
Για το μυθιστόρημα του Αντώνη Πάσχου «Ετερόρρυθμη μέρα» (εκδ. Στερέωμα).
Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης
Και τίποτε άλλο να μην συντρέχει, προσέχεις το μυθιστόρημα Ετερόρρυθμη μέρα για τη σπιντάτη αφήγησή του, που επιταχύνει και απογειώνεται χωρίς πουθενά να κάνει κοιλιά. Ο ταχύς αυτός ρυθμός συντονίζεται με το τρέξιμο του Γιάννη Σπίνου, ο οποίος σαν άλλος Βέγγος τρέχει από τα ξημερώματα μέχρι αργά τη νύχτα να προλάβει όσα πρέπει, για να βγάλει λεφτά, όπως κάνουν όλοι. Έτσι, μαζί μ’ αυτόν τρέχει ο μικροπερίοδος λαχανιαστός λόγος, τα απανωτά ασύνδετα σχήματα και η καθημερινή ιδιοπρόσωπη γλώσσα που διέπεται από προφορικότητα και στίζεται από γρήγορους διαλόγους, μηνύματα κινητών, αργκό της πιάτσας, οικεία αστειάκια μεταξύ άσπονδων φίλων κ.λπ. Ως εκ τούτου, οι τριακόσιες σχεδόν σελίδες φορτσάρουν χωρίς σταματημό.
Το μυθιστόρημα είναι κιρκαδικό. Με άλλα λόγια, η δράση διαδραματίζεται σε μία μέρα, από πολύ πρωί μέχρι το σκοτάδι, όπως έκαναν κι άλλοι πριν από αυτόν: λ.χ. ο Αλέξανδρος Κοτζιάς στη Φανταστική περιπέτεια (1985) και ο Χρίστος Κυθρεώτης στο Εκεί που ζούμε (2019). Ο πρωταγωνιστής δηλαδή μέσα σε μια μέρα ζει συμπυκνωμένες πολλές εμπειρίες, οι οποίες συνήθως είναι καθοριστικές για όλη του τη ζωή, αφού συναιρούν το παρελθόν με όλα τα βάρη του και το μέλλον με όλη τη στροφή που παίρνει η μοίρα του.
Όλα αυτά τα συνδέει ένα συνεχές ασθματικό πηγαινέλα αλλά και πολυάριθμες κλήσεις ή μηνύματα στο κινητό, ένας τεράστιος μίτος που θα οδηγήσει (ή όχι) στην πολυπόθητη λήψη της επιδότησης.
Έτσι κι εδώ, ο πρωτοπρόσωπος (αυτοδιηγητικός) αφηγητής θέλει να ανοίξει Σχολή πιλότων και ταλαντεύεται ανάμεσα στα χρέη που έχει και τα χρέη που πρέπει να εισπράξει, αλλά κι από την Επιθεώρηση, ώστε να πάρει την κρατική επιδότηση, συν τους Καταριανούς, που προτίθενται να χρηματοδοτήσουν το εγχείρημα. Η μέρα του, λοιπόν, είναι μια αδυσώπητη τρεχάλα, που κινείται από το νοσοκομείο στο οποίο βρίσκεται ο πατέρας του, τις τράπεζες, την αρραβωνιαστικιά του και την ερωμένη του, τους οφειλέτες και τους μαφιόζους διώκτες του μέχρι την Καβάλα και πίσω στη Θεσσαλονίκη με τους επιθεωρητές, τους επενδυτές, το γήπεδο του Ηρακλή, τους προμηθευτές, τους κούριερ και πολλούς άλλους, Όλα αυτά τα συνδέει ένα συνεχές ασθματικό πηγαινέλα αλλά και πολυάριθμες κλήσεις ή μηνύματα στο κινητό, ένας τεράστιος μίτος που θα οδηγήσει (ή όχι) στην πολυπόθητη λήψη της επιδότησης.
Ποιος αξίζει και ποιος όχι
Το μυθιστόρημα διαβάζεται απνευστί και μια τέτοια κατάκτηση αξίζει πολλά. Βέβαια, αυτό και μόνο δεν θα επαρκούσε να καταξιώσει τη γραφή του Αντώνη Πάσχου ως ωφέλιμο μετά του τερπνού ανάγνωσμα. Δεν θα ήταν αρκετό, αν δεν συμπάσχαμε μαζί με τον ήρωά του και τελικά δεν δοκιμάζαμε μαζί του τις σχέσεις και τις αντοχές του. Κι αυτό γιατί στη μαραθώνια πορεία του, ο Γιάννης («Γιαννάκης» για πολλούς) καταφέρνει να αξιολογήσει ποιος αξίζει, όπως ο συνεταίρος του Νίκ και η γκόμενά του Κική, και ποιος όχι, όπως η αρραβωνιαστικιά του Χριστίνα (με τη μάνα της) και ο φίλος και υποψήφιος επενδυτής Χαριζάνης. Κάθε πρόσωπο σ’ αυτή τη σχοινοτενή σκυταλοδρομία υποσυνείδητα ελέγχεται και τοποθετείται στο κουτάκι του χρήσιμου, του γενναιόδωρου, του (αν)ιδιοτελούς, του κομπιναδόρου, του συμπαραστάτη κ.ά., με αποτέλεσμα στο τέλος του έργου να αρχίσει το σκληρό ξεσκαρτάρισμα φίλων, συνεργατών και συντρόφων.
Κι έτσι η μέρα αυτή, λειτουργώντας ως λυδία λίθος, τον περνά μέσα από το καμίνι της και τον ωθεί να αναθεωρήσει αποφάσεις, να αφήσει ή να κρατήσει ανθρώπους, να αναπροσαρμόσει τις επαφές του και να προχωρήσει εντέλει πιο αποφασιστικά
Τελικά, αυτό που πετυχαίνει ένα τέτοιο μυθιστόρημα -όπως και όλα τα κιρκαδικά, αν το καλοσκεφτούμε- είναι ότι, συμπυκνώνοντας σε μία μέρα πλείστες όσες εμπειρίες του πρωταγωνιστή, τον κάνει να ζήσει εν συνόψει «όλη» του τη ζωή. Κι έτσι η μέρα αυτή, λειτουργώντας ως λυδία λίθος, τον περνά μέσα από το καμίνι της και τον ωθεί να αναθεωρήσει αποφάσεις, να αφήσει ή να κρατήσει ανθρώπους, να αναπροσαρμόσει τις επαφές του και να προχωρήσει εντέλει πιο αποφασιστικά, με το νυστέρι στα χέρια, σε τομές και ριζικές αλλαγές.
Μετά από δύο βιβλία και το πανάξιο Αδελφομοίρι (2023), όπου η ελληνοβουλγαρική επικράτεια προσφέρει το ρευστό της διασυνοριακό πεδίο για σκέψεις περί της ταυτότητας, ο συγγραφέας αλλάζει ρότα και περνά στην καθημερινότητα ως εργοτάξιο όπου γαλβανίζονται οι αντοχές και οι διαπροσωπικές σχέσεις του ανθρώπου.
*Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας, κριτικός βιβλίου και συγγραφέας. Πρόσφατα κυκλοφόρησε –σε δική του επιμέλεια– ο πρώτος τόμος της σειράς «Ιστορίες του 21ου αιώνα», μια συλλογή 12 διηγημάτων με τίτλο «Από το τοπικό στο παγκόσμιο» (εκδ. Διόπτρα).
Απόσπασμα από το βιβλίο
«12:00
»Όλοι τα κονομάνε σ’ αυτή τη χώρα, εκτός από μένα.
»Φτάνω στο κτίριο που δε θα γίνει ποτέ σχολή πιλότων. Σπρώχνω λίγο την καγκελόπορτα, μπαίνω στο πάρκινγκ και παρατάω το σκούτερ. Βγάζω κράνος, το καθαρίζω απ’ τα νερά, ανοίγω τη σέλα και το χώνω στον χώρο αποσκευών, μαζί με τα γάντια· ας μουχλιάσει η φόδρα του, στην πτώση που σχεδιάζω δε θα φοράω προστατευτικά. Το μπουφάν το κρεμάω στο τιμόνι – θέλω να νιώσω τη βροχή. Το πουκάμισό μου λεπτό, πρόκες οι στάλες, καρφώνουν το ύφασμα στο δέρμα. Ο αέρας μού παγώνει λαιμό και στέρνο. Εισπνέω· νοτισμένη άσφαλτος, αγροί ποτισμένοι καυσαέριο.
»Ιδού η φωλιά του αφελούς ονείρου μου. Ασπρομπογιατισμένα πανέλα πολυουρεθάνης, αυτοκόλλητες πράσινες ρίγες σε ηλίθια σχέδια. Σύμφωνα με τον αρχιτέκτονα, παραπέμπουν σε ντιζάιν αεροσκαφών· στην πράξη βοηθάει να ’σαι μεθυσμένος, καλοπροαίρετος, με μπόλικη φαντασία και να το ’χεις ακούσει κι απ’ το στόμα μου πρωτύτερα. Θολές τζαμαρίες. Πράσινη πινακίδα.»
Δυο λόγια για τον συγγραφέα
Ο Αντώνης Πάσχος γεννήθηκε το 1979, μεγάλωσε στις Σέρρες και ζει στην Αθήνα. Κείμενά του έχουν δημοσιευθεί σε έξι γλώσσες.

Η συλλογή διηγημάτων του Το αδελφομοίρι και άλλες ιστορίες, η οποία κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Στερέωμα το 2023, συμπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα για το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος-Νουβέλας 2024 και στη μικρή λίστα των Βραβείων του Αναγνώστη στη κατηγορία Διήγημα.
























