
Για το θεατρικό έργο του Πέτερ Χάντκε (Peter Handke) «Χθεσινό χιόνι, αυριανό χιόνι» (μτφρ. Ιωάννα Διαμαντοπούλου-Νότντουρφτ, εκδ. Βακχικόν). Εικόνα: «Ο Οδοιπόρος», Ιερώνυμος Μπος.
Γράφει ο Δημήτρης Τσεκούρας
Ας ξεκινήσουμε με δύο φράσεις που μας συγκίνησαν από την πρώτη κιόλας ανάγνωση. Η πρώτη: «Αμέτρητοι οι ορισμοί του “ανθρώπου”, και όλοι τους λανθασμένοι, θρασύτατα λανθασμένοι». Η δεύτερη: «Την τελευταία νύχτα ονειρεύτηκα ένα καινούριο είδος πολέμων, τους επονομαζόμενους “πολέμους των προσκυνητών”, όπου όλοι οι κάτοικοι της Γης είχαν γίνει προσκυνητές, αλλά ο καθένας παίρνοντας άλλη κατεύθυνση προσκυνήματος, και όλοι έφραζαν ο ένας του άλλου τον δρόμο». Και οι δύο είναι από το έργο Χθεσινό χιόνι, αυριανό χιόνι (εκδ. Βακχικόν) του Πέτερ Χάντκε. Θα τις βρείτε στις σελίδες 32 και 45 αντίστοιχα.
Το έργο φέρει τον υπότιτλο «Η εξωτερίκευση ενός από άκρη σε άκρη περιπατητή κατά τη διάρκεια των παύσεών του». Πρόκειται για έναν μεγάλο υπότιτλο, αλλά θαρρούμε ότι τον υπότιτλο, εφόσον υπάρχει, καλό είναι να τον λαμβάνουμε σοβαρά υπ’ όψιν μας. Ίσως είναι διευκρινιστικός, ίσως είναι μια σύσταση για τον τρόπο ανάγνωσης του κειμένου, ίσως είναι μια παγίδα, ίσως τίποτα από όλα τα παραπάνω, παρά μια «ιδιοτροπία» του συγγραφέα. Υπάρχει, ωστόσο. Ταυτόχρονα, εκτός από τον πιθανό υπότιτλο ενός έργου, καλό είναι να λαμβάνουμε υπ' όψιν μας και σε ποιον αφιερώνεται το έργο, εφόσον, ασφαλώς, υπάρχει αφιέρωση. Και στην προκειμένη περίπτωση, πράγματι υπάρχει. Ο Χάντκε αφιερώνει το συγκεκριμένο έργο του στον «Πέτερ Βάις και στους άλλους». Σε έναν ομότεχνό του δηλαδή -και τι ομότεχνο-, και σε άλλους τέτοιους.
Καλό, επίσης, είναι να μην προσπερνάμε και πολύ βιαστικά το μότο που, ενδεχομένως, υπάρχει λίγο πριν το έργο ξεκινήσει· και στο έργο του Χάντκε υπάρχει μότο· είναι από τη Στέπα του Άντον Τσέχοφ. Και το μότο λέει το εξής: «Η σιλουέτα ενός αγνώστου πλησίαζε τη νύχτα διασχίζοντας τη στέπα... Επιστρέφοντας στους δικούς του, ο Ίγκορ είχε μια ακατανίκητη ανάγκη να παραπονεθεί…»1
Σχεδόν με σιγουριά θα λέγαμε, λοιπόν, ότι το κοινό στοιχείο ανάμεσα στον υπότιτλο, την αφιέρωση και το μότο είναι το περπάτημα. Στον υπότιτλο υπάρχει η λέξη περιπατητής, ο Πέτερ Βάις, που του αφιερώνεται το έργο, αυτός κι αν υπήρξε περιπατητής στην Τέχνη (θέατρο, μυθιστόρημα, ζωγράφος, γραφίστας, σκηνοθέτης), στη δε εμβληματική Στέπα του Τσέχοφ διαβάζουμε, βλέπουμε, το μεγάλο ταξίδι ενός εννιάχρονου αγοριού, ένα φαινομενικά συνηθισμένο ταξίδι που, σταδιακά όμως, μετουσιώνεται σε μια κυριολεκτική περιπέτεια του μυαλού.
Και νομίζουμε ότι καθόλου αλλόκοτο δεν θα μας φαινόταν εάν αίφνης ξεπεταγόταν μέσα από τις σελίδες του βιβλίου και «Ο οδοιπόρος» (αναφερόμενος και ως «Πραματευτής»), αυτός ο αριστουργηματικός πίνακας του Ιερώνυμου Μπος.
Ο μονόλογος ενός οδοιπόρου
Ως Θέατρο χαρακτηρίζει το συγκεκριμένο του έργο ο Αυστριακός συγγραφέας2. Ας πούμε ότι πρόκειται λοιπόν για τον θεατρικό μονόλογο ενός οδοιπόρου που, ενώ περπατά, σκέφτεται, συνομιλεί με αντικείμενα και πρόσωπα (κυρίως με πρόσωπα), παρατηρεί λεπτομέρειες (η παρατήρηση και αν είναι συνομιλία), αφουγκράζεται ανά πάσα στιγμή, πηγαίνοντας φαινομενικά από το ένα θέμα στο άλλο, θυμώνει, ξεσπάει, αναπολεί, σχεδιάζει. Ο μονόλογος-αφήγηση ενός οδοιπόρου με τις αισθήσεις του διαρκώς τεταμένες. Και που, ασφαλώς, διαρκώς αμφιβάλλει. Σαν να μην είναι σίγουρος για τίποτε απολύτως. «Προς τι απλώς γεννήθηκα; Μακάρι να ‘ξερα. Για καπνοδοχοκαθαριστής; Για ζιγκολό; Για βροχοποιός; Για πλασιέ; Για σεληνιασμένος;» αναρωτιέται ο οδοιπόρος (σ. 25). Όσο περπατάει, γίνεται ο αφηγητής και ο βιογράφος του εαυτού του.
Και θα τολμήσουμε -με μικρή επιφύλαξη- να γράψουμε ότι το Χθεσινό χιόνι, αυριανό χιόνι είναι στον πυρήνα του ένα θεολογικό κείμενο, που θα πει ένα κείμενο αναζήτησης αυτού που δεν έχει ακόμη καταφέρει να βρει ο άνθρωπος, αλλά διαρκώς το αναζητά.
Και αν ευσταθεί (που νομίζουμε πως ευσταθεί απολύτως) αυτό που γράφει κάπου στο Βιβλίο της ανησυχίας ο Φερνάντο Πεσσόα ότι «το ταξίδι είναι ο ταξιδιώτης», τότε, στην προκειμένη περίπτωση έχουμε, κατά πάσα πιθανότητα, να κάνουμε με έναν ταξιδιώτη που είναι ήδη Γνώστης της Ζωής και τώρα αναδιαπραγματεύεται αυτή του τη Γνώση με αυτό που η Γνώση πάντοτε επιφέρει. Την αμφισβήτηση. Τον τριγμό. Είναι πράγματι Γνώση αυτά που νομίζουμε ως Γνώση; «Και στο τέλος, λένε, περπατώντας όλο και πιο πολύ μιλούσε με τον εαυτό του, ακατάληπτα, το μόνο αντιληπτό ήταν κάθε φορά ένα “Απ’ την άλλη μεριά...”» (σ. 67).
Διακειμενικότητα
Η Καινή Διαθήκη, ο Ουίλιαμ Φόκνερ, ο Παρμενίδης, ο Πλάτωνας, ο Βολταίρος, ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ, ο Πασκάλ, ο Σαίξπηρ και πλήθος άλλων κειμένων και διανοητών παρελαύνουν μέσα στο κείμενο του Χάντκε. Ναι, είναι αδιαμφισβήτητο ότι στο έργο του Χάντκε έχουμε να κάνουμε με έναν οδοιπόρο άκρως διανοούμενο. Γιατί ο συγκεκριμένος οδοιπόρος δεν φοβάται ούτε στιγμή να τσαλακωθεί, δεν φοβάται καθόλου να πει τα πράγματα με το όνομά τους, ακόμα κι αν, δυο σελίδες παρακάτω, σκεφτεί ξανά αυτά που είπε. «Και γενικώς, κανένας δεν έχει πια να προσδοκά κάτι. Κανένας; Κανένας... ΤΕΡΜΑ με το ταχυδρομείο. ΤΕΡΜΑ με την αγάπη!» (σ. 24). Αυτό το τονισμένο, από τον ίδιο τον Χάντκε, με κεφαλαία γράμματα «Τέρμα» είναι σαν ένας αντεστραμμένος ύμνος προς την Αγάπη.
Και θα τολμήσουμε -με μικρή επιφύλαξη- να γράψουμε ότι το Χθεσινό χιόνι, αυριανό χιόνι είναι στον πυρήνα του ένα θεολογικό κείμενο, που θα πει ένα κείμενο αναζήτησης αυτού που δεν έχει ακόμη καταφέρει να βρει ο άνθρωπος, αλλά διαρκώς το αναζητά.
Και κάτι ακόμα, μικρό και τελευταίο και εντελώς προσωπικό. Στην τρίτη ανάγνωση αυτού του μικρού σε έκταση κειμένου, φανταστήκαμε τον περιπατητή του Χάντκε να βρίσκεται στο ίδιο μικρό δωμάτιο ή στην ίδια μικρή σκηνή με τον Κραπ του Μπέκετ. Και να κάθονται. Και να μην μιλάνε καθόλου. Μόνο να κοιτάζονται. Ή να κοιτάζουν το μόνο αντικείμενο που υπάρχει στο μικρό δωμάτιο ή στη μικρή σκηνή: τον «Οδοιπόρο» του Ιερώνυμου Μπος. Ιδέα δεν έχουμε πώς προέκυψε αυτή η σκέψη. Μάλλον είναι που τα μεγάλα κείμενα την έχουνε -πανάθεμά τα- αυτή την ιδιοτροπία: να πάνε το μυαλό του αναγνώστη από δω και από κει. Να τα ερμηνεύουμε με χίλιους δυο τρόπους.
Η μετάφραση της Ιωάννας Διαμαντοπούλου-Νότντουρφτ, εξαιρετική.
*Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΕΚΟΥΡΑΣ είναι πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας και μεταφραστής.
1Η αναφορά στη Στέπα του Τσέχοφ, και πιο συγκεκριμένα στον νεαρό ήρωα της νουβέλας, επαναλαμβάνεται, επίσης, και στο κύριο σώμα του έργου (σ. 33).
2Έχοντας ασχοληθεί και στο παρελθόν με τον Χάντκε, και πιο συγκεκριμένα με το έργο του Ποίημα για τη διάρκεια, είχαμε σημειώσει πως «Ο Χάντκε χαρακτηρίζει το συγκεκριμένο του έργο Ποίημα. Και πολύ καλά κάνει. Ο Δημιουργός δικαιούται εξ ορισμού να χαρακτηρίζει το έργο του όπως επιθυμεί. Εγώ πάντως, ως αναγνώστης, εκτός από Ποίημα, διάβασα και δοκίμιο. Και άκουσα και έναν θεατρικό μονόλογο. Και φαντάστηκα, επίσης, και ένα ασπρόμαυρο φιλμ. Σκηνοθετημένο από τον Μπέλα Ταρ» (OLAFAQ, 12/3/2025). Και την ίδια ακριβώς παρατήρηση έχουμε να κάνουμε σε σχέση και με το Χθεσινό χιόνι, αυριανό χιόνι. Ας το λέει Θέατρο που, έτσι κι αλλιώς, είναι. Είναι όμως και νουβέλα, είναι και πίνακας ζωγραφικής. Αλλά, πάνω απ’ όλα, είναι ντοκουμέντο. Που θα πει τεκμήριο. Το ντοκουμέντο ενός ανθρώπου που περπάτησε πάρα πολύ. Που θα πει ότι σίγουρα κάπου, κάποτε, υπήρξε πολύ.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Πέτερ Χάντκε (Peter Handke) είναι Αυστριακός συγγραφέας και μεταφραστής, ποιητής και δοκιμιογράφος, γνωστός για το καινοτόμο και συχνά προκλητικό έργο του. Έχει γράψει δεκάδες μυθιστορήματα, νουβέλες και θεατρικά έργα, και έχει ασχοληθεί με όλα τα είδη του γραπτού λόγου (ποίηση, σενάριο, δοκίμιο).
Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από πενήντα γλώσσες. Έχει τιμηθεί διεθνώς με σημαντικά βραβεία, ανάμεσα στα οποία το Georg Büchner-Preis (1973), το Premio Franz Kafk» (2009) και το International Ibsen Award (2014), ενώ το 2019 του απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας (εξ ημισείας με την Όλγκα Τοκάρτσουκ).

Από τις εκδόσεις Βακχικόν κυκλοφορεί το σύνολο του ποιητικού έργου του για πρώτη φορά στα ελληνικά, με τον τίτλο Άπαντα τα ποιήματα (μτφρ. Ιωάννα Διαμαντοπούλου-Νότντουρφτ, 2023).
Το Χθεσινό χιόνι, αυριανό χιόνι – Η εξωτερίκευση ενός από άκρη σε άκρη περιπατητή κατά τη διάρκεια των παύσεών του είναι το τελευταίο του βιβλίο και έχει ήδη μεταφραστεί στα αγγλικά, σουηδικά και τουρκικά. Είναι το έκτο θεατρικό έργο του που κυκλοφορεί στα ελληνικά.























