
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Νατσούο Κιρίνο [Natsuo Kirino] «Χελιδόνια» (μτφρ. Δέσποινα Γιανναρούδη), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 22 Σεπτεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Γυρίζοντας στο σπίτι από τη δουλειά, η Ρίκι έβγαλε από την πλαστική σακούλα τα ονιγκίρι με αυγοτάραχο βακαλάου που είχε αγοράσει. Συνήθως δεν αγόραζε τίποτα από παντοπωλεία, επειδή ήταν πανάκριβα, σήμερα όμως είχε κάνει μια εξαίρεση βλέποντας μια ταμπέλα που διαλαλούσε «Προσφορά: Ονιγκίρι 100 γεν». Πηγαίνοντας κόντρα στην ορθή κρίση της, είχε ενδώσει στο στομάχι της που γουργούριζε και είχε αγοράσει αρκετά ονιγκίρι, ώστε να της φτάσουν και για το πρόγευμα της επόμενης μέρας.
Μασούλησε τα μικροσκοπικά μαλακά μαργαριτάρια του αυγοτάραχου με τα μπροστινά της δόντια. Αυγά σολομού, αυγά μπακαλιάρου, αυγά ρέγγας, αυγά κέφαλου. Η Ρίκι φαντάστηκε όλες αυτές τις μικροσκοπικές πέρλες να στριμώχνονται μέσα στις ωοθήκες της και να μετατρέπονται σε χρήματα.
Μια φορά, όταν πήγαινε ακόμη γυμνάσιο, στο σπίτι της γιαγιάς της, όπου περνούσε τις χριστουγεννιάτικες διακοπές, χρειάστηκε να σκίσει προσεκτικά τον λεπτό σάκο μέσα στον οποίο βρίσκονταν τα αυγά μιας ρέγγας. Αναρωτήθηκε τότε αν και τα δικά της αυγά ήταν καλυμμένα με κάτι τέτοιο. Θα χρειαζόταν να τραβήξουν τη μεμβράνη για να τ’ αποσπάσουν από τη μήτρα; Θα πονούσε; Θα λιγόστευαν με τον χρόνο; Και πώς θα ένιωθε μια γυναίκα αν της τα αφαιρούσαν;
Λίγο καιρό πριν η Τέρου την είχε ρωτήσει αν θα ήθελε να κάνει αίτηση για να γίνει δότρια ωαρίων κι εκείνη είχε κάνει λίγη έρευνα σχετικά στο ίντερνετ. Από τότε αναρωτιόταν, σχεδόν εμμονικά, από τι ακριβώς ήταν φτιαγμένο ένα αυγό. Ίσως να καταντούσε τελικά σαν την Ισογκάι-σαν και να μιλούσε μόνο για αυγά. Όμως στην πραγματικότητα δεν είχε ιδέα ποια ήταν η ουσία του αυγού.
Τα δικά της αυγά θα γονιμοποιούνταν από το σπέρμα ενός άντρα που δεν είχε συναντήσει ποτέ. Ύστερα θα τοποθετούνταν στη μήτρα της συζύγου του άντρα για να γίνουν μωρό. Άραγε αυτό σήμαινε ότι το μωρό θα εξακολουθούσε να είναι δικό της;
Έστω ότι έκανε αίτηση για να γίνει δότρια ωαρίων, ότι την ταίριαζαν μ’ ένα ζευγάρι, ότι γονιμοποιούνταν τα ωάριά της και γεννιόταν το μωρό. Τι θα γινόταν αν κάποια στιγμή στο μέλλον έμενε ξανά έγκυος και αποκτούσε δικό της παιδί; Θα σήμαινε αυτό ότι τα δύο παιδιά θα ήταν, τυπικά, αδέρφια;
Έστω ότι έκανε αίτηση για να γίνει δότρια ωαρίων, ότι την ταίριαζαν μ’ ένα ζευγάρι, ότι γονιμοποιούνταν τα ωάριά της και γεννιόταν το μωρό. Τι θα γινόταν αν κάποια στιγμή στο μέλλον έμενε ξανά έγκυος και αποκτούσε δικό της παιδί; Θα σήμαινε αυτό ότι τα δύο παιδιά θα ήταν, τυπικά, αδέρφια;
Κι αν τύχαινε τα δυο τους να συναντηθούν μια μέρα; Ή ακόμα και να ερωτευτούν; Θα μετρούσε αυτό ως αιμομιξία;
Κι αν κάποτε παντρευόταν, θα έπρεπε να πει στον σύντροφό της ότι παλιότερα είχε δωρίσει ωάριά της; Και, αντίστροφα, αν ο σύντροφός της της έλεγε ότι είχε υπάρξει στο παρελθόν δωρητής σπέρματος, πώς θα αισθανόταν η ίδια;
Οι ερωτήσεις έρχονταν η μια μετά την άλλη και δεν ήταν σίγουρη τι να κάνει. Αφού έφαγε ένα σφιχτοβρασμένο αυγό, ένα ονιγκίρι με αυγοτάραχο βακαλάου και ένα μπολ σούπα μίσο με λάχανο, η Ρίκι άνοιξε την ιστοσελίδα για τη δωρεά ωαρίων που είχε μαρκάρει με σελιδοδείκτη νωρίτερα. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή έλαβε ένα γραπτό μήνυμα από την Τέρου:
Έκανες αίτηση για κείνο που λέγαμε;
Είχαν συζητήσει να κάνουν αίτηση μαζί για να γίνουν δότριες ωαρίων. Η Τέρου είχε ακούσει γι’ αυτό από μια γνωστή της, νοσοκόμα ενός γυναικολόγου, η οποία το είχε κάνει να μοιάζει σαν μια πολύ δελεαστική ευκαιρία. Καταπώς φαινόταν, μπορούσες να βγάλεις μέχρι και πεντακόσιες χιλιάδες γεν μ’ αυτόν τον τρόπο.
Όχι, όχι ακόμη.
Ω, έλα! Θ’ αξίζει τον κόπο.
Ίσως.
Στην αίτηση έπρεπε να συμπληρώσεις ένα σωρό πληροφορίες: ονοματεπώνυμο, διεύθυνση, επάγγελμα, ομάδα αίματος, ύψος, βάρος, νούμερο παπουτσιού, παρελθοντικές ασθένειες, χρόνια νοσήματα, οπτική οξύτητα, τύπο μαλλιών, χρώμα δέρματος, αν έχεις μονό ή διπλό άνω βλέφαρο, αν είσαι καπνιστής, αν έχεις τατουάζ ή πίρσινγκ. Έπρεπε επίσης να δώσεις τον αριθμό του διαβατηρίου σου και να αναφέρεις όλα τα ταξίδια που είχες κάνει στο εξωτερικό, καθώς και να περιγράψεις τις μελλοντικές φιλοδοξίες σου, τους λόγους για την αίτησή σου και τις γραμματικές σου γνώσεις. Συν το ιατρικό ιστορικό και την επαγγελματική κατάσταση των μελών του άμεσου οικογενειακού σου περιβάλλοντος.
Τέλος, έπρεπε να συμπεριλάβεις μια ολόσωμη φωτογραφία σου μαζί με ένα στιγμιότυπο από τη βρεφική σου ηλικία, αν ήταν δυνατόν. Η Ρίκι σκρόλαρε στη συλλογή με τις φωτογραφίες στο κινητό της και βρήκε τελικά μία που δεν της φαινόταν και τόσο κακή. Φορούσε τη νοσοκομειακή στολή της, που πίστευε ότι την έκανε να δείχνει πιο σοβαρή.
Καθώς όμως συμπλήρωνε τις πληροφορίες, άρχισε ν’ αμφιβάλλει ότι η αίτηση της Τέρου θα γινόταν δεκτή –είχε τρυπημένα αυτιά και είχε υποβληθεί σε βλεφαροπλαστική για ν’ αποκτήσει διπλό βλέφαρο–, όπως και η δική της άλλωστε. Είχε ήδη φάει πάνω από μία ώρα με την αίτηση, όμως δεν μπορούσε ν’ αποδιώξει το αίσθημα ότι όλο αυτό ήταν απλώς χάσιμο χρόνου. Κι αν δεν επέλεγαν τ’ αυγουλάκια της; Πώς θα ένιωθε τότε;
Στις 07:50 το επόμενο πρωί η Ρίκι μπήκε στο Γενικό Νοσοκομείο Κιταμούκι από την πίσω είσοδο. Χτύπησε την κάρτα της και κατευθύνθηκε προς τ’ αποδυτήρια. Οι φυσικοθεραπεύτριες που εργάζονταν στο κέντρο αποκατάστασης είχαν έρθει από νωρίς. Είχαν ήδη φορέσει τις στολές τους και προχωρούσαν στον υποφωτισμένο διάδρομο σέρνοντας τα πόδια τους. Ήταν όλες τους νεαρές και ενεργητικές, και κάθε φορά που τις συναντούσε στους διαδρόμους την καλημέριζαν με τις υπερβολικά πρόσχαρες φωνούλες τους. Την εκνεύριζε αυτό, παρότι ήξερε ότι ήταν απλώς ένα εξαρτημένο αντανακλαστικό.
Δεν είχε πάει καλά καλά οχτώ η ώρα και το νοσοκομείο ήταν ήδη πήχτρα. Οι ασθενείς ήταν στην πλειοψηφία τους μεγαλύτερης ηλικίας. Μόλις άνοιγαν οι πύλες στις εφτά το πρωί, ορμούσαν μέσα και πλακώνονταν για τα αριθμημένα χαρτάκια που καθόριζαν τη σειρά με την οποία θα τους έβλεπαν.
Η Ρίκι φόρεσε τη στολή της, σκούρα μπλε ποδιά και φούστα, και κατευθύνθηκε προς το γραφείο. Η πρώτη δουλειά της ημέρας, μόλις άνοιγε το γραφείο υποδοχής στις οχτώ η ώρα, ήταν να παραδώσει τους πράσινους φακέλους με το ιατρικό ιστορικό των ασθενών. Στη συνέχεια έπρεπε να καθίσει στη θέση της ταμία, πράγμα που σήμαινε ότι θ’ αναγκαζόταν να πιάσει στα χέρια της τα χρήματα των ασθενών, και μερικές φορές ανησυχούσε πως μπορεί να κολλούσε κάτι απ’ αυτούς.
Η Τέρου είχε αργήσει. Η προϊσταμένη του τμήματος την αγριοκοίταξε τη στιγμή που καθόταν στη θέση της με δέκα λεπτά καθυστέρηση.
«Συγγνώμη, λάθος μου» σχημάτισε άηχα τις λέξεις από το γραφείο της. Η Τέρου ήταν εποχική εργαζόμενη, όπως η Ρίκι, αλλά τέσσερα χρόνια μικρότερη. Ήταν μικροκαμωμένη και πολύ αδύνατη. Τα στραβά δόντια της έμοιαζαν υπερβολικά στριμωγμένα στο μικρό στόμα της, όμως αυτό κατά έναν περίεργο τρόπο την έκανε να δείχνει πιο παιδί αντί να τη μεγαλώνει. Τα μαλλιά της ήταν βαμμένα καστανά, όμως το μαύρο είχε αρχίσει να φαίνεται στις ρίζες.
Μια μέρα η προϊσταμένη τους είχε πει στην Τέρου ότι τα μαλλιά της την έκαναν να μη δείχνει και τόσο επαγγελματίας κι από τότε η Τέρου μιλούσε όλη την ώρα για την ανάγκη να τα ξαναβάψει. Η Ρίκι δεν πίστευε ότι τα μαλλιά της Τέρου την έκαναν να δείχνει λιγότερο επαγγελματίας, την έκαναν όμως να δείχνει δυστυχισμένη – πράγμα που, φυσικά, δεν της είπε. Όχι ότι και η ίδια είχε λεφτά να πάει σε κάποιο σαλόνι ομορφιάς. Τα μαλλιά της είχαν ένα εντελώς συνηθισμένο μαύρο χρώμα και πάντα τα έκοβε μόνη της.
Η Τέρου και η Ρίκι έτρωγαν το μεσημεριανό τους στην αίθουσα του προσωπικού. Η Ρίκι δεν έφερνε ποτέ τίποτα το ιδιαίτερο: ονιγκίρι, σφιχτά αυγά (σχεδόν κάθε μέρα έτρωγε ένα στο μεσημεριανό – η σάλτσα σόγιας παρεχόταν δωρεάν στην αίθουσα του προσωπικού), λευκό ρύζι, στιρφράι με λουκάνικο, απλά πράγματα σαν αυτά. Όμως το μεσημεριανό της Τέρου ήταν εντελώς διαφορετική υπόθεση: λάχανο, ψαροκεφτέδες, παναρισμένο τηγανητό χοιρινό φιλέτο – έριχνε όλα τ’ απομεινάρια σε ένα βαθύ τηγάνι και τα μαγείρευε μαζί, φέρνοντας μερικές φορές πιάτα που δεν μπορούσες να καταλάβεις τι περιείχαν. Στην αρχή η Ρίκι ντρεπόταν ακόμα και ν’ ανοίξει το τάπερ της και ν’ αποκαλύψει τα συστατικά του εξαιρετικά λιτού γεύματός της, όμως τελικά συνήθισε τα εξεζητημένα φαγητά της φίλης της.
Δίπλα στο νοσοκομείο υπήρχε ένα 7-Eleven, όμως η Ρίκι ήξερε πως τα λεφτά δεν θα της έφταναν αν αγόραζε το μεσημεριανό της από κει κάθε μέρα. Σήμερα ωστόσο είχε υποσχεθεί στην Τέρου να πάρουν κάτι και να το φάνε μαζί στην αίθουσα του προσωπικού, οπότε έβγαλε το πορτοφόλι της και προχώρησε προς την έξοδο. Αν δεν κακομάθαινε τον εαυτό της μια στο τόσο, θα έχανε τελικά εντελώς κάθε βούληση να συνεχίσει.
Δίπλα στο νοσοκομείο υπήρχε ένα 7-Eleven, όμως η Ρίκι ήξερε πως τα λεφτά δεν θα της έφταναν αν αγόραζε το μεσημεριανό της από κει κάθε μέρα. Σήμερα ωστόσο είχε υποσχεθεί στην Τέρου να πάρουν κάτι και να το φάνε μαζί στην αίθουσα του προσωπικού, οπότε έβγαλε το πορτοφόλι της και προχώρησε προς την έξοδο. Αν δεν κακομάθαινε τον εαυτό της μια στο τόσο, θα έχανε τελικά εντελώς κάθε βούληση να συνεχίσει.
Η Ρίκι ήθελε την ανάμεικτη σαλάτα, όμως ήταν πολύ ακριβή. Γι’ αυτό κατέληγε πάντα να καταβροχθίζει υδατάνθρακες: ονιγκίρι, στιγμιαίο ράμεν, σάντουιτς, γλυκά. Ακόμα κι αυτά της κόστιζαν γύρω στα τριακόσια γεν, που της φαίνονταν πεταμένα λεφτά. Σήμερα η Τέρου είχε σπαταλήσει τα χρήματά της για σου με κρέμα. Ένα χαμόγελο γνήσιας ευχαρίστησης απλωνόταν στο πρόσωπό της καθώς τα έτρωγε, αποκαλύπτοντας τα στραβά δόντια της.
«Έι, τι έγινε τελικά, έκανες αίτηση για κείνο που λέγαμε;» ρώτησε η Τέρου με τη βραχνή φωνή της.
«Ναι, έκανα».
«Οι ερωτήσεις ήταν τόσο εκνευριστικές. Αράδιασα ένα σωρό ψέματα στην αίτηση».
«Τι έγραψες σ’ εκείνη την ερώτηση για τα πίρσινγκ;» ρώτησε η Ρίκι με γνήσιο ενδιαφέρον, αλλά η Τέρου απλώς ανασήκωσε τους κοκαλιάρικους ώμους της.
«Είπα ψέματα κι έγραψα ότι δεν έχω κανένα».
«Και τι φωτογραφία έστειλες;»
«Αυτήν εδώ». Η Τέρου έδειξε στη Ρίκι μια εικόνα που ολοφάνερα είχε πειραχτεί μέσω κάποιας εφαρμογής. Τα μάτια της φαίνονταν αφύσικα μεγάλα, κάνοντάς τη να δείχνει σαν φρικιό.
«Σοβαρά τώρα;»
«Τι; Φαινόμουν άσχημη στις άλλες».
Η Τέρου ήταν από μια πόλη κοντά στη Ναγκόγια. Είχε αποφοιτήσει από ένα κολέγιο τετραετούς φοίτησης στο οποίο είχε πάει με υποτροφία, όμως είχε χρειαστεί να δανειστεί χρήματα από τους γονείς της για τα έξοδα διαβίωσης, κι όταν τελείωσε τις σπουδές της, το χρέος ξεπερνούσε τα πέντε εκατομμύρια γεν. Μετά την αποφοίτησή της έπιασε δουλειά σε μια αντιπροσωπεία αυτοκινήτων και δούλευε όσο πιο σκληρά μπορούσε για ν’ αποπληρώσει το δάνειο. Όμως τότε μεταφέρθηκε στο Τμήμα Πωλήσεων, άρχισε να δέχεται μπούλινγκ από μια γυναίκα ανώτερή της στην ιεραρχία, έπαθε νευρικό κλονισμό και τελικά αναγκάστηκε να παραιτηθεί.
Ύστερα απ’ αυτό έκανε στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών. Υποβλήθηκε σε βλεφαροπλαστική και μετακόμισε στο Τόκιο με σκοπό να ψάξει για δουλειά. Ωστόσο τα πράγματα δεν πήγαν πολύ καλά και εντέλει χρειάστηκε ν’ απευθυνθεί σ’ ένα γραφείο ευρέσεως προσωρινής απασχόλησης. Έτσι κατέληξε σ’ αυτό το νοσοκομείο, όπου σύντομα ανακάλυψε ότι ο μισθός ήταν πολύ χαμηλός για να καταφέρει ν’ αποπληρώσει το χρέος της. Και αυτός ήταν ο λόγος που αρκετές μέρες την εβδομάδα δούλευε παράλληλα ως σεξεργάτρια. Όμως όλα τα λεφτά που κέρδιζε απ’ αυτή την απασχόληση πήγαιναν κατευθείαν στις μηνιαίες δόσεις ύψους είκοσι τριών χιλιάδων γεν για την αποπληρωμή του δανείου.
«Όταν η οικονομία είναι σε ύφεση, οι δουλειές πάνε καλά γι’ ανθρώπους σαν εμένα» έλεγε.
Η Τέρου είχε μιλήσει ανοιχτά στη Ρίκι για την άλλη της δουλειά, η οποία όμως είχε γίνει επίσης θέμα κουτσομπολιού ανάμεσα στο προσωπικό του νοσοκομείου. Ένας από τους τεχνικούς στο Ακτινολογικό Τμήμα είχε δει, υποτίθεται, την Τέρου να αποχαιρετά έναν πελάτη μπροστά σ’ ένα ύποπτο κτίριο στο Σίντζουκου. Αυτός ο άντρας ήταν φτυστός ο Τζέρι από τα Minions, κι επειδή ήταν μονίμως ιδρωμένος, ακόμα και μες στο καταχείμωνο, οι γυναίκες στο γραφείο κρατούσαν τις αποστάσεις τους. Με το πέρασμα του χρόνου εκείνος γινόταν όλο και πιο μνησίκακος, ώσπου κατέληξε να διαδίδει φήμες για την Τέρου. Η Ρίκι ήταν σίγουρη πως ο «Τζέρι» ήξερε για την Τέρου μόνο και μόνο επειδή και ο ίδιος είχε επισκεφτεί το «σπίτι».
Όμως η φίλη της ήθελε τόσο απεγνωσμένα να ξεπληρώσει το δάνειό της, που τώρα έκανε στον «Τζέρι» πράγματα που δεν είχε καμία απολύτως όρεξη να κάνει. Η Ρίκι ευχόταν να σταματούσε η Τέρου. Ποιος ξέρει τι θα συνέβαινε αν το νοσοκομείο ανακάλυπτε τι γινόταν. Η σκέψη ότι οι άντρες επιτρεπόταν ν’ αγοράζουν γυναίκες, όμως χλεύαζαν εκείνες που επέλεγαν να πουλήσουν το κορμί τους, έκανε τη Ρίκι έξαλλη.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Η Ρίκι έφυγε από τη βαρετή γενέτειρά της στο Χοκάιντο αναζητώντας μια καλύτερη ζωή στο Τόκιο. Όμως στη μεγάλη πόλη μόλις που τα βγάζει πέρα. Κάθε μέρα τρώει μεσημέρι βράδυ το ίδιο γεύμα: ένα βραστό αυγό που δεν κοστίζει και πολύ. Έτσι, όταν η φίλη της ανακαλύπτει ένα πρακτορείο που προσφέρει ένα παχυλό ποσό για δωρεά ωαρίων, αρπάζουν και οι δύο την ευκαιρία για μια συνέντευξη. Από την άλλη, η Γιούκο και ο Μοτόι προσπαθούν εδώ και χρόνια να αποκτήσουν παιδί. Δοκίμασαν σχεδόν κάθε διαθέσιμη επιλογή, αλλά μάταια – μέχρι που ο Μοτόι ανακαλύπτει ότι, παρόλο που η παρένθετη μητρότητα είναι παράνομη στην Ιαπωνία, υπάρχει μια εταιρεία που έχει βρει ένα παραθυράκι. Ταξικές διαφορές, εξουσία, έλεγχος πάνω στο σώμα του άλλου. Η γραφή της Kirino ξηλώνει σιγά σιγά τις ραφές της κοινωνίας, επαναξιολογώντας την αντίληψή μας για τη μητρότητα, την αυτοεκτίμηση, τη σωματική αυτονομία και την κοινωνική τάξη. Τι σημαίνει να έχεις τον έλεγχο; Και τελικά μπορεί πράγματι το χρήμα να αγοράσει την ευτυχία; Η περιπλοκότητα της παρένθετης μητρότητας μέσα από τον φακό των τάξεων στη σύγχρονη Iαπωνία.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Natsuo Kirino (Νατσούο Κιρίνο, γεν. 1951) άρχισε να αφιερώνεται αποκλειστικά στη συγγραφή γύρω στο 1993, και το όνομά της έγινε γρήγορα γνωστό στους λογοτεχνικούς κύκλους της Ιαπωνίας. Το OUT, το πιο γνωστό της έργο, κέρδισε το Βραβείο των Συγγραφέων Μυστηρίου της Ιαπωνίας, το πιο σημαντικό βραβείο της χώρας για το αστυνομικό μυθιστόρημα, και μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες. Η αγγλική μετάφρασή του ήταν υποψήφια για το Βραβείο Έντγκαρ. Συνεχίζει να εκδίδει πολυάριθμους τίτλους, οι οποίοι της έχουν αποφέρει πολλά λογοτεχνικά βραβεία. Η συγγραφέας τιμήθηκε επίσης με το Ιαπωνικό Μετάλλιο Τιμής με Μοβ Κορδέλα, το οποίο απονέμεται σε πρόσωπα σημαντικά για την ακαδημαϊκή και καλλιτεχνική τους συνεισφορά στη χώρα. Το 2023, κέρδισε για τα Χελιδόνια το Βραβείο Τέχνης Mainichi και το Λογοτεχνικό Βραβείο Yoshikawa Eiji, ενώ το 2024 έγινε η τηλεοπτική μεταφορά του βιβλίου.






















