
Για το μυθιστόρημα της Βερένα Κέσλερ (Verena Keßler) «Γυμναστήριο» (μτφρ. Δέσποινα Κανελλοπούλου, εκδ. Δώμα). Εικόνα: Από την ταινία «Perfect» (1985).
Γράφει ο Αντώνης Γουλιανός
Ο υγιεινισμός ως μια ακραία μορφή εμμονής με το «τέλειο σώμα» και την «υγεία», έννοιες δηλαδή άκρως σχετικές, κυριαρχεί στις μέρες μας αφειδώς. Το φάντασμα που πλανάται κυρίως πάνω από τις δυτικές χώρες αφορά σε μια ιδεολογική επιστροφή του βιολογισμού, που με τη σειρά του συνδέεται με τον σταδιακό εκφασισμό των σύγχρονων κοινωνιών.
Ο υγιεινισμός εκφράζεται ως μια ηθική επιταγή που καθιστά κοινωνικό παρία όποιο άτομο απορρίπτει τον συγκεκριμένο ιδεασμό. Η γυμναστηριακή εμμονή, παρακλάδι του υγιεινισμού, γνωρίζει μια πρωτοφανή έκρηξη δημοφιλίας που διασπείρεται και ενισχύεται από τον καπιταλισμό της πλατφόρμας.
Είναι δύσκολο να μην ανατρέξει κανείς στον Φουκώ. Υπό το φουκωικό πρίσμα, το γυμναστήριο αποτελεί τον απόλυτο χώρο πειθάρχησης του σώματος. Μέσω των κατασκευασμένων γυμναστηριακών εμμονών και τα καπιταλιστικώς διαχεόμενα υποτιθέμενα «καλά πρότυπα», ασκούνται βιοπολιτικά σχέδια ελέγχου που καθορίζουν καταχρηστικά ποιο άτομο είναι «υγιές» και ποιο «άρρωστο». Παρόλο που ο Φουκώ δεν έγραψε κάποια εργασία εστιασμένη στο γυμναστήριο, είχε εκφράσει απόψεις για την άσκηση και πολλές από τις αναλύσεις του για το σώμα και την κατασκευή του εαυτού μπορούν να συσχετιστούν άμεσα με αυτό το θέμα. Επί της ουσίας, οι σύγχρονοι χώροι εκγύμνασης λειτουργούν ως πανοπτικά μέσα, από τα οποία τα υποκείμενα αξιολογούνται αυστηρώς.
Η νουβέλα της Βερένα Κέσλερ
Η νουβέλα της Βερένα Κέσλερ Γυμναστήριο δεν μπαίνει σε τέτοια δοκιμιακά μονοπάτια, αλλά εξερευνά επαρκώς αυτή την εκτροπή στο λογοτεχνικό πεδίο, μέσα από την ανώνυμη ηρωίδα της που, μετά από ένα τραυματικό περιστατικό που της κόστισε την καριέρα της, βρίσκεται εντελώς έξω από τα νερά της, πιάνοντας δουλειά σε ένα γυμναστήριο. Σύντομα καταλαμβάνεται από τη γυμναστηριακή μανία, υποθάλπτοντας εκεί το παρελθόν της, σε ένα νέο πλαίσιο ανταγωνισμού και ταξικής και έμφυλης πάλης.
Η συγγραφέας βρίσκει έτσι την ευκαιρία για να μιλήσει καυστικώς για τις γυμναστηριακές φυλές και για ορισμένους από τους ανθρωποτύπους που συναντά κανείς σε τέτοια περιβάλλοντα. Τα σώματα σε αυτόν τον χώρο αποσυναρμολογούνται, καταλήγουν μέλη που δεν ενώνονται σε μία ενιαία προσωπικότητα, αλλά αποτελούν έναν κατακερματισμένο και αλλοτριωμένο εαυτό. Υφίσταται μια παρόμοια αφύσικη εστίαση σε μύες και μέρη του σώματος, όπως αυτή που κατονομάζεται από τον Μποντριγιάρ σε σχέση με την πορνογραφία.
Γράφει η Κεσλερ: «Ο κώλος της ήταν εξωπραγματικός, ένα πελώριο σφιχτό ροδάκινο. Το κολάν τσίτωνε στα κωλομάγουλα, η ραφή χανόταν στη χαράδρα ανάμεσά τους (...) @Ijustwannaswet, έτσι λεγόταν ο λογαριασμός της στο Instagram (...) Οι περισσότερες φωτογραφίες την έδειχναν από πίσω, λες κι λογαριασμός δεν ανήκε σ'εκείνη αλλά στον κώλο της» (σελ. 22).
Μια μαζική ψύχωση
Ο εστιασμός στους γοφούς, στους γλουτούς, στους μηρούς, η ακραία προσπάθεια επίτευξης ενός οπίσθιου σχήματος αυστηρώς καλλίπυγης εμφάνισης, καταλήγει μια μαζική ψύχωση κατάτμησης του ανθρώπινου σώματος, μια απανθρωποποίηση βασισμένη σε χαρακτηριστικά του κορμιού. Το «fitness» ουσιαστικά ενσαρκώνει τα ιδανικά του φασιστικού ιδεώδους, μιας άοκνης προτεσταντικής προσπάθειας με κόστος την πάσα εξάντληση.
Οι γυμναστηριακοί, άλλωστε, είναι βαθιά αλλοτριωμένοι: «Στη γνάθο της διαγράφονταν καθαρά οι μασητήρες, στους καρπούς τους άστραφταν τα apple watches, στ' αυτιά τους τα AirPods (...)» (σελ. 25).
Δεν πρόκειται για μια απαλλαγμένη από τον καπιταλισμό δραστηριότητα, μιας και συνοδεύεται από συγκεκριμένα αξεσουάρ που συμπαραδηλώνουν την αξίωση ενός κοινωνικού στάτους. Ο χώρος του γυμναστηρίου είναι κατεξοχήν καπιταλιστικός, σεξιστικός και βιολογιστικός. Τα αρρενωπά σώματα αποθεώνονται. Η μαλακή σάρκα στηλιτεύεται ως αποκρουστική, όχι αρκετά ελκυστική για να διαχυθεί ως προϊόν στις πλατφόρμες του ψηφιακού καπιταλισμού.
Το βιβλίο έχει μια γλώσσα εύκολη, κοινή αργκό, άμεση.
Παρομοίως, ο εκτός του γυμναστηρίου αθλούμενος δεν έχει το ίδιο γόητρο με τις φυλές του γυμναστηρίου, ούτε το ίδιο κοινωνικό στάτους, ενώ τα αποτελέσματά του αμφισβητούνται αφού μόνο στον χώρο του γυμναστηρίου μπορείς να έχεις «πραγματικά» αποτελέσματα. Διακυβεύεται συνεπώς η ίδια η αντίληψη του ψευδούς και του πραγματικού, καθώς η περιβόητη υποτιθέμενη αυθεντικότητα καταλήγει να φιλτράρεται μόνο μέσα από την συστηματική αναυθεντικότητα. Το μη εξαντλημένο υποκείμενο παύει να είναι αρκετό, χάνει την αξία του, σωριάζεται άχρηστο.
Βέβαια, η Κεσλερ δεν μπαίνει σε τόσο ενδελεχή μονοπάτια, όπως προανέφαρα, παρότι μερικώς υπονοεί πολλά από τα όσα αναλύθηκαν παραπάνω. Το βιβλίο έχει γλώσσα εύκολη, κοινή αργκό, άμεση. Τα κεφάλαια μοιράζονται σε σετ μέχρι που συμβαίνει η τελική πράξη. Η εξώθηση της ηρωίδας σε μιας μορφής εξημμένης επιθετικότητας ήταν ίσως μια περιττή εξέλιξη στο βιβλίο αφού κατ' αυτόν τον τρόπο χάνει μερικώς την κριτική του δύναμη και καταλήγει να περιπτωσιολογεί. Ωστόσο, στο σύνολό του παραμένει επιτυχές, αφού διατηρεί το ενδιαφέρον του αναγνωστικού υποκειμένου μιας και κορυφώνει σταδιακά την αφηγηματική ένταση, προσομοιωτικά με μια γυμναστηριακή άσκηση, χωρίς να βασίζεται σε εύκολα «αναβολικά» plot twists.
* Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΟΥΛΙΑΝΟΣ είναι συγγραφέας και αρθρογράφος.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
H Verena Keßler (1988) γεννήθηκε στο Αμβούργο, και σπούδασε στο Βερολίνο και στη Λειψία, όπου και ζει.

Έχει γράψει τα βραβευμένα μυθιστορήματα Die Gespenster von Demmin (2020· Τα φαντάσματα του Ντέμιν· εκδ. Καστανιώτη, 2021) και Eva (2023).
Το Γυμναστήριο (2025) μεταφράζεται ήδη σε πάνω από δέκα γλώσσες.























