νόλαν είναι έργο με σπαθιά και μάχες οπού εννιά στις δέκα φορές που υπάρχει σκηνή δράσης τέτοιου τύπου το αποτέλεσμα είναι εικαστικά κουραστικό. Τη φωτογραφία αναλαμβάνει για μια ακόμη φορά σε ταινία του Νόλαν ο Χόιτε φαν Χόιτεμα (Hoyte van Hoytema), ο οποίος έχει πάρει Όσκαρ για την προηγούμενη συνεργασία του με τον Νόλαν, στο Οπενχάιμερ. Ο Σουηδοδανέζος διευθυντής φωτογραφίας κάνει πολύ καλά τη δουλειά που του έχει ανατεθεί, αλλά απορεί κανείς άμα πρόκειται για την ενδεδειγμένη αισθητική για την Οδύσσεια. Ο Φαν Χόιτεμα έχει ταλέντο στο να αναπαράγει αυτή την μεταλλική παλέτα που χαρακτηρίζει το σινεμά του σκηνοθέτη, και ειδικά στα πλάνα στη θάλασσα, με τα μαύρα πλοία πάνω στα γκρι κύματα, η παγερή ομορφιά της φωτογραφίας είναι ξεκάθαρη. Αναρωτιέμαι όμως αν η παγερή ομορφιά είναι πράγματι αυτό που ταιριάζει γενικότερα στην Οδύσσεια.
Επίσης, για άλλη μια φορά ο Νόλαν επιστρατεύει τον Λούντβιχ Γιόρανσον, σύνθετη ο οποίος έχει πάρει τρία Όσκαρ για τη μουσική του τα τελευταία δέκα χρόνια. Πρόκειται για ένα ακόμα εντυπωσιακό επίτευγμα. Η ηχητική μπάντα της Οδύσσειας είναι επική και εντυπωτική, αλλά και ιδιαίτερη, με πρωτότυπους ήχους και θέματα που επιλεγεί να υλοποιήσει ο συνθέτης. Δεν πρόκειται για μια απλή μουσική που συνοδεύει τη δράση, αν και δεν είναι ένα καλλιτεχνικό στοιχείο όσο καίριο ήταν στο Οπενχάιμερ ή και στο περσινό Αμαρτωλοί (Sinners). Αξίζει επίσης κανείς να σχολιάσει κανείς την όλο και πιο υπερβολική έμφαση του Νόλαν στο να δημιουργεί τις ταινίες του γύρω από ένα συνεχές και γρήγορο παράλληλο μοντάζ. Η ταινία αποκτά έτσι είναι γρήγορο ρυθμό, παρόμοιο με το Οπενχάιμερ, στοιχείο που αμβλύνει τη βαρύγδουπη ατμόσφαιρα που θα περίμενε κανείς από μια πιο βραδύκαυστη εκδοχή της Οδύσσειας. Όσον αφορά τα διάφορα τέρατα με τα οποία αναμετριέται ο Οδυσσέας στην περιπέτεια του, ο σκηνοθέτης κάνει τα πάντα για να χρησιμοποιήσει όσο λιγότερα ψηφιακά εφέ είναι δυνατόν, επιλέγοντας μηχανική κούκλα για τον Κύκλωπα, και κόλπα με κασκαντέρ για τους Λαιστρυγόνες. Όπως είπαμε και πριν: Ο Νόλαν εδώ είναι πάνω από όλα απασχολημένος με το να δημιουργήσει μια ταινία «Νόλαν» και όχι με το να ακολουθήσει την ιδέα μιας Οδύσσειας που στο σινεμά δεν μπορεί πότε να υπάρξει ακριβώς. Η σωστή κατεύθυνση, αλλά με μικτά αποτελέσματα.

Οι ερμηνείες
Στις ερμηνείες υπάρχουν και αδυναμίες αλλά και θετικές εκπλήξεις. Ο Ματ Ντέιμον αποδίδει μια απλή αρρενοπρεπή εκδοχή του χαρακτήρα, επιλέγοντας σε μεγάλο βαθμό την εσωτερίκευση των συναισθημάτων, πίσω από μια βαριά φωνή και συμπεριφορά που μαρτυρά στρατιωτική πειθαρχία. Μια λιτή ερμηνεία για τον πρωταγωνιστή δεν είναι κακή επιλογή, όταν πρόκειται για μια ταινία η οποία βασίζεται τόσο πολύ στο εικαστικό θέαμα, αλλά δεν μας προσφέρει έναν πολύ πρωτότυπο Οδυσσέα. Η Αν Χάθαγουεϊ εντυπωσιάζει, όντας μια θυμωμένη αλλά πραγματίστρια Πηνελόπη. Ο Ρόμπερτ Πάτινσον είναι πραγματικά εξαιρετικός ως Αντίνοος, αποδεικνύοντας για μια ακόμη φορά ότι πρόκειται για έναν από τους πιο ταλαντούχους ηθοποιούς της γενιάς του, ενώ ο Τομ Χόλαντ, που συχνά μας κάνει να απορούμε πώς καταφέρνει και βρίσκει ρόλους εκτός Σπάιντερμαν, ως Τηλέμαχος ανταπεξέρχεται αξιοπρεπέστατα ως ματαιωμένος γιος.

Μεγάλης ερμηνευτικής δύναμης δεύτερος ρόλος είναι αυτός που υποδύθηκε η Σαμάνθα Μόρτον ως Κίρκη, η οποία εδώ είναι ένας ιδιαίτερα ανανεωμένος χαρακτήρας, συμβατός με την εκδοχή της ως φεμινιστική φιγούρα όπως έχει εμφανιστεί σε σύγχρονες επαναφηγήσεις (παραδείγματος χάρη, στο μυθιστόρημα Κίρκη της Μάντλιν Μίλερ). Η επιλογή της Ζεντάγια ως θεά Αθηνά είχε θεωρηθεί αμφιλεγόμενη, κυρίως λόγω του φιζίκ της ηθοποιού που ξένιζε για την ενσάρκωση της μυθολογικής πολεμίστριας-θεάς. Η παρουσία της όμως στην ταινία και η εμφάνισή της στην σκηνή της άλωσης της Τροίας είναι ευφυής και θεματολογικά συνεπής καθώς η νεαρή Τρωάδα που εκλιπαρεί για τη ζωή της εμφανίζεται να είναι η ενσάρκωση της Αθηνάς. Μεγαλύτερη έκπληξη από όλες είναι ο Έλιοτ Πέιτζ ως Σίνων, ο οποίος εντυπωσιάζει με την ερμηνεία του, αξιοποιώντας θαυμάσια τα λίγα λεπτά που εμφανίζεται.
- Διαβάστε επίσης: «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν (κριτική) – Ένα αντιπολεμικό, σύγχρονο κινηματογραφικό έπος
Σε γενικές γραμμές, η Οδύσσεια του Νόλαν είναι μια καλή ταινία, με μια προσωπική αντίληψη για το νόημα της όλης περιπέτειας και πολλές καλές στιγμές. Όμως, συνολικά, το μεγαλείο του Ομηρικού Έπους δεν έδωσε στον σκηνοθέτη την ώθηση που θα του επέτρεπε ένα πέταγμα έξω από τα καλλιτεχνικά του όρια. Πράγμα που είναι ίσως χαμένη ευκαιρία.
* Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΠΑΣ είναι φοιτητής κινηματογράφου.






















