
Προδημοσίευση αποσπάσματος ενός διηγήματος, από τη συλλογή διηγημάτων του Βασίλη Τσαλή «Αθλητικά παπούτσια No 7», η οποία θα κυκλοφορήσει στις 22 Σεπτεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Με τη Λουίζα, τη μικρότερη από τις δύο κόρες της αδελφής της μητέρας μου και ίσως τον μοναδικό άνθρωπο από το στενό και ευρύτερο οικογενειακό μου περιβάλλον που πραγματικά συμπαθούσα, είχαμε μόλις λίγους μήνες διαφορά, σχεδόν μεγαλώσαμε μαζί. Η στενή αυτή σχέση κράτησε μέχρι τα δεκαεπτά μας.
Ξεκίνησε τη ζωή της ως παιδί θαύμα, κατά κάποιον τρόπο, της πήρε μία εβδομάδα για να διαβάσει την Καταγωγή των ειδών στα εννιά της και άλλο τόσο για την Ερμηνεία των ονείρων ένα χρόνο αργότερα. Εγώ πάντα προσπαθούσα αγκομαχώντας να αρθώ στο επίπεδο της Λουίζας και αυτό, αν και τις περισσότερες φορές ήταν οδυνηρά κοπιαστικό, επειδή απαιτούσε μόχθο και θυσίες, καθώς εξανάγκαζα την πενιχρή μου ευστροφία να πάρει περισσότερες στροφές από όσες ήταν ανθρωπίνως δυνατό, μου έκανε καλό. Δίχως εκείνη να μου δίνει κουράγιο και να με εμψυχώνει με τον μειλίχιο τρόπο της, θα είχα βουλιάξει στον πηχτό πολτό της πνευματικής οκνηρίας, κάτι που συνέβη πολλές φορές στη ζωή μου αργότερα, όταν δεν είχα τα κατάλληλα κίνητρα. Δεν ένιωσα ποτέ φθόνο για τη Λουίζα, μόνο έναν απέραντο σιωπηλό θαυμασμό, που θεωρούσα ότι ήταν ο μοναδικός τρόπος για να εκδηλώνω την αποδοχή της απόλυτης ανωτερότητάς της σε όλους τους τομείς του πνεύματος.
Η Λουίζα δεν έκανε ποτέ επίδειξη των ταλέντων, των γνώσεων και των ικανοτήτων της, θα έλεγα ότι μάλλον αισθανόταν πάντα κάποια αμηχανία γι’ αυτό το ιδιαίτερο χάρισμά της και προσπαθούσε να το κρύψει μένοντας αποτραβηγμένη και μερικές φορές αποτραβιόταν τόσο πολύ ώστε όλοι οι, κατά κύριο λόγο, με ελάχιστες εξαιρέσεις, πνευματικά ανεπαρκείς συμμαθητές μας την περνούσαν για μουρόχαβλο, την ίδια στιγμή που όλοι, ή τέλος πάντων σχεδόν όλοι, προσπαθούσαν να την ξεμοναχιάσουν και να της βάλουν χέρι, καθώς η μικροκαμωμένη Λουίζα με το πλούσιο, καλόκαρδο και μεταδοτικό γέλιο της και τα τεράστια γαλάζια μάτια ήταν συγχρόνως και ένα εξαιρετικά ελκυστικό κορίτσι. Φυσικά δεν μπόρεσα ποτέ να τη φτάσω και μου ήταν αρκετό να τη θαυμάζω και να νιώθω ότι έτρεφα ένα αόριστα διαφορετικό, κάπως ομιχλώδες αίσθημα γι’ αυτήν, που εκείνη την εποχή δεν μπορούσα να το περιγράψω, αλλά αργότερα, πολύ αργότερα, αναγνώρισα σ’ αυτό τα πρώιμα σημάδια μιας ερωτικής έλξης. Η Λουίζα θα μπορούσε να γίνει μια εξαιρετική Αστροφυσικός, για παράδειγμα, αλλά εξίσου πολύτιμες υπηρεσίες θα μπορούσε να προσφέρει και στον κλάδο των λεγόμενων επιστημών του ανθρώπου. Η σκέψη της ήταν βαθιά και ενδελεχής, η εκρηκτικά υψηλή ευφυία της σε συνδυασμό με μια γόνιμη φαντασία που δεν ήταν αχαλίνωτη, αλλά βασιζόταν πάντα στην οξυδερκή παρατήρηση των πραγματικών δεδομένων, την οδηγούσε σε τόσο πρωτότυπες επινοήσεις που πάντα με άφηναν με το στόμα ανοιχτό. Η σκέψη της ήταν φιλοσοφική και μαθηματική υπό μια ευρεία έννοια.
Υπάρχουν άνθρωποι που παίρνουν πάντα τις σωστές αποφάσεις, αλλά υπάρχουν και άλλοι που, ενώ τις περισσότερες φορές παίρνουν τις σωστές αποφάσεις, την κρίσιμη στιγμή κάνουν ένα μόνο λάθος, είναι το μοιραίο λάθος και η ζωή τους παίρνει μια αναπάντεχη κατεύθυνση, εννοώ μια κατεύθυνση που κανείς δεν θα περίμενε και κανείς δεν θα μπορούσε να προβλέψει με βάση όσα είχαν προηγηθεί. Η Λουίζα είχε επιλέξει τη σχολή Χημικών Μηχανικών στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και φυσικά μπήκε από τους πρώτους. Εγώ ετοίμαζα τις βαλίτσες μου για το εξωτερικό, για το Μόναχο συγκεκριμένα, όπου, υπό φυσιολογικές συνθήκες και αν ήμουν ελάχιστα προσγειωμένος και συνετός, θα σπούδαζα αρχιτεκτονική και θα συνέχιζα ως τρίτη γενιά την παράδοση στο αρχιτεκτονικό γραφείο του πατέρα μου και των συνεργατών του, αλλά αυτό ήταν μόνο ένα πρόσχημα για να πειστούν οι γονείς μου να στηρίξουν οικονομικά τις σπουδές μου.
Εμένα τα σχέδιά μου για το μέλλον ήταν άλλα. Σκόπευα, μόλις εκτιμήσω την κατάσταση και βρω την κατάλληλη ευκαιρία, να μεταπηδήσω σε μια καλή σχολή φιλοσοφίας και λογοτεχνίας, κάτι που έκανα τελικά λίγο αργότερα από ό,τι είχα υπολογίσει, λόγω έκτακτων συνθηκών, και η μητέρα μου αναγκάστηκε, αργά ή γρήγορα, αφού είχαν προηγηθεί εκκλήσεις στη λογική μου και απειλές οικονομικής φύσης, ότι δηλαδή θα μου έκοβε σε πρώτη φάση το μηνιαίο επίδομα και σε δεύτερη θα με αποκλήρωνε απολύτως και θα άφηνε όλη την πατρική περιουσία στη μικρότερη αδελφή μου (που, μια που το έφερε ο λόγος, ήταν πιο αχαΐρευτη από εμένα αλλά μέγιστη γαλίφα και γλείφτρα ολκής), να το αποδεχτεί με βαριά καρδιά και μυξοκλαίγοντας κάθε φορά που μιλούσαμε στο τηλέφωνο. Έμεινα αμετακίνητος στην απόφασή μου και, εν πάση περιπτώσει, μάλλον δεν το μετάνιωσα. Αλλά όλα αυτά συνέβησαν πολύ αργότερα, ας πάρουμε τώρα τα πράγματα με τη σειρά.
Τον Οκτώβριο εκείνης της χρονιάς και ελάχιστες μέρες πριν αναχωρήσω για το Μόναχο συνέβη ένα αναπάντεχο όσο και τραγικό γεγονός, δηλαδή ο θάνατος του πατέρα μου. Ήταν μόλις 48 ετών, κοιμήθηκε και δεν ξύπνησε ποτέ, ξεμπέρδεψε με τη ζωή απλά, εύκολα και γρήγορα. Ήμουν στ’ αλήθεια συντετριμμένος.
Τον Οκτώβριο εκείνης της χρονιάς και ελάχιστες μέρες πριν αναχωρήσω για το Μόναχο συνέβη ένα αναπάντεχο όσο και τραγικό γεγονός, δηλαδή ο θάνατος του πατέρα μου. Ήταν μόλις 48 ετών, κοιμήθηκε και δεν ξύπνησε ποτέ, ξεμπέρδεψε με τη ζωή απλά, εύκολα και γρήγορα. Ήμουν στ’ αλήθεια συντετριμμένος. Μπορεί οι σχέσεις με τον πατέρα μου να μην ήταν ποτέ ιδιαίτερα θερμές, αλλά η απώλεια ενός τόσο κομβικού προσώπου, όπως και να το κάνουμε, θρυμματίζει, τρόπον τινά, τη δομή της οικογένειας και ενός μικρού σύμπαντος γύρω από αυτήν, ανατρέπει όλες τις βεβαιότητες και αφήνει πίσω της ένα τεράστιο κενό, ένα βαθύ χάσμα στην, ας πούμε, φυσιολογική της εξέλιξη, είναι κάτι σαν ακατανόητη ιστορική ανωμαλία.
Ήμουν μάλλον χαμένος, αποπροσανατολισμένος, απαρηγόρητος όταν ήλθε η Λουίζα στο πατρικό μου, αργά το απόγευμα, την προηγούμενη της κηδείας. Είχε αρχίσει ήδη να σουρουπώνει. Της είπα ότι δεν άντεχα όλον αυτόν τον οδυρμό εκεί μέσα, με πήρε από το χέρι και κλειδωθήκαμε στο δωμάτιό μου. Δεν είπε λέξη, με έσφιξε στην αγκαλιά της κι εγώ άφησα το κεφάλι μου να πέσει στον ώμο της όπου ξέσπασα σ’ ένα γοερό κλάμα, για το οποίο ήξερα ότι αργότερα θα ντρεπόμουν, αλλά ήμουν μόλις δεκαεπτά και είχα χρόνο μπροστά μου να διορθώσω πολλά πράγματα, ακόμη και να μετανιώσω δίχως σοβαρές επιπτώσεις γι’ αυτό το συναισθηματικό ξέσπασμα, που στο κάτω κάτω ήταν το μικρότερο από τα λάθη για τα οποία θα μετάνιωνα αργότερα.
Και τότε συνέβη κάτι, έγινε σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Με έσφιξε δυνατά στην αγκαλιά της και νομίζω ότι κουνούσε ανεπαίσθητα τη λεκάνη της πάνω κάτω, ίσως και δεξιά αριστερά. Η αναστάτωσή μου ήταν τόσο μεγάλη που δεν θα μπορούσα ούτως ή άλλως να θυμηθώ λεπτομέρειες.
Όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Με κράτησε μέσα της μέχρι να τελειώσω κι όταν τελείωσα δεν έκλαιγα πια, αλλά τότε ακριβώς άρχισε να κλαίει η Λουίζα και να ρουφάει τη μύτη της πάνω στο στήθος μου. Νομίζω ότι εκείνη ακριβώς τη στιγμή, πολύ πρόωρα ίσως, άρχισε για μένα, κάπως ασυνήθιστα και αντισυμβατικά θα έλεγα, η διαδικασία επεξεργασίας του πένθους, ή τέλος πάντων όπως και να λέγεται αυτό. Ένιωσα ότι ο σπαραγμός είχε εξαφανιστεί, η καρδιά μου δεν φτεροκοπούσε πια από λύπη, αλλά από κάτι εντελώς διαφορετικό, και μαζί με την εκτόνωση της δυσφορίας είχαν ξεθυμάνει όλα τα δυσάρεστα συναισθήματα. Ένα βουβό σκοτεινό κύμα τα είχε σαρώσει όλα και στο κεφάλι μου τώρα είχα μόνο κάτι από τη γλυκιά χαύνωση ενός καλοκαιριάτικου απομεσήμερου, τον ήχο από τα βότσαλα που παρασέρνει το νερό καθώς υποχωρεί στη φυσική, απέραντα υγρή κοίτη του μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα να αποδράσει στη στεριά, όπου μάλλον κατάλαβε έγκαιρα ότι δεν είχε καμία δουλειά ή ίσως δεν βρήκε το περιβάλλον αρκετά ελκυστικό, με λίγα λόγια βρέθηκε ξαφνικά έξω από το στοιχείο του και επέστρεψε εσπευσμένα σ’ αυτό, προκαλώντας έναν μικρό ευχάριστο σαματά, ένα φιλικό μουρμουρητό που με νανούριζε. Ήθελα να κοιμηθώ. Να κλείσω τα μάτια μου και να κοιμηθώ, και αυτό ακριβώς έκανα και όταν ξύπνησα, το πολύ δέκα λεπτά αργότερα, η Λουίζα είχε φύγει και την επόμενη μέρα δεν ήρθε στην κηδεία.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Τα έντεκα διηγήματα της συλλογής συγκροτούν έναν ενιαίο αφηγηματικό κόσμο, όπου μοναχικοί, εσωστρεφείς και ασταθείς αφηγητές αγρυπνούν, παρατηρούν και επιστρέφουν επίμονα στη μνήμη, επιχειρώντας να διευθετήσουν, τρόπον τινά, την πραγματικότητα και να διαμορφώσουν μια αίσθηση νοήματος και ταυτότητας. Η προσπάθειά τους ωστόσο αποκαλύπτει την αναξιοπιστία της μνήμης και της γλώσσας, καθώς και την πλήρη αδυναμία επικοινωνίας. Αποδέχονται την αμφιβολία, τον πόνο, αλλά και το πείσμα ως συστατικά της ανθρώπινης ύπαρξης. Ισορροπούν, με νηφάλια συγκατάβαση, ανάμεσα στο τραγικό και το κωμικό. Μέσα σε μια εύθραυστη ατμόσφαιρα που τη διαπερνούν ριπές υποδόριου χιούμορ και μελαγχολίας, αναδεικνύονται η φθορά, η απώλεια, η αποξένωση, το ψεύδος, όχι ως ηθική παρέκκλιση, αλλά ως αισθητική και πνευματική επιλογή, η κόπωση του σύγχρονου ανθρώπου, η ανάγκη για εγγύτητα και οι καταδικασμένες στην αποτυχία απόπειρες συμφιλίωσης με το παρελθόν.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Βασίλης Τσαλής γεννήθηκε στον Βόλο (1960). Aπό το 1979 έως το 1986 έζησε στη Γερμανία, πρώτα στο Μόναχο και στη συνέχεια στο Δυτικό Βερολίνο. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στη Συγκριτική Λογοτεχνία από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Από το 2010 εργάζεται ως μεταφραστής. Έχει μεταφέρει στα ελληνικά, μεταξύ άλλων, έργα των Franz Kafka, Thomas Mann, Thomas Bernhard, Inge-borg Bachmann, Christa Wolf, Marianne Fritz, Wolfgang Köppen, Bertolt Brecht, Hermann Hesse. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά Ποιητική, The Books’ Journal, καθώς και στο ηλεκτρονικό Book Press. Από το 1990 έως σήμερα ζει στην Αθήνα.





















