
Με αφορμή την κυκλοφορία του μυθιστορήματος «Εγώ;» (εκδ. Μεταίχμιο) του Πέτερ Φλαμ (Peter Flamm), συνομιλήσαμε με τη Μαρία Μαντή, και τον Σάιμον Πέαρ (Simon Pare), μεταφραστές του έργου στα ελληνικά και στα αγγλικά αντίστοιχα.
Συνέντευξη στην Αγγελική Σπηλιοπούλου
Ο Πέτερ Φλαμ (1891-1963) ήταν γιατρός και συγγραφέας, το λογοτεχνικό ντεμπούτο του οποίου, το μυθιστόρημα Εγώ; προκάλεσε αίσθηση, μιας και μιλά με πολύ ιδιαίτερο τρόπο για τις επώδυνες συνέπειες του Α' Παγκοσμίου Πολέμου στον ψυχισμό του ανθρώπου. Το βιβλίο κυκλοφόρησε φέτος στη γλώσσα μας από τις εκδόσεις Μεταίχμιο και με αφορμή αυτή την έκδοση, συνομιλήσαμε με τη μεταφράστριά του στα ελληνικά, Μαρία Μαντή, και τον μεταφραστή της αγγλικής έκδοσης, Σάιμον Πέαρ, για τον Φλαμ, τη γερμανόφωνη λογοτεχνία και την τέχνη της μετάφρασης.
Πώς ξεκίνησε η ενασχόλησή σας με τη λογοτεχνική μετάφραση;
Σ. Π.: Μου άρεσε η μετάφραση ήδη όταν σπούδαζα Γερμανική και Γαλλική φιλολογία στο πανεπιστήμιο, αλλά στη συνέχεια βρέθηκα να ασχολούμαι για αρκετά χρόνια με άλλους τομείς: την οικολογία, τη βιώσιμη γεωργία και το δίκαιο εμπόριο. Μου έλειψε, ωστόσο, η βαθιά ενασχόληση με τα κείμενα, και όταν, έπειτα από οκτώ χρόνια, κουράστηκα από τη δουλειά μου στο δίκαιο εμπόριο, σκέφτηκα ότι η μετάφραση θα μπορούσε να είναι ένας καλός τρόπος επιστροφής στον κόσμο του βιβλίου. Χρειάστηκαν μερικά χρόνια ακόμη, όπου μετέφραζα εμπορικά κείμενα και έγραφα αξιολογήσεις γερμανικών βιβλίων για λογαριασμό γαλλικών εκδοτικών οίκων -ζούσα τότε στο Παρίσι- μέχρι να ανοίξει τελικά η πόρτα ενός εκδότη στο Ηνωμένο Βασίλειο και να αναλάβω την πρώτη μου λογοτεχνική μετάφραση, το Asian absences του Wolfgang Büscher.
Μ. Μ.: Από μικρή παρατηρούσα τον τρόπο που στήνονταν οι ιστορίες. Νομίζω πως οτιδήποτε έκανα από κει και πέρα σχετιζόταν πάντα με κάποια μορφή storytelling. Έγραφα σενάρια, έκανα υποτιτλισμό, αξιολογούσα σενάρια, παρακολουθούσα θέατρο, και κινηματογράφο φανατικά, διάβαζα μανιωδώς. Σπουδάζοντας λογοτεχνία, βρέθηκα μπροστά στη μετάφραση ως πεδίο όπου η ανάγνωση μετατρέπεται σε δημιουργική πράξη. Παράλληλα, γράφτηκα στο ΕΚΕΜΕΛ και ολοκλήρωσα το διετές πρόγραμμα λογοτεχνικής μετάφρασης. Προσπαθούσα (και εξακολουθώ) να μεταφράζω βιβλία που λατρεύω και ως αναγνώστρια. Κάποιες φορές το καταφέρνω.
Ποια βήματα ακολουθείτε πριν ξεκινήσετε τη μετάφραση ενός λογοτεχνικού έργου;
Σ. Π.: Εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το ίδιο το βιβλίο. Συνήθως διαβάζω πρώτα το πρωτότυπο, και συχνά έχω ήδη μεταφράσει ένα δείγμα για τον γερμανικό εκδοτικό οίκο πριν ενδιαφερθεί ένας βρετανικός. Ωστόσο, όλο και συχνότερα μεταφράζω «στα τυφλά», χωρίς να έχω διαβάσει προηγουμένως ολόκληρο το βιβλίο, ώστε να διατηρηθεί ένα στοιχείο αγωνίας στην αγγλική εκδοχή, την οποία, φυσικά, θα χρειαστεί να διαβάσω πολλές φορές αργότερα... Πριν ξεκινήσω τη νέα μου μετάφραση του Μαγικού βουνού του Τόμας Μαν, ταξίδεψα στο Νταβός, όπου διαδραματίζεται το μυθιστόρημα, και έμεινα ένα βράδυ στο Hotel Schatzalp, που παλιότερα λειτουργούσε ως σανατόριο.
Μ. Μ.: Πριν αρχίζω να μεταφράζω ένα κείμενο, χρειάζομαι χρόνο για να μπω στον κόσμο του. Διαβάζω το βιβλίο τουλάχιστον δύο φορές: την πρώτη σαν απλή αναγνώστρια, τη δεύτερη με το μολύβι στο χέρι. Παράλληλα, διαβάζω για το ιστορικό πλαίσιο, τη ζωή και τις προθέσεις του συγγραφέα, τυχόν υπάρχουσες κριτικές, και -όταν υπάρχουν- τις γραπτές ή προφορικές τοποθετήσεις του ίδιου για τη γραφή του. Μόνο τότε νιώθω ότι μπορώ να προσεγγίσω τη γλώσσα του κειμένου και να αρχίσω να μεταφράζω. Κάποιες φορές, πάλι, προτείνω η ίδια βιβλία – τότε δεν απαιτείται όλη η προηγούμενη διαδικασία, γιατί τα γνωρίζω ήδη πολύ καλά.
Η μετάφρασή σας του μυθιστορήματος Εγώ; του Πέτερ Φλαμ μόλις κυκλοφόρησε. Πώς ήρθε αυτό το βιβλίο στα χέρια σας;
Σ. Π.: Ο γερμανικός εκδοτικός οίκος S. Fischer μού ζήτησε να μεταφράσω τις πρώτες δεκατέσσερις σελίδες, ενόψει της Έκθεσης Βιβλίου του Λονδίνου το 2023. Αμέσως με καθήλωσαν το ύφος και η ενέργεια του κειμένου, και το πρότεινα στον εκδοτικό οίκο Pushkin Press στο Ηνωμένο Βασίλειο, που διαθέτει έναν ιδιαίτερα ισχυρό κατάλογο γερμανόφωνης μεσοπολεμικής λογοτεχνίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι με τον επιμελητή μου αποφασίσαμε να μην αποδώσουμε κυριολεκτικά τον τίτλο. Αφού δοκιμάσαμε διάφορες εναλλακτικές, καταλήξαμε στο A shadow of myself, που λειτουργεί σε δύο επίπεδα.
Μ.Μ.: Μου δόθηκε σε ηλεκτρονική μορφή από τον ελληνικό εκδοτικό οίκο προτού το βιβλίο επανακυκλοφορήσει στη Γερμανία και κλήθηκα να το αξιολογήσω. Δεν είχα κανένα στοιχείο για τον συγγραφέα όταν το διάβαζα, η αναζήτηση «Peter Flamm» δεν έδινε κανένα αποτέλεσμα. Από τις πρώτες σελίδες κατάλαβα ότι κρατούσα κάτι εξαιρετικό. Πρότεινα στους συνεργάτες μου να προχωρήσουν στην έκδοση και, ευτυχώς, η ανταπόκριση ήταν άμεση. Ακόμα και σήμερα σχεδόν ζηλεύω όποιον διαβάζει το Εγώ; για πρώτη φορά.
Ρισκάρουν οι εκδότες όταν αποφασίζουν να μεταφράσουν συγγραφείς άγνωστους στο ευρύ κοινό;
Σ. Π.: Οι εκδότες ρισκάρουν διαρκώς με άγνωστους συγγραφείς – αυτή είναι η δουλειά τους. Υποθέτω ότι μεγάλο μέρος της χαράς (αλλά και του άγχους) του να είσαι εκδότης είναι να δημιουργείς ένα αναγνωστικό κοινό για νέες φωνές, τόσο από το παρόν όσο και από το παρελθόν, με την ελπίδα ότι θα ευδοκιμήσουν.
Μ.Μ.: Όχι πάντα, και είναι κατανοητό. Όμως, τους αξίζει ένα μεγάλο μπράβο όταν το κάνουν. Σε μια αγορά που πιέζεται από την ταχύτητα και την πληθώρα τίτλων, το να επενδύεις σε μια άγνωστη φωνή θέλει θάρρος. Από την άλλη, ακριβώς αυτοί οι άγνωστοι συγγραφείς -εν ζωή και μη- είναι που θα ανοίξουν δρόμους, θα φέρουν νέες μορφές γραφής, νέα ερωτήματα, νέους τρόπους να κοιτάμε τον κόσμο.
Ο Πέτερ Φλαμ, που μόλις ανακαλύψαμε, είναι μια ιδιαίτερη προσωπικότητα και ένας εξαιρετικά ενδιαφέρων συγγραφέας. Ποια στοιχεία του ξεχωρίζετε;
Σ. Π.: Τη ζωντάνια με την οποία αποτυπώνει τα εφιαλτικά τραύματα όσων πολέμησαν στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο – και κατ’ επέκταση, σε κάθε πόλεμο. Και επίσης, την ορμητική ώθηση και τον ρυθμό της πρόζας του, την αίσθηση ότι μια τελεία θα μπορούσε να σημαίνει τον θάνατο του ήρωα, καθώς οι δύο φύσεις του συγκρούονται μέσα του. Δυστυχώς, δεν μπορώ να διαβάσω ελληνικά για να δω ποιες επιλογές είχε και ποιες τελικά έκανε η Μαρία· στα αγγλικά όμως μπορούμε να αξιοποιήσουμε τη μετοχή ενεστώτα για να αποδώσουμε αυτή την παρορμητική ενέργεια. Η γλώσσα του Φλαμ είναι επίσης λιτή, ωμή αλλά απλή, κάτι που, κατά τη γνώμη μου, οδήγησε στην αποφυγή λατινογενών λέξεων – αυτό προσδίδει στο κείμενο μεγαλύτερη αμεσότητα. Και βέβαια η στίξη: πολλές παύσεις με κόμματα, αλλά και αποσιωπητικά και άνω τελείες, αντί για υπερβολική χρήση τελειών.
Αυτό που ξεχωρίζω στη γραφή του είναι το απόλυτο άνοιγμα του βλέμματός του προς το εσωτερικό του ανθρώπου και το σπάνιο χάρισμά του να γράφει για το τραύμα χωρίς συναισθηματολογία.
Μ.Μ.: Ο Πέτερ Φλαμ είναι πολύ ξεχωριστή περίπτωση και θεωρώ άδικο το ότι παρέμενε άγνωστος επί τόσα χρόνια. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματά του είναι η ιατρική του ιδιότητα, η οποία δεν λειτουργεί απλώς ως βιογραφικό δεδομένο αλλά διαπερνά τη γραφή του: ο Φλαμ διαθέτει έντονη αίσθηση της σωματικότητας, της φθοράς, του πόνου και της ευθραυστότητας. Η αφήγησή του μοιάζει συχνά με διάγνωση, είναι ψύχραιμη, ακριβής, αλλά βαθιά ανθρώπινη. Επίσης, παρόλο που έζησε ιστορικές ρήξεις (αντισημιτισμός, ναζισμός, εξορία), δεν γράφει καταγγελτικά, αντιθέτως αποφεύγει τον διδακτισμό. Αυτό που ξεχωρίζω στη γραφή του είναι το απόλυτο άνοιγμα του βλέμματός του προς το εσωτερικό του ανθρώπου και το σπάνιο χάρισμά του να γράφει για το τραύμα χωρίς συναισθηματολογία. Αυτό με κέρδισε αμέσως.
Θα χαρακτηρίζατε το μυθιστόρημα επίκαιρο ή διαχρονικό;
Σ. Π.: Διαχρονικό, νομίζω. Αν και σήμερα βλέπουμε ξανά χαρακώματα στην Ουκρανία και ούτε που μπορούμε να φανταστούμε τα δεινά όσων εμπλέκονται…
Μ. Μ.: Νομίζω πως είναι και τα δύο. Διαχρονικό, γιατί η διάλυση του Εγώ, η ταυτότητα ως ρήγμα, ο ψυχικός αντίκτυπος του πολέμου, είναι θέματα που αφορούν κάθε εποχή. Αλλά ταυτόχρονα βαθύτατα επίκαιρο, γιατί ζούμε ξανά σε έναν κόσμο όπου οι βεβαιότητες καταρρέουν και οι άνθρωποι αισθάνονται συχνά σαν να βρίσκονται σε ενδιάμεσες ζώνες. Το Εγώ; συνομιλεί και με την εποχή μας.
Υπάρχουν άλλα έργα του που πιστεύετε ότι θα έπρεπε να μεταφραστούν;
Σ. Π.: Δεν τα γνωρίζω. Θα πρέπει να ρωτήσετε τη Μαρία!
Μ. Μ.: Ναι, και ελπίζω να μπορέσουμε να τα δούμε σύντομα στα ελληνικά. Ο Φλαμ έχει μικρό αλλά πυκνό έργο και θεωρώ ότι αξίζει να διαβαστεί περαιτέρω. Στο επίμετρο της ελληνικής έκδοσης αναφέρω και άλλα μυθιστορήματά του. Εγώ τα έχω όλα, τα είχα προμηθευτεί από γερμανικά παλαιοβιβλιοπωλεία πριν εξαντληθούν. Μιλάμε τώρα για εκδόσεις του 1928, του 1930… Κάποιοι από τους εκδοτικούς οίκους δεν υπάρχουν πια. Δεν έχω ιδέα τι γίνεται με τα δικαιώματα σε αυτή την περίπτωση.
Αυτό που με λυπεί, ωστόσο, είναι ότι οι εκδότες στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις ΗΠΑ συχνά αγνοούν τη γερμανική λογοτεχνία όταν δεν συνδέεται άμεσα με τον πόλεμο.
Πιστεύετε ότι η λογοτεχνία γύρω από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έχει φτάσει σε σημείο κορεσμού;
Σ. Π.: Αντίθετα, θα έλεγα ότι η λογοτεχνία για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έχει επισκιάσει εκείνη για τον Α΄ Παγκόσμιο. Κορεσμός υπάρχει μόνο όταν η λογοτεχνία αναπαράγει κουρασμένα κλισέ· αυτό δεν συμβαίνει, αντιθέτως, συνεχίζουν να έρχονται στο φως εκπληκτικές νέες ιστορίες και νέες αφηγηματικές μορφές. Θυμάστε ίσως τη Γαλλική σουίτα της Ιρέν Νεμιρόφσκι, που κυκλοφόρησε πριν από περίπου είκοσι χρόνια με τη συγκλονιστική της αφήγηση για τη μαζική εκκένωση του Παρισιού· ή το Στο σπίτι της της Γιάελ φαν ντερ Βάντεν, που βρέθηκε στη βραχεία λίστα του Διεθνούς Βραβείου Μπούκερ 2024. Αυτό που με λυπεί, ωστόσο, είναι ότι οι εκδότες στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις ΗΠΑ συχνά αγνοούν τη γερμανική λογοτεχνία όταν δεν συνδέεται άμεσα με τον πόλεμο. Αυτό, όμως, δείχνει ένα ευρύτερο πρόβλημα νοσταλγίας στη βρετανική κοινωνία…
Μ. Μ.: Ο πόλεμος αυτός δεν είναι ένα «θέμα», αλλά τραύμα που συνεχίζει να διαμορφώνει τον κόσμο μας. Εξάλλου, ο τρόπος που μιλάμε για τον πόλεμο αλλάζει – και κάθε έργο που προσθέτει μια νέα οπτική δεν είναι ποτέ περιττό.
Ποιους σύγχρονους γερμανόφωνους συγγραφείς θαυμάζετε ιδιαίτερα;
Σ. Π.: Δύσκολη ερώτηση. Διαβάζω με μεγάλο ενδιαφέρον τα βιβλία της Ντορετέε Έλμιγκερ (Από το εργοστάσιο της ζάχαρης, Die Holländerinnen). Είμαι επίσης πολύ χαρούμενος που μεταφράζω στα αγγλικά τον Christoph Ransmayr – είναι ένας εξαιρετικός τεχνίτης της γλώσσας, πολύ ταξιδεμένος, που πειραματίζεται διαρκώς με νέες μορφές. Και είμαι μεγάλος θαυμαστής των ειρωνικών αφηγημάτων της Katja Lange-Müller.
Μ. Μ.: Γράφω, σβήνω, ξαναγράφω, ξανασβήνω... Λοιπόν, θα πω τον Αλεξάντερ Κλούγκε, που παραμένει κεντρική μορφή όχι μόνο της λογοτεχνίας, αλλά και της γερμανικής διανοητικής ζωής συνολικά. Ο Κλούγκε δεν γράφει «ιστορίες» με τη συμβατική έννοια, αλλά δημιουργεί αρχεία εμπειρίας και γνώσης. Έπειτα περνάμε στους Αυστριακούς (αδυναμία μου) και στον Christoph Ransmayr, τα μυθιστορήματα του οποίου κινούνται συχνά σε ακραία τοπία – γεωγραφικά και υπαρξιακά. Ο Simon έχει ήδη μεταφράσει κάποια βιβλία του και θα επιβεβαιώσει τα λεγόμενά μου. Παραμένω στην Αυστρία και αναφέρω τη δαιμόνια Raphaela Edelbauer μία από τις πιο ενδιαφέρουσες νεότερες φωνές, το έργο της οποίας συνομιλεί δημιουργικά με το έργο της Elfriede Jelinek, ιδίως ως προς την πολιτική διάσταση της γλώσσας και την κριτική της αυστριακής κοινωνίας. Last but not least, ο ευφυής μεταμοντέρνος (έτερη αδυναμία ο μεταμοντερνισμός) Michael Lentz, που με το Schattenfroh (κυκλοφόρησε προ μηνών και στα αγγλικά) επαναπροσδιορίζει την έννοια του μυθιστορήματος, δημιουργώντας ένα υβριδικό έργο που κινείται ανάμεσα στη μυθοπλασία, τη γλωσσική άσκηση και τη μουσική σύνθεση. Η γραφή του είναι εξαντλητική, απαιτεί πλήρη συμμετοχή του αναγνώστη. Γενικά θεωρώ ότι η γερμανόφωνη λογοτεχνία παραμένει ένας από τους πιο ζωντανούς και τολμηρούς λογοτεχνικούς χώρους στην Ευρώπη.
Θα μπορούσατε να μας πείτε τρία από τα αγαπημένα σας βιβλία;
Σ. Π.: Θα ξεφύγω λίγο από τον Κανόνα για να αναφέρω μερικά μικρά διαμάντια που αγαπώ πραγματικά: Φαπ του Τζιμ Ντοτζ, The expedition to the baobab tree της Wilma Stockenström (μεταφρασμένο στα αγγλικά από τον Τζ. Μ. Κουτσί), The book of Ebenezer Le Page του G. B. Edwards. (Επίσης: οτιδήποτε του Geoff Dyer ή της Ρέιτσελ Κασκ)
Μ. Μ.: Καταστροφική ερώτηση, αλήθεια, μου είναι αδύνατον να διαλέξω. Για να δούμε…
1) Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες του Ρόμπερτ Μιούζιλ (Το βιβλίο που με οδήγησε στην απόφαση να ασχοληθώ με τη μετάφραση. Τι σπουδαίος συγγραφέας). Ξεχωρίζω επίσης (για να μείνω στους Αυστριακούς) το Strudlhof steps του Heimito von Doderer.
2) Τα άπαντα του Χένρι Τζέιμς (σε ισοψηφία με τα διηγήματα της Joy Williams).
3) Ενάντια στη μέρα του Τόμας Πίντσον (σε ισοψηφία με το Ο αχός και το πάθος του Ουίλιαμ Φόκνερ).
υ.γ. Διαβάζω τις απαντήσεις του Simon και βλέπω ότι συνειδητά επέλεξε έργα εκτός κανόνα, αναφέρει μάλιστα τον εξαιρετικό Τζιμ Ντοτζ. Συμφωνώ και επαυξάνω και προσθέτω στη λίστα το Stone junction του ιδίου. Α ναι, και το Lost scrapbook του Evan Dara. Αυτά είναι τα αγαπημένα μου (σχεδόν τρία) βιβλία.
Κατά τη γνώμη σας, ποια χαρακτηριστικά πρέπει να διαθέτει ένα μυθιστόρημα για να θεωρηθεί αριστούργημα;
Σ. Π.: Υποθέτω ότι, πέρα από τη στιλιστική καινοτομία, τους χαρακτήρες που χαράσσονται στο μυαλό μας και τις διαχρονικές ιστορίες, ένα αριστούργημα δημιουργεί σχέσεις -τόσο μέσα στη λογοτεχνική κοινότητα όσο και με το ευρύτερο κοινό- και αναγνωρίζεται ως σημείο αναφοράς. Τα τρία βιβλία που ανέφερα είναι, για μένα, «μικρά αριστουργήματα». Αριστουργήματα, με τον δικό τους τρόπο.
Μ. Μ.: Δεν ξέρω. Υποθέτω πως για εμένα πρέπει να έχει μια αφηγηματική φωνή που να ξεχωρίζει, και μια ματιά που να βλέπει κάτι βαθύτερο από το προφανές. Και μια γλώσσα ικανή να συγκλονίσει τον αναγνώστη.
Είναι αλήθεια ότι στην Ελλάδα η ορατότητα του μεταφραστή παραμένει περιορισμένη. Ωστόσο, έχω συναντήσει πολλούς αναγνώστες που ενδιαφέρονται και συζητούν για τις επιλογές μιας μετάφρασης – κι αυτό είναι πάντα συγκινητικό.
Στην Ελλάδα, τουλάχιστον, τα μεταφρασμένα βιβλία δεν θεωρούνται ότι «ανήκουν» και στον μεταφραστή, ενώ για παράδειγμα το Βραβείο Μπούκερ αναγνωρίζει τον μεταφραστή ισότιμα με τον συγγραφέα. Πώς βιώνετε τη στάση των αναγνωστών απέναντι στη δουλειά σας;
Σ. Π.: Νομίζω ότι οι περισσότεροι αναγνώστες δεν το σκέφτονται ιδιαίτερα – ή μπορεί να κατηγορήσουν τη μετάφραση όταν στην πραγματικότητα δεν τους αρέσει το ίδιο το βιβλίο! Γι’ αυτό θεωρώ σημαντικό να ενημερώνουμε, να εμπλέκουμε και να εκπαιδεύουμε τους αναγνώστες σχετικά με τις επιλογές και τις απολαύσεις της μετάφρασης, ώστε να βλέπουν το επάγγελμα με θετικό μάτι. Ακόμη και οι συγγενείς μου άρχισαν να ενδιαφέρονται μόνο όταν τους ρώτησα πώς θα αντιμετώπιζαν οι ίδιοι ένα συγκεκριμένο μεταφραστικό πρόβλημα. Τα τελευταία χρόνια, οι μεταφραστές προς τα αγγλικά έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη ορατότητα χάρη στην εμφάνιση νέων, δυναμικών εκδοτικών οίκων αφιερωμένων στη λογοτεχνία από όλο τον κόσμο, καθώς και σε καμπάνιες όπως το «name the translator», που διεκδικούν την αναγραφή του ονόματός μας στο εξώφυλλο, και στη μεγαλύτερη προβολή των λογοτεχνικών βραβείων. Αυτό συνέπεσε με τη μείωση του χώρου που αφιερώνουν οι μεγάλες εφημερίδες στη λογοτεχνική κριτική· από την άλλη, όμως, υπάρχουν εξαιρετικά λογοτεχνικά περιοδικά και νέοι δίαυλοι προβολής.
Μ. Μ.: Είναι αλήθεια ότι στην Ελλάδα η ορατότητα του μεταφραστή παραμένει περιορισμένη. Ωστόσο, έχω συναντήσει πολλούς αναγνώστες που ενδιαφέρονται και συζητούν για τις επιλογές μιας μετάφρασης – κι αυτό είναι πάντα συγκινητικό. Η μετάφραση είναι μια βαθιά δημιουργική πράξη και χαίρομαι που σιγά-σιγά το συνειδητοποιεί όλο και περισσότερος κόσμος. Κάποια μέρα ελπίζω πως το βιβλίο θα «ανήκει» εξίσου στον συγγραφέα και στον μεταφραστή, ως μια πράξη κοινής άρθρωσης.
Και σας ευχαριστούμε και οι δύο, κυρία Σπηλιοπούλου, για αυτή την ουσιαστική συζήτηση. Ήταν χαρά μας να συμμετέχουμε.
* Η ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ είναι αρθρογράφος.
Λίγα λόγια για τους μεταφραστές
Η Μαρία Μαντή σπούδασε Ιστορία-Αρχαιολογία και Ιστορία της Tέχνης και έπειτα Γερμανική Γλώσσα και Λογοτεχνία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Ολοκλήρωσε σπουδές μετάφρασης λογοτεχνίας στο γερμανικό τμήμα του Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ., εκπόνησε το μεταπτυχιακό πρόγραμμα Βυζαντινής Αρχαιολογίας όπως και το μεταπτυχιακό πρόγραμμα Γερμανικής Λογοτεχνίας, αμφότερα στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Είναι υποψήφια διδάκτορας στο τμήμα Γερμανικής Φιλολογίας – όπου μελετά την σεναριακή προσαρμογή λογοτεχνικών έργων και τις αφηγηματικές τεχνικές στη λογοτεχνία και στη σεναριογραφία.

Από το 2005 εργάζεται ως σεναριογράφος, δημοσιεύει άρθρα σχετικά με τη θεωρία του σεναρίου, ενώ ασχολείται συστηματικά με τη μετάφραση από το 2004 και τις δραματουργικές αναλύσεις/αξιολογήσεις λογοτεχνικών ή σεναριακών κειμένων.
Ο Σάιμον Πέαρ (Simon Pare) γεννήθηκε στο Πέμπουρι της Αγγλίας τον Ιούλιο του 1972. Μεγάλωσε στο Σρόπσαϊρ και σπούδασε Γαλλικά και Γερμανικά στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ.

Μετά από μεταπτυχιακό στη Βιώσιμη Γεωργία, ο Σάιμον εργάστηκε στο Fairtrade στο Παρίσι πριν γίνει λογοτεχνικός μεταφραστής το 2006. Ήταν υποψήφιος για Διεθνές Βραβείο Μπούκερ για τη μετάφραση του μυθιστορήματος του Christoph Ransmayr The flying mountain.
























