
Για τη μυθιστορηματική τριλογία του Φίλιπ Ροθ (Philip Roth) «Ζούκερμαν δεσμώτης» (μτφρ. Σπύρος Βρετός, εκδ. Πόλις).
Γράφει ο Θόδωρος Σούμας
Το πιο μνημειώδες, πλήρες, ιδεολογικοφιλοσοφικό και κοινωνικό με την ευρεία έννοια έργο του Φίλιπ Ροθ είναι η αριστουργηματική και πρώτη, άτυπη τριλογία του, «Τριλογία του Ζούκερμαν», που αποτελείται από τα μυθιστορήματα Ο συγγραφέας-φάντασμα (The ghost writer, 1979), Ζούκερμαν λυόμενος (Zuckerman unbound, 1980), Το μάθημα ανατομίας (The anatomy lesson, 1983) και τον επίλογο, τη νουβέλα Το όργιο της Πράγας (The Prague orgy, 1985). Στα ελληνικά κυκλοφορούν με τον γενικό τίτλο Ζούκερμαν δεσμώτης (μτφρ. Σπύρος Βρετός, εκδ. Πόλις). Είναι ένα αυτοβιογραφικό έργο που εξερευνά τον ρόλο της τέχνης, τη σχέση του συγγραφέα με τα βιβλία του, τη φήμη, τον αγώνα για δημιουργία και προκοπή, την εβραϊκή ταυτότητα, τις οικογενειακές σχέσεις, την ανθρώπινη υπαρξιακή κατάσταση και τα ανθρώπινα, ερωτικά και ψυχολογικά συμπλέγματα. Επίσης, πρόκειται για μια μεταμυθοπλασία, μια μυθοπλασία, δηλαδή, που σχολιάζει τον εαυτό της.
Ο πρωταγωνιστής, ο Νέιθαν Ζούκερμαν, είναι ένας ταλαντούχος Αμερικανοεβραίος συγγραφέας, το alter ego του Ροθ. Στην «Τριλογία του Ζούκερμαν» διαβάζουμε μια ιστορία για έναν συγγραφέα που γράφει ιστορίες που μοιάζουν με αυτές που διαβάζουμε. Το έργο συνεχώς μας κάνει να αναρωτιόμαστε ποιος μιλάει, ο Φίλιπ Ροθ ή ο Ζούκερμαν; Το Ζούκερμαν δεσμώτης αποτελεί μια αριστοτεχνική, αυτοαναφορική, μεταμοντέρνα κατασκευή, όπου η τεχνική της μεταμυθοπλασίας χρησιμοποιείται για να εξερευνηθεί το κόστος της καλλιτεχνικής ελευθερίας και η πολυπλοκότητα της ταυτότητας. Ο Φίλιπ Ροθ θολώνει εσκεμμένα τα όρια μεταξύ της ζωής του και της μυθοπλασίας. Ο Ζούκερμαν αναφέρεται σε προηγούμενα λογοτεχνικά έργα του και στην υποδοχή τους, κάνοντας την τριλογία μια σπουδή πάνω στη φύση της συγγραφής.
Ένα μεταμοντέρνο έργο
Η τριλογία ή τετραλογία του Ζούκερμαν θεωρείται μεταμοντέρνο έργο λόγω του τρόπου που παίζει με την ίδια τη φύση της αφήγησης, της ταυτότητας και της αλήθειας. Η αλήθεια δεν είναι μία, είναι αφηγηματική. Ο Ροθ αποδομεί την παραδοσιακή γραμμική, νατουραλιστική αφήγηση. Το έργο δεν αφηγείται απλώς μια ιστορία, μα αποδομεί την έννοια της μυθοπλασίας και σπάει τα όρια συγγραφέα-αφηγητή-ήρωα, χρησιμοποιεί βιβλία μέσα σε βιβλία, σχολιάζει τη γλώσσα και τη γραφή και απορρίπτει τη μία αντικειμενική αλήθεια. Ο Ροθ μετατρέπει τη δομή των πεζογραφημάτων σε ένα παιχνίδι αντικατοπτρισμών ανάμεσα στον δημιουργό, το έργο και την πραγματικότητα. Χρησιμοποιεί τον Ζούκερμαν για να θολώσει τα όρια μεταξύ «πραγματικότητας» και φαντασίας, μεταξύ αφηγητή, συγγραφέα και ήρωα. Στην τριλογία συναντάμε την αυτοαναφορικότητα και την ειρωνεία των πάντων, ακόμη και του εαυτού, του υποκειμένου της αφήγησης. Ο Ροθ σατιρίζει τον εαυτό του ως συγγραφέα, παίζει με τη δημόσια εικόνα του, γελοιοποιεί τη σοβαρότητα της λογοτεχνίας, παίζει με το «πραγματικό», το «αναφερόμενο». Τίποτα δεν είναι ιερό, ούτε ο ίδιος ο δημιουργός. Μπερδεύει βιογραφικά στοιχεία, λογοτεχνικές μάσκες και φανταστικές, μυθοπλαστικές κατασκευές. Έτσι ο αναγνώστης παραμένει σε μόνιμη αβεβαιότητα.
Ο Ροθ αναλύει τη μεταπολεμική αμερικανική κοινωνία, τον εβραϊκό και αμερικάνικο κομφορμισμό, την ελευθερία της έκφρασης στις ΗΠΑ και τα όριά της, συχνά συγκρουόμενος με την κοινωνία που εκλαμβάνει τα βιβλία του ως πρόστυχα και αντισημιτικά. Ο συγγραφέας διερευνά την ενοχή και την αποτυχία, τον ανθρώπινο τρόμο, πόνο και την ασθένεια, τον ανθρώπινο ερωτισμό, το σεξ και την προσπάθεια του ήρωα για αυτογνωσία. Ο συγγραφέας-ήρωας του Ροθ συχνά παρεξηγείται από το κοινό, το οποίο τον ταυτίζει με τους ερωτικά αμοραλιστές χαρακτήρες των έργων του. Η τριλογία του Ζούκερμαν πραγματεύεται επίσης το κόστος της καλλιτεχνικής δημιουργίας και της άσκησης της τέχνης, επειδή ο Ζούκερμαν απομονώνεται, χάνει τη σχέση με την οικογένειά του και βιώνει ψυχολογική πίεση.
Στο διάστημα μιας τριακονταετίας, ο Ροθ έχει διαπραγματευτεί εννιά φορές την ιστορία του «σωσία» του Νέιθαν Ζούκερμαν, στα έργα του. Στην τριλογία του Ζούκερμαν, Ο συγγραφέας-φάντασμα (1979), Ζούκερμαν λυόμενος (1981), Μάθημα ανατομίας (1983), Το όργιο της Πράγας (1985), στην Αντιζωή (1986), στην Τριλογία της Αμερικής, δηλαδή στα Αμερικάνικο ειδύλλιο (1997), Παντρεύτηκα έναν κομμουνιστή (1998), Το ανθρώπινο στίγμα (2000) και τέλος στο Φεύγει το φάντασμα (2007), όπου ο Ζούκερμαν, 71 ετών, αντιμετωπίζει τα γηρατειά, τη φθορά, την απώλεια της σεξουαλικής του δύναμης, αλλά και την επίμονη ζωντάνια των επιθυμιών του.
Ο συγγραφέας-φάντασμα
Ο νέος διανοούμενος Νέιθαν Ζούκερμαν, στο πρώτο μυθιστόρημα της τριλογίας, επισκέπτεται τον πνευματικό του γκουρού, τον Λόνοφ, έναν αναγνωρισμένο και απομονωμένο συγγραφέα, για να μυηθεί στα μυστικά της γραφής αναμένοντας διανοητική καθοδήγηση. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Ροθ έχει ως όχημα τον Ζούκερμαν, αποτελεί δικό του εσωτερικό μονόλογο, περιγραφή και σχόλιο. Αυτή η αφήγηση καθορίζει το ύφος του μυθιστορήματος. Η αφήγηση, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, κάνει παρεκβάσεις σε μια διαφορετική δραματουργική κατάσταση και ιστορία.
Ορισμένες από αυτές τις αφηγηματικές παρεκβάσεις είναι εκπληκτικές. Όπως η ιστορία κατά την οποία ο πατέρας του Ζούκερμαν θορυβείται από ένα ρεαλιστικό, αποκαλυπτικό και ελαφρά σκωπτικό διήγημα του γιου του για τη ζωή, τις συνήθειες και τα χούγια των Εβραίων συγγενών τους. Η παραδοσιακή, συμβατική εβραϊκή οικογένεια του συγγραφέα ενοχλείται υπέρμετρα από την ειλικρινή, δηκτική κι αμερόληπτη κοινωνική τοιχογραφία του Ζούκερμαν και προσπαθεί να τον πείσει να μη συνεχίσει σ’ αυτό τον δρόμο και να αυτολογοκριθεί. Ο πατέρας βάζει έναν σεβαστό σε όλους Εβραίο δικαστή να τον μεταπείσει.
Άλλη αφηγηματική παράκαμψη είναι αυτή με τους στοχασμούς του Ζούκερμαν όσον αφορά στο διήγημα του Χένρι Τζέιμς «Τα μέσα χρόνια». Ο Τζέιμς έγραψε πως στη ζωή εργαζόμαστε στα σκοτεινά, κάνουμε ό,τι μπορούμε και δίνουμε ό,τι έχουμε. Ο Ρόθ, αφού διάβασε προς το τέλος της ζωής του, το 2012, όλα τα βιβλία του, μετά την έκδοση του τελευταίου του μυθιστορήματος Νέμεσις, είπε πως έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε με ό,τι διέθετε… Η ομοιότητα των διαπιστώσεων είναι ολοφάνερη.
Προς το τέλος του μυθιστορήματος, ο Ζούκερμαν σκέφτεται να φλερτάρει, να κατακτήσει και να παντρευτεί την Έιμι, που την έχει φανταστεί ως Άννα Φρανκ, για να εξευμενίσει τους γονείς του που δυσαρεστήθηκαν επειδή στο έργο του προβάλλει μια άσχημη εικόνα των Εβραίων.
Στο μυθιστόρημα υπάρχει, όμως, και άλλη μια εκπληκτική, αναπάντεχη αφηγηματική παρέκβαση. Στο κεφάλαιο «Η μοιραία γυναίκα», η Έιμι Μπελέτ, φοιτήτρια και βοηθός του αξιοθαύμαστου Λόνοφ, παρουσιάζεται ως η Αννα Φρανκ, η οποία υποτίθεται πως δραπετεύει από τη ναζιστική Ολλανδία όπου κρυβόταν και πάει στην Αγγλία και κατόπιν στις ΗΠΑ. Εκεί ερωτεύεται τον μέντορα Λόνοφ και του αποκαλύπτεται. Αργότερα μας λέγεται πως η ιστορία αυτή έχει πλαστεί από τον Ζούκερμαν. Το κεφάλαιο αυτό, αν και πολύ ευαίσθητο και συμπονετικό, είναι πολύ τολμηρό και προκλητικό, θα μπορούσαμε να πούμε στα όρια της ιεροσυλίας για τους Εβραίους αναγνώστες που βλέπουν τη μάρτυρα κι ηρωίδα εκατομμυρίων συμπατριωτών τους να ανασταίνεται και να τραβάει, ελεύθερη κι αυτόνομη, έναν διαφορετικό δρόμο από αυτόν που τους συγκίνησε τόσο στο πασίγνωστο ημερολόγιό της, στον δρόμο προς τον θάνατο στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μπέλσεν. Προς το τέλος του μυθιστορήματος, ο Ζούκερμαν σκέφτεται να φλερτάρει, να κατακτήσει και να παντρευτεί την Έιμι, που την έχει φανταστεί ως Άννα Φρανκ, για να εξευμενίσει τους γονείς του που δυσαρεστήθηκαν επειδή στο έργο του προβάλλει μια άσχημη εικόνα των Εβραίων. Στην Τριλογία όλα είναι αφήγηση, μυθοπλαστική εφεύρεση του Ροθ -και του Ζούκερμαν-, δηλαδή αφήγηση μέσα στην αφήγηση.
Η φιγούρα του Λόνοφ
Ο Λόνοφ είναι ένας δυσπρόσιτος, αντικοινωνικός, μα σπουδαίος διηγηματογράφος, άνθρωπος πολύ δύσκολος, περίκλειστος και εμμονικός, που δουλεύει εξαντλητικά γράφοντας τριάντα προσχέδια κάθε διηγήματος και ακολουθεί μια αυστηρή, εργασιακή και μη, ρουτίνα. Ο Λόνοφ δείχνει με τη στάση και τις πράξεις του -ή τη σιωπηλή έκλειψή τους- στον λογοτεχνικό χώρο, ηθική ακεραιότητα, τιμιότητα, ντομπροσύνη, αυστηρότητα, θάρρος στις (μη) κοινωνικές σχέσεις, αποστασιοποίηση. Ίσως ο πενηνταπεντάρης συγγραφέας Λόνοφ να αποτελεί κι αυτός αντικατοπτρισμό, σωσία του Ροθ. Η γυναίκα του Λόνοφ που βρίσκεται δίπλα του τριανταπέντε χρόνια, υποφέρει αγόγγυστα μέχρι που τελικά εκρήγνυται. Η ερωμένη Έιμι, η νέα βοηθός του, πρόκειται να την αντικαταστήσει με πολλή χαρά και ευχαρίστηση. To τέλος του μυθιστορήματος παραμένει εντελώς ανοιχτό. Την απάντηση του τι γίνεται παρακάτω, ο Ροθ μας τη δίνει στο μεταγενέστερο μυθιστόρημά του Φεύγει το φάντασμα.
Οι διάλογοι που παρατίθενται είναι ευθείς, άμεσοι, έξυπνοι και εκφραστικοί. Περιστρέφονται γύρω από τα προσωπικά ζητήματα των τεσσάρων ηρώων, γύρω από τη λογοτεχνία και τους λογοτέχνες, την ηθική, τη συμπεριφορά και τα όριά τους.
Ο συγγραφέας φάντασμα μας εκθέτει τα ερωτήματα, τις επιθυμίες, τα δράματα, τις φιλοδοξίες, τις ευαισθησίες, τις συγκρούσεις, τους πόθους και τις υπαρξιακές, ψυχολογικές, συναισθηματικές καταστάσεις των τεσσάρων πρωταγωνιστών του μυθιστορήματος, των δύο συγγραφέων, του ώριμου Λόνοφ και του νεαρού Ζούκερμαν και των δύο γυναικών του Λόνοφ, της συζύγου του Χόουπ και της νεαρής ερωμένης του Έιμι.
Οι διάλογοι που παρατίθενται είναι ευθείς, άμεσοι, έξυπνοι και εκφραστικοί. Περιστρέφονται γύρω από τα προσωπικά ζητήματα των τεσσάρων ηρώων, γύρω από τη λογοτεχνία και τους λογοτέχνες, την ηθική, τη συμπεριφορά και τα όριά τους.
Ζούκερμαν λυόμενος
Στο δεύτερο βιβλίο της τριλογίας, ο Νέιθαν Ζούκερμαν, μερικά χρόνια αργότερα, είναι πια διάσημος συγγραφέας. H καλλιτεχνική επιτυχία των βιβλίων του τον φέρνει σε διάσταση με την εβραϊκή κοινότητα και την οικογένειά του. Αντιμετωπίζει τη διασημότητα, την παρενόχληση από θαυμαστές και την αγανάκτηση της οικογένειάς του μετά την κυκλοφορία του ευπώλητου, τολμηρού μυθιστορήματός του για τον σεξομανή Καρνόφσκι – στην πραγματικότητα, ο Ροθ αναφέρεται στον ήρωα του άσεμνου, απελευθερωτικού και επαναστατικού μυθιστορήματός του Το σύνδρομο Πόρτνοϊ, στον νευρωτικό, αυνανιστή και εμμονικό ερωτομανή, ψυχαναλυόμενο Πόρτνοϊ.
Ο Ροθ κάνει τα πράγματα να φαίνονται εντελώς ζωντανά. Ο Ζούκερμαν λυόμενος είναι γραμμένος σε τριτοπρόσωπη αφήγηση, παρατηρώντας και περιγράφοντας τα όσα συμβαίνουν στον διάσημο πλέον, συγγραφέα Ζούκερμαν. Όλοι συγχέουν τον ήρωά του, Γκίλμπερτ Καρνόφσκι, με τον συγγραφέα του. Αυτό συνεπάγεται δυσάρεστες συνέπειες στη ζωή του πεζογράφου. Αρχικά, είναι πολλοί αυτοί που του κάνουν αγενή τηλεφωνήματα, που τον βρίζουν και του στέλνουν απειλητικά γράμματα για τον τρόπο με τον οποίο κρίνει τους Εβραίους στο βιβλίο του Καρνόφσκι ή αντιθέτως, γιατί είναι Εβραίος. Ο Ζούκερμαν αρχικά κλειδώνεται στο σπίτι του για να κουρδίσει τη φαντασία του, κατόπιν όμως επειδή κέντρισε τη φαντασία των άλλων και απειλείται.
Το βασικότερο πρόσωπο του Ζούκερμαν λυόμενος, μετά τον ίδιο τον Ζούκερμαν, είναι ο ανεξέλεγκτος θαυμαστής του Άλβιν Πέπλερ, επίσης Εβραίος και επίδοξος συγγραφέας, ψώνιο, αναιδής και παρεμβατικός, ένας επιθετικός φαν που γίνεται η σκιά του.
Οι πρώην γυναίκες κι ερωμένες του Ζούκερμαν που παρουσιάζονται στο έργο είναι πολλές (όπως και αυτές του Ροθ). Η κυριότερη ηρωίδα είναι η πρώην σύζυγός του Λώρα, την οποία παράτησε, καλοσυνάτη, γενναιόδωρη, περιποιητική, ευσπλαχνική και ανθρωπιστής δημοκράτισσα. Μα κάνει τον Ζούκερμαν να νιώθει ανία, γιατί αυτός είναι προσδεμένος στο βλέμμα των σαρκαστικών, αποκαλυπτικών και βέβηλων απεικονίσεων των βιβλίων του. Δεύτερη σε σημασία ηρωίδα είναι η σαγηνευτική, αισθησιακή, χολυγουντιανή σταρ Σήζαρα Ο΄Ση, ερωμένη του Κάστρο (!), με την οποία κάνουν έρωτα.
Ο φανατικός θαυμαστής Άλβιν Πέπλερ
Το βασικότερο πρόσωπο του Ζούκερμαν λυόμενος, μετά τον ίδιο τον Ζούκερμαν, είναι ο ανεξέλεγκτος θαυμαστής του Άλβιν Πέπλερ, επίσης Εβραίος και επίδοξος συγγραφέας, ψώνιο, αναιδής και παρεμβατικός, ένας επιθετικός φαν που γίνεται η σκιά του. Ο αιθεροβάμων, σχετικά συμπαθής, μα μισοτρελαμένος θαυμαστής του δεν ξεκολλάει από πάνω του, αναμένοντας αποδοχή και έγκριση του υπο διαμόρφωση «λογοτεχνικού» έργου του. Ο Πέπλερ υπήρξε για ένα διάστημα, για τρεις εβδομάδες, δημοφιλής νικητής σε ένα τηλεπαιχνίδι της αμερικάνικης τηλεόρασης, το «Έξυπνο χρήμα», όπου κέρδισε αρκετά λεφτά δίνοντας τις σωστές απαντήσεις σε όλες τις ερωτήσεις. Όμως τον αντικατέστησαν απότομα στο στημένο τηλεπαιχνίδι (η παραγωγή έδινε σε ορισμένους παίκτες τις απαντήσεις από πριν), διατάζοντάς τον να δώσει λαθεμένες απαντήσεις, επειδή -κατά τα λεγόμενά του- ήταν Εβραίος και δεν μπορούσαν να ταυτίζονται συνέχεια μαζί του οι Αμερικανοί τηλεθεατές, κάτι που τον τραυμάτισε βαθύτατα και τον υποβάθμισε πολύ επώδυνα. Ο Ροθ κριτικάρει έντονα το σάπιο σύμπαν των τηλεπαιχνιδιών και την αμερικάνικη τηλεόραση.
Ο Πέπλερ έχει ψύχωση με τον Ζούκερμαν και έχει ταυτιστεί με τον προβληματικό ερωτικοσεξουαλικά ήρωά του, τον Καρνόφσκι, για το βιβλίο του οποίου ξεκινά μάλιστα να γράφει μια βιβλιοκριτική. Κατηγορεί τον Ζούκερμαν πως εκθέτει και περιγράφει τα σεξουαλικά σύνδρομα και συμπλέγματα του Καρνόφσκι στο μυθιστόρημά του, έχοντας υποκλέψει βιογραφικά στοιχεία του Πέπλερ μέσω των κοινών γνωστών τους. Ο Ζούκερμαν καταγράφει όσα τρελά του λέει ο ονειροπαρμένος Πέπλερ, για ένα επόμενο βιβλίο του. Ο Πέπλερ έχει άρα γίνει ένα διαστρεβλωμένο, παραμορφωμένο alter ego του Ζούκερμαν (ένας ακόμη «σωσίας», «δίδυμος» στην Τριλογία). Η δόξα ικανοποιεί μόνο τις ματαιόδοξες μετριότητες.
Επιστρέφοντας στην παιδική, παλιά γειτονιά του, ο Ζούκερμαν αναγνωρίζει πως δεν είναι πλέον κανένας, ούτε γιος, ούτε αδελφός, ούτε σύζυγος κάποιας.
Ο Ζούκερμαν τελικά οφείλει πλέον να αποδεχτεί ό,τι του δίνει η ζωή, ό,τι εμπνέει στους άλλους και να καλωσορίσει τα δαιμόνια που απελευθέρωσαν τα ρηξικέλευθα μυθιστορήματά του. Ο Ροθ, ή ο Ζούκερμαν, γράφει για τις ασθένειες των γονιών του και τον δυσβάσταχτο θάνατο του αγαπημένου πατέρα του. Ο Ζούκερμαν και η οικογένειά του παρίστανται στην λυπητερή κηδεία του. Και κατόπιν ο αδελφός του τον κατηγορεί πως υπήρξε άκαρδος και ασυνείδητος εκθέτοντας στον Καρνόφσκι όλα τα μειονεκτήματα των Εβραίων συγγενών του, πως δεν έχει μπέσα και υπευθυνότητα και πως μετατρέπει τα πάντα, τα ιερά και τα όσια, σε μια σαρκαστική φάρσα, σε παρωδία. Με αυτό τον τρόπο στεναχώρησε θανάσιμα τον πατέρα του και του προκάλεσε ανήκεστο εγκεφαλικό. Πως ο πατέρας τους πριν αποπνεύσει, τον είχε χαρακτηρίσει μπάσταρδο. Επιστρέφοντας στην παιδική, παλιά γειτονιά του, ο Ζούκερμαν αναγνωρίζει πως δεν είναι πλέον κανένας, ούτε γιος, ούτε αδελφός, ούτε σύζυγος κάποιας.
Μάθημα ανατομίας
Ο Ροθ γράφει σε τρίτο πρόσωπο το τρίτο μυθιστόρημα της Τριλογίας, το Μάθημα ανατομίας. Εξιστορεί τις σωματικές-οργανικές και πνευματικές περιπέτειες του καταξιωμένου σωσία του, συγγραφέα Νέιθαν Ζούκερμαν, με ένταση, ζωντάνια και ενέργεια, κατασκευάζοντας ένα πολύ ενδιαφέρον, εναργές, θελκτικό και δυνατό διανοητικό αφήγημα. Ο Ζούκερμαν είναι, πλέον, σωματικά και ψυχολογικά διαλυμένος γιατί βασανίζεται για οκτώ μήνες, από αδιευκρίνιστους πόνους*, αρρώστια και κατάθλιψη. Σε ηλικία 40 ετών, υποφέρει από έντονους σωματικούς πόνους στο σκελετικό, νευρικό και μυϊκό του σύστημα, δημιουργικό μπλοκάρισμα και κρίση ταυτότητας. Έχει επισκεφτεί νευρολόγο, ορθοπεδικό, ρευματολόγο, φυσιοθεραπευτή, οστεοθεραπευτή, βελονιστή, ομοιοπαθητικό και ψυχαναλυτή. Έχει δοκιμάσει πολλές και διάφορες, επίπονες θεραπείες, μάταια. Φορά συνεχώς ένα κολάρο για τον πάσχοντα αυχένα του και μένει ακίνητος πολλή ώρα σε ένα στρωματάκι στο πάτωμα. Αισθάνεται άχρηστος, ασήμαντος και ανόητος. Σκέφτεται, απελπισμένος, να εγκαταλείψει το γράψιμο. Έχει μια οδυνηρή ασθένεια χωρίς αιτία, διάγνωση, όνομα και θεραπεία. Τα μαλλιά του πέφτουν γρήγορα, γι’ αυτό πάει σε έναν τριχολόγο, με τη βοηθό του οποίου συνευρίσκεται.
Ο Ζούκερμαν περνάει πολύ χρόνο ξαπλωμένος στο πάτωμά του με το κολάρο στον λαιμό για να ανακουφίζεται, από όπου περνάει ολόκληρο χαρέμι από ερωμένες, νοσοκόμες και πρώην συζύγους, γυναίκες που τον φροντίζουν διαδοχικά και κάνουν σεξ μαζί του σε διάφορες στάσεις που δεν απαιτούν τις κινήσεις του (αιδοιολειξία, ιππαστί, πεολειχία για τις γυναίκες). Ο Ζούκερμαν-Ροθ ακούει τα βάσανα των γυναικών και τα μετατρέπει σε μυθιστορήματα, μα ο μόνος που θεραπεύεται γράφοντας είναι ο εαυτός του.
Για τον Ροθ-Ζούκερμαν και πολλούς άλλους άντρες υπάρχει η κατηγορία των αξιόπιστων, καλών, ευσπλαχνικών, καλοπροαίρετων γυναικών που «δεν σου σπάνε τ΄ αρχίδια» και δεν είναι κακότροπες στρίγκλες. Ένα σεξουαλικό, φαλλικό και άσεμνο μυθιστόρημά του Καρνόφσκι στοχοποιείται από τις φεμινίστριες ως μισογυνικό. Μέσα στη λιμουζίνα, ο Ζούκερμαν καταφέρεται εναντίον των στεγνών και δογματικών φεμινιστριών, μιλώντας στη μαύρη οδηγό του. Αυτοχαρακτηρίζεται τρομοκράτης της σεξουαλικής επανάστασης και προσωποποίηση της οργασμικής μανίας. Τη βεβαιώνει πως οι σεξεργάτριες των πορνό συμμετέχουν στις ταινίες με τη θέλησή τους, για τα λεφτά και για την καύλα τους λόγω επιδειξιμανίας, αποκτώντας έτσι πλούτο και οικονομική ανεξαρτησία, πολύ περισσότερο από τις εκμεταλλευόμενες εργάτριες κι απλές εργαζόμενες. Η νεαρή οδηγός τον χαρακτηρίζει εγωμανή σεξομανή.
Ο Ζούκερμαν κρύβει μέσα του πολύ καταχωνιασμένο θυμό. Τον εκφράζει μονάχα στα βιβλία του, ενώ στην καθημερινότητα η συμπεριφορά του είναι σχετικά ήπια γιατί δεν χάνει τον αυτοέλεγχό του.
O Zούκερμαν καταφέρεται εναντίον του ψυχαναλυτή του, χαρακτηρίζοντας την ψυχανάλυση «θεσμοποίηση της νεύρωσης». Όλα όσα του λέει ο ψυχαναλυτής δεν φαίνονται άστοχα, ότι οι πόνοι του αποτελούν ενοχικό σύμπτωμα-τιμωρία για το οικογενειακό πορτρέτο που ζωγράφισε στο μυθιστόρημά του Καρνόφσκι και για τις βλάσφημες κι ατιμωτικές κατηγορίες που εκτόξευσε κατά της φυλής του και της ηθικής ασφυξίας της λόγω της συμβατικής, άτεγκτης ηθικής τάξης που τη διέπει. Από τον πόνο μετατρέπεται σε απροστάτευτο και αδύναμο παιδί, ενοχοποιημένος γιος και μεταμελημένος παρίας. Και η εξιλέωσή του έρχεται μέσω του πόνου. Ο πόνος είναι, υποτίθεται, η ετυμηγορία του ίδιου του Ζούκερμαν για την ενοχή του ανόσιου μυθιστορήματός του. Οι ερμηνείες δεν πείθουν τον Ζούκερμαν, που θεωρεί πως το υποσυνείδητο και το υπερεγώ του δεν είναι ηθικολογικά και συμβατικά, και γι’ αυτό παρατάει την ψυχανάλυση.
Ο Ζούκερμαν κρύβει μέσα του πολύ καταχωνιασμένο θυμό. Τον εκφράζει μονάχα στα βιβλία του, ενώ στην καθημερινότητα η συμπεριφορά του είναι σχετικά ήπια γιατί δεν χάνει τον αυτοέλεγχό του. Έχει πολλές ενοχές και τον στεναχωρεί που σκανδαλίζει τόσο πολύ τους άλλους. Διεγείρεται και πληγώνεται από τον πατέρα του και τους Εβραίους. Κατατρύχεται διαρκώς από το βασανιστικό δίπολο ανταρσία-υπακοή, έκρηξη-νουθεσία και άρνηση-απείθεια, αυτή είναι η διαδικασία της προσωπικής δημιουργίας του. Δεν υπάρχει συγγραφέας που συμφιλιώνεται με όλα τα κομμάτια του εαυτού του.
Η ζωή και τα βιβλία
Ο Ζούκερμαν θέλει μια ενεργή διασύνδεση με τη ζωή και τον εαυτό του, γιατί έχει βαρεθεί να διοχετεύει τα πάντα στο γράψιμο. Θέλει την ωμή πραγματικότητα, όχι για να την εντάξει στο γράψιμό του, μα για να τη ζήσει καθαυτή. Ο Ζούκερμαν-Ροθ είναι μια μηχανή που παράγει βιβλία καταβροχθίζοντας τις ζωές των άλλων και του εαυτού του. Τα πάντα στη ζωή μπορούν να γίνουν βιβλίο και δεν μετράνε σαν ζωή παρά μέχρι να γίνουν βιβλίο. Πώς εκατομμύρια άνθρωποι υπέμεναν τα δεινά τους χωρίς να τα μετουσιώνουν σε καλλιτεχνικό έργο; Ο Ζούκερμαν-Ροθ ζει μέσα στις αμφιβολίες του, αμφιβολίες για τα βιβλία του και τη ζωή.
Τι ζητάει η αρρώστια από τον Ζούκερμαν; Ή μήπως ζητάει ο Ζούκερμαν κάτι από αυτή; Μήπως να του δώσει ένα νέο θέμα;
Κατά συνέπεια ξέμεινε χωρίς γονείς, χωρίς φυλή, χωρίς Εβραίους, χωρίς αφοσίωση, αναφορές και φιλοδοξίες. Έχει έναν πατέρα στοιχειωμένο από τα εβραϊκά δαιμόνιά του, ενώ ο ίδιος είναι στοιχειωμένος από τον εξορκισμό του πατέρα του. Γίνεται ένας Εβραίος απελευθερωμένος από τους άλλους Εβραίους, που όμως διατηρεί την αυτοσυνείδησή του ως Εβραίος.
Τι ζητάει η αρρώστια από τον Ζούκερμαν; Ή μήπως ζητάει ο Ζούκερμαν κάτι από αυτή; Μήπως να του δώσει ένα νέο θέμα; Σκέφτεται πως ίσως ο πόνος ήρθε για να τον αποδιώξει από το επάγγελμα του συγγραφέα, για να τον πάει στην ανέμελη, επιπόλαια και ευχάριστη ζωή – για να τον οδηγήσει σε μια διαβίωση ανέφελη και χωρίς έγνοιες, στην παραίτηση από τη σκληρή, συνεχή κι αδυσώπητη εργασία του συγγραφέα και της γραφής. Έχει κουραστεί από τη συνεχή υποκειμενικότητα. Ο προφορικός λόγος του είναι σύγκλιση πάθους και γλώσσας. «Ομολογία, λίβελος, απόκριση, ανέκδοτο, διαμαρτυρία, παιδαγωγία, φιλοσοφία, προσβολή, αιτιολογία και επίκριση».
Μήπως είναι απλά ένας τσαρλατάνος; Ο Ζούκερμαν-Ροθ επινοεί τα λόγια που βάζει στο στόμα των άλλων, των προσώπων του. Στο έργο του φυσάει μια μεταμοντέρνα πνοή. Υπάρχει σύγχυση στο μυαλό του και στον λόγο του μεταξύ του εαυτού του και του πατέρα του.
Ζούκερμαν εναντίον Απέλ
Υπάρχει ένας δημοφιλής Εβραίος διανοητής, συγγραφέας και λογοτεχνικός κριτικός, ο Απέλ, που επαίνεσε τα πρώτα διήγηματα του νέου Ζούκερμαν, μα που μετά τη δημοσίευση των ιστοριών με τον Καρνόφσκι τον επικρίνει και τον θάβει συστηματικά ως κάποιον που δεν συμπαθεί τους Εβραίους, ως έναν αντισημίτη Εβραίο. Ο Ζούκερμαν τον απεχθάνεται. Όταν το Ισραήλ δέχεται επίθεση και κινδυνεύει, ο Απέλ θέλει ο πασίγνωστος Ζούκερμαν να γράψει στους Times ένα άρθρο υποστήριξης του απειλούμενου από τους Άραβες γείτονες Ισραήλ. Ο Ζούκερμαν αρνείται.
Ο Απέλ θεωρεί την κριτική φωνή της αρετής. Κατηγορεί τον Ζούκερμαν πως ενέδωσε στην ποπ πορνοκουλτούρα, πως έχει χοντροκομμένες και μνησίκακες φαντασιώσεις. Ο Νέιθαν τον αμαυρώνει και τον καθυβρίζει στην οδηγό του αυτοκινήτου του, αποδίδοντας στον δοκιμιογράφο Απέλ τη νοοτροπία ανθρώπου που βγάζει ένα πορνοπεριοδικό και έχει μια εταιρεία παραγωγής ταινιών πορνό. Δηλώνει πως οι σεξομανείς, ηδονοβλεψίες και αυνανιστές, ακόμη και οι λέρες του σεξ, έχουν δικαίωμα ύπαρξης. Κατά τον Ζούκερμαν, το χειρότερο είναι μια τρομαγμένη ψυχή, υποταγμένη στις αναστολές, η οποία θα καταστέλλει την παράνοιά της, ζώντας μαζί με τους κυβερνώντες σε συνθήκες ησυχίας, τάξης και ασφάλειας.
Ο Ζούκερμαν, λόγω των απανωτών, έντονων πόνων του, σκέφτεται να γίνει γιατρός για να αυτοθεραπευτεί και να προσφέρει στις γυναίκες ως γυναικολόγος, τις οποίες ίσως έχει μερικές φορές υποτιμήσει στη μακρά ερωτική καριέρα του.
Το όργιο της Πράγας.
Στη νουβέλα-επίλογο της Τριλογίας, ο Ζούκερμαν ταξιδεύει το 1976 στη σοσιαλιστική Τσεχοσλοβακία για να βρει ένα καταχωνιασμένο χειρόγραφο διηγημάτων γραμμένων στα γίντις από έναν Εβραίο συγγραφέα. Την αποστολή τού ανέθεσε ο γιος του συγγραφέα, Σισόφσκι Κλένκε, Εβραιοτσέχος συγγραφέας και ο ίδιος, υπό δυσμένεια από το δικτατορικό κομμουνιστικό καθεστώς γιατί του απαγόρευσαν να δημοσιεύσει ένα σκωπτικό μυθιστόρημά του, προτού καταφύγει στις ΗΠΑ.
Οι κριτικοί λογοτεχνίας στην πραγματικότητα αστυνομεύουν ποιοι έχουν βγει έξω από την κομματική γραμμή και δεν προασπίζουν τα κοινωνικά πρότυπα. Οι επίσημοι λογοτέχνες πρέπει να είναι άμεμπτα υποδείγματα της ορθής δημόσιας συνείδησης και του σωστού, θετικού πολίτη.
Ο Ζούκερμαν αναλαμβάνει να πάρει τα διηγήματα από την πρώην γυναίκα του Κλένκε, μια ωραία, ερωτομανή και αλκοολική σαραντάρα που ο Κλένκε παράτησε για μια αναγνωρισμένη ηθοποιό. Ο Ζούκερμαν τη γνωρίζει, όπως και άλλα σχετικά πρόσωπα, παράξενους χαρακτήρες που περιδιαβαίνουν την Πράγα, άλλοι αντιφρονούντες και άλλοι ανδρείκελα του απολυταρχικού καθεστώτος, ουσιαστικά όλοι τους χαραμισμένοι σε μια νωθρή και σάπια κοινωνία. Το μόνο που δεν τους είναι απαγορευμένο είναι να πηδιούνται. Οι μισοί παρακολουθούν και ρουφιανεύουν τους άλλους μισούς. Η καταπίεση δίνει και παίρνει. Οι κριτικοί λογοτεχνίας στην πραγματικότητα αστυνομεύουν ποιοι έχουν βγει έξω από την κομματική γραμμή και δεν προασπίζουν τα κοινωνικά πρότυπα. Οι επίσημοι λογοτέχνες πρέπει να είναι άμεμπτα υποδείγματα της ορθής δημόσιας συνείδησης και του σωστού, θετικού πολίτη. Το υπουργείο πολιτισμού χαρακτηρίζει ρέμπελους, άχρηστους και παράσιτα τους ανυπάκουους συγγραφείς και καλλιτέχνες. Ο Ζούκερμαν παίζει με κοσμιότητα τον ρόλο του αξιοπρεπούς, ευγενικού και τίμιου συγγραφέα που ήρθε για να επιτελέσει μια ιερή εβραϊκή και λογοτεχνική αποστολή. Μα αργότερα, ανάμεσα σε καλλιτέχνες και ανθρώπους που κάνουν σεξ, σπιουνεύουν, καταπιέζουν και καταπιέζονται, αρχίζει να αμφιβάλλει σοβαρά για την αξία και τη χρησιμότητα του ευγενούς ρόλου του.
Αυτοί που διευθύνουν την κοινωνία και τους θεσμούς είναι απατεώνες. Έχουν απολύσει μισό εκατομμύρια ανθρώπους γιατί δεν συμμορφώνονταν πλήρως προς τον καθιερωμένο τρόπο συμπεριφοράς για τους εργαζόμενους. Οι πολίτες στους δρόμους και στα καφενεία δείχνουν νωθροί και παραιτημένοι και περιφέρουν σκοτεινά πρόσωπα που απεργούν από τη ζωή. Η Πράγα μοιάζει, μετά την ηττημένη μεταρρυθμιστική άνοιξη του Ντούμπτσεκ, με κατηφή και μακάβρια πόλη. Παντού επικρατεί η γενικευμένη δυσπιστία και οι κρατικές τεχνικές ρυθμίσεις των πολιτών και των συμπεριφορών τους. Ο Ζούκερμαν αποτυχαίνει στην αποστολή του. Λίγο πριν το τέλος αναρωτιέται εάν όλα αυτά ήταν μυθοπλασία ή πραγματικότητα.
*Ο ΘΟΔΩΡΟΣ ΣΟΥΜΑΣ είναι συγγραφέας και κριτικός κινηματογράφου. Τελευταίο του βιβλίο, «Ο έρωτας στο σινεμά» (εκδ. Αιγόκερως).
*Ο Φίλιπ Ροθ άρχισε πραγματικά να αντιμετωπίζει έντονους πόνους στην καθημερινότητά του από το 1956, εξαιτίας σοβαρών ορθοπεδικών προβλημάτων στη σπονδυλική του στήλη (στον στρατό, νέος, κουβάλησε ένα βαρύ καζάνι που του τσάκισε έναν σπόνδυλο, πρόβλημα που επέφερε όλα τα κατοπινά ορθοπεδικά ζητήματά του, αργότερα). Ο Ροθ αντί να αντιμετωπίσει την κήλη αυχενικού δίσκου και τα προβλήματα της σπονδυλικής του στήλης ως απλά ιατρικά περιστατικά, τα χρησιμοποίησε ως εργαλεία για να εξερευνήσει την ανθρώπινη ευθραυστότητα και φθορά, την ατομική ανθρώπινη ταυτότητα και τα όρια της καλλιτεχνικής δημιουργικότητας. Ο Φίλιπ Ροθ μετέτρεψε τον χρόνιο πόνο του σε λογοτεχνική τέχνη, μετατρέποντας το πάσχον σώμα σε κεντρικό αφηγηματικό χώρο και ιστό.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Φίλιπ Ροθ (1933–2018) ήταν Αμερικανός συγγραφέας, από τους σημαντικότερους λογοτέχνες της μεταπολεμικής αμερικανικής λογοτεχνίας.
Ήταν γνωστός για τα μυθιστορήματά του που εξερευνούν τη σεξουαλικότητα, την εβραϊκή εμπειρία στις ΗΠΑ και τις κοινωνικές αντιφάσεις της εποχής του.
Είχε τιμηθεί με το Βραβείο PEN/Faulkner, το Βραβείο Πούλιτζερ, το Βραβείο Φραντς Κάφκα κ.ά. διακρίσεις. Ο Χάρολντ Μπλουμ τον θεωρούσε έναν από τους σπουδαιότερους συγγραφείς της εποχής του.
























