
Για τη μελέτη του Παναγιώτη Δουκέλλη «Ρώμη: Γέννηση και σταδιακή συγκρότηση μιας μεσογειακής πόλης» (εκδ. Ευρασία). Εικόνα: Από τη σειρά «Ρώμη» του HBO.
Γράφει ο Ηρακλής Καραμπάτος
Πριν από περίπου έναν αιώνα, ο διάσημος αρχιτέκτονας Adolf Loos, επιχειρώντας να σχολιάσει τον «κοινωνιοκεντρικό» πυρήνα σκέψης των Ρωμαίων για το κτιστό περιβάλλον, έγραφε: «Οι Έλληνες ήταν ατομικιστές: κάθε κτίσμα έπρεπε να διαθέτει τη δική του κατανομή και διακόσμηση. Οι Ρωμαίοι σκέφτονταν με κοινωνικούς όρους και γι’ αυτό οι πρώτοι μετά βίας μπορούσαν να διαχειριστούν τις πόλεις τους». Παρότι ο τόνος του Loos ενδέχεται να αδικεί κάποιες εκφάνσεις της ελληνικής αντίληψης για το κτιστό περιβάλλον (ιδίως εκείνης που αναπτύχθηκε στον ελληνιστικό κόσμο), η παρατήρησή του αναδεικνύει εύστοχα τη σύνδεση ανάμεσα στον χώρο και τις μορφές εξουσίας που συγκροτούνται, οργανώνονται και αναπτύσσονται μέσω αυτού.
Αν και το κρινόμενο έργο του Παναγιώτη Δουκέλλη υπό τον τίτλο Ρώμη: Γέννηση και σταδιακή συγκρότηση μιας μεσογειακής πόλης (εκδ. Ευρασία) διαπνέεται από έναν ανθρωπολογικό προσανατολισμό, τεκμηριώνει με ιδιαίτερη επιτυχία και αυτή τη διάσταση των σχέσεων χώρου και εξουσίας, επιτρέποντας την ανάπτυξη πολλαπλών αναγνώσεων γύρω από τη σχέση χώρου, κοινωνίας και πολιτικής στην αρχαία Ρώμη, χωρίς να εγκλωβίζεται σε ένα μονοδιάστατο ερμηνευτικό σχήμα αιτιώδους αναγωγής. Οφείλω, ωστόσο, να διευκρινίσω ότι η ανάγνωση που ακολουθεί υιοθετεί ένα ερμηνευτικό σχήμα το οποίο δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με τον κεντρικό άξονα του βιβλίου. Πρόκειται μάλλον για μία από τις ερμηνευτικές δυνατότητες που αυτό προσφέρει, την οποία θεωρώ ιδιαίτερα γόνιμη για την κατανόηση της σχέσης χώρου, κοινωνίας και εξουσίας στον ρωμαϊκό κόσμο. Εξεταζόμενο υπό αυτό το πρίσμα, το έργο αναδεικνύει με ιδιαίτερη σαφήνεια τον τρόπο με τον οποίο ο χώρος δεν αποτελεί απλώς το υπόβαθρο της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, αλλά ενεργό παράγοντα της συγκρότησής της.
Ερωτήματα γύρω από τον χώρο και τη φύση του εντοπίζονται ήδη στη μυθολογική ίδρυση της Ρώμης. Ο Ρέμος δολοφονείται από τον Ρωμύλο ακριβώς επειδή παραβιάζει τα όρια μιας πόλης που «τώρα» συγκροτείται, προοικονομώντας τόσο τη μοίρα όσων επιχειρήσουν στο μέλλον αντίστοιχες παραβάσεις όσο και τη νευραλγική σημασία του χωρικού ορίου για τη συγκρότηση της πολιτότητας, της civitas. Η μυθοπλαστική αυτή εικόνα αναδεικνύει κατά τον συγγραφέα την αντίθεση ανάμεσα στην αστικοποίηση και τη φυσική κατάσταση, ενώ ταυτόχρονα οριοθετεί συμβολικά την ανάδυση νέων κοινωνικών αναγκών που δεν απαιτούν απλώς νέους χώρους, αλλά και μια νέα χωρική οντολογία. Υπό αυτή την έννοια, το βιβλίο συμβάλλει ουσιαστικά στην κατανόηση ενός κρίσιμου χαρακτηριστικού της ρωμαϊκής κοσμοθεώρησης: ότι ο χώρος προσδιορίζει ή και σε μεγάλο βαθμό επικαθορίζει τους τρόπους δράσης των πολιτών μέσω των υλικών του αναπαραστάσεων.
Γιατί όμως καλούμαστε να επιμείνουμε στην ιδέα του χώρου; Διότι ως έννοια λειτουργεί καταλυτικά στη σχηματοποίηση άλλων εννοιών, όπως είναι η έννοια της πολιτότητας, της civitas. Η civitas αποτελεί νευραλγική έννοια στο έργο του Δουκέλλη και παρουσιάζεται ως η πολιτική έκφραση του populus. Στη ρωμαϊκή αντίληψη η civitas δεν νοείται ως αφηρημένη πολιτική οντότητα, αλλά ως μορφή συλλογικής οργάνωσης άρρηκτα συνδεδεμένη με τον χώρο που την καθιστά δυνατή και ο χώρος αυτός είναι η ρωμαϊκή urbs, η ρωμαϊκή πόλη, η οποία διαφυλάσσει τα mores maiorum, τα πατροπαράδοτα ήθη και τις αρετές που εγκιβωτίζονται σε αυτά. Ένα τμήμα της μελέτης αφιερώνεται σε αυτές ακριβώς τις ιδιαίτερες ιστορικές συνθήκες που επιτρέπουν την παρουσίαση της Ρώμης ως προστάτιδας των ρωμαϊκών ηθών, ωστόσο, στο σημείο αυτό θα μπορούσε ίσως να υπάρξει μια εκτενέστερη αναφορά στην αρετή της gravitas, της βαρύτητας, η οποία αναδεικνύεται σε κορυφαία ρωμαϊκή αρετή κατά τη δημοκρατική περίοδο. Η σημασία της δεν περιορίζεται μόνο στο ηθικό πεδίο, καθώς παράγει και συγκεκριμένα χωρικά αποτελέσματα. Μέσω αυτής, οι Ρωμαίοι οργανώνουν συμβολικά τον κόσμο τους, αντιπαραβάλλοντας τη Ρώμη με φαντασιακές «χωρικές δυστοπίες», όπως η Αίγυπτος, συγκροτώντας ευρύτερες γεωγραφικές και πολιτισμικές ιεραρχήσεις, οι οποίες συχνά αποκτούν αρχιτεκτονική έκφραση και υφή1.
Ο χώρος και ο χρόνος
Η έννοια του χώρου όμως στο έργο του Δουκέλλη αποκτά επιπρόσθετα και έναν ακόμη ρόλο, αυτόν της ανάδειξης του -αλληλένδετου με αυτόν- στοιχείου του χρόνου και τη σχηματοποίηση του δεύτερου μέσω του κτισμένου περιβάλλοντος. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Δουκέλλης: «Ο χρόνος αρχίζει να μετρά από τη στιγμή της διάβασης από τη φυσική κατάσταση σε αυτήν του πολιτισμού […]. Πριν από την πόλη δεν υπάρχει χρόνος, ο χρόνος διαπλέκεται με τον χώρο» (σελ. 69). Η αντίληψη αυτή αντανακλά μια βαθύτερη ρωμαϊκή πεποίθηση, όπου ο υλικός πολιτισμός και ιδίως το κτισμένο περιβάλλον λειτουργούν ως βασικοί μηχανισμοί συγκρότησης της ιστορικότητας. Η ιδέα αυτή του Δουκέλλη είναι ιστορικά ομοιόμορφη με το πώς οι Ρωμαίοι αντιμετώπιζαν πράγματι τις σχέσεις χώρου και χρόνου, και αναδεικνύει τους τρόπους άρθρωσης της αρτιγέννητης πολιτικής και πολιτισμικής ταυτότητας των Ρωμαίων.
Στη Ρώμη η πολιτότητα θεμελιώθηκε σε αξίες πολύ διαφορετικές από αυτές στις οποίες βασίστηκε η Ελλάδα (αυτοχθονία), καθώς συνδέθηκε οργανικά με τις ίδιες τις υλικές δομές της πόλης.
Το στοιχείο αυτό συνιστά και μία από τις σημαντικότερες διαφορές μεταξύ της ρωμαϊκής και της ελληνικής αντίληψης περί πολιτικής κοινότητας. Στη Ρώμη η πολιτότητα θεμελιώθηκε σε αξίες πολύ διαφορετικές από αυτές στις οποίες βασίστηκε η Ελλάδα (αυτοχθονία), καθώς συνδέθηκε οργανικά με τις ίδιες τις υλικές δομές της πόλης. Αξίζει να θυμηθούμε σε αυτό το σημείο όσα σημειώνει για τη Ρώμη ο ιστορικός της αρχιτεκτονικής Robert van Pelt, σύμφωνα με τον οποίο «οι πράξεις των πολιτών στο παρόν, το μέλλον και το παρελθόν συνέθεταν τη δημόσια επικράτεια της πόλης, δημιουργώντας έναν τριμερή δημόσιο χρόνο που συνέδεε τον χρόνο των ζώντων, τον χρόνο της πόλης και τον χρόνο των νεκρών». Η διαγενεακή αυτή υποχρέωση απέναντι στην πόλη προσέλαβε στη Ρώμη συγκεκριμένες χωρικές εκφράσεις, είτε μέσω της δημιουργίας νέων χώρων είτε μέσω της διεύρυνσης ήδη υπαρχόντων, όπως τα τείχη, το pomerium ή τα μεγάλα δημόσια έργα.
Μια περαιτέρω ερμηνευτική δυνατότητα που αναδύεται από το έργο του Δουκέλλη είναι ότι η πρόκριση των υλικών έναντι άλλων στοιχείων του ρωμαϊκού πολιτισμού βρίσκει το κατεξοχήν πεδίο έκφρασής της στην κτιριοδομία και την αρχιτεκτονική, δηλαδή σε εκείνες τις πρακτικές που προσδίδουν υλική υπόσταση στο σύστημα αναφοράς που ονομάζεται «χώρος». Προς επίρρωση αυτής της παρατήρησης θα μπορούσε να λειτουργήσει η εξέταση της εικονοπλασίας της λατινικής λογοτεχνίας ακόμη και κατά την αυτοκρατορική περίοδο, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Αινειάδα του Βιργιλίου. Αν και η περίοδος αυτή δεν αποτελεί αντικείμενο του βιβλίου του Δουκέλλη, η ανάλυσή του θέτει ένα ισχυρό ερμηνευτικό υπόβαθρο, προσφέροντας εργαλεία που μπορούν να αξιοποιηθούν και για την κατανόηση μεταγενέστερων εκφάνσεων της ρωμαϊκής κοσμοαντίληψης. Αυτό που ισχυρίζομαι είναι ότι αν και αρχικό μέλημα της Ρώμης ήταν η δημιουργία του χώρου και υστερογενώς, κατά τη δημοκρατική περίοδο, η εσωτερική διανομή του, ερωτήματα για τη φύση, τη λειτουργία και την κατανομή (dispositio) του χώρου εμφανίζονταν έως και πολύ αργότερα, κατά την αυτοκρατορική περίοδο, στην οποία φαίνεται πως άρχιζε να συγκροτείται μια «πλαισιοκρατική» αντίληψη για την πραγματικότητα και η αρχιτεκτονική αποτελούσε αναγκαίο όρο για την εξερεύνησή της. Με άλλους όρους, η αρχιτεκτονική μετατράπηκε σε εργαλείο χαρτογράφησης του κόσμου, γινόμενη το κατ’ εξοχήν εκτατό στοιχείο της πόλης.
Συνολικά, το έργο του Παναγιώτη Δουκέλλη συγκροτεί ένα πλούσιο και συνεκτικό ερμηνευτικό πλαίσιο για τη ρωμαϊκή πόλη, από τις μυθολογικές της απαρχές έως τις μεταγενέστερες κοινωνικές της αναπαραστάσεις. Παρά την πολυπρισματικότητά του, διατηρεί σαφήνεια και δομική συνοχή, προσφέροντας ουσιαστική συμβολή στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η Ρώμη συνέδεσε τον χώρο με την εξουσία και την ταυτότητα.
*Ο ΗΡΑΚΛΗΣ ΚΑΡΑΜΠΑΤΟΣ είναι Διδάσκων στο ΔΠΜΣ Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, ΔΠΘ.
1Τέτοιες συναντά κανείς συχνά στη λατινική γραμματεία, όπως είναι οι ωδές του Οράτιου.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Παναγιώτης N. Δουκέλλης είναι καθηγητής στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονται σε ζητήματα κοινωνικής και πολιτικής ιστορίας του αρχαίου κόσμου, όπως και σε ζητήματα κοινωνικής παραγωγής του χώρου. Έχει διδάξει σε ελληνικά και ξένα Πανεπιστήμια.






















